Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Archive for the ‘Θεωρία’ Category

Ėrik Neveu Κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων και ιστορίες κινημάτων από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα Μτφ.-Εισαγ.-Επιμ.: Μαρλέν Λογοθέτη Πρόλογος: Νίκος Τάτσης, Χρύσα Ζάχου Το βιβλίο Κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων αποτελεί μια περιήγηση στις θεωρήσεις για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, αλλά και την ιστορία των κινημάτων, από την Αμερική και την Ευρώπη ως την Αφρική και την Ασία, από το μεσαίωνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Για τον Eric Neveu, η ρητορική υποψίας σε σχέση με τα κοινωνικά κινήματα, οι απλές και κατηγορηματικές διαγνώσεις που συνήθως συνοδεύουν τον εν θερμώ σχολιασμό τους, προκύπτουν από την άρρητη ταύτιση του δημοκρατικού μοντέλου αποκλειστικά και μόνο με την εκλογική διαδικασία. Τα κοινωνικά κινήματα όμως είναι σύνθετες πολιτικές διεργασίες, μια σταθερά της κοινωνικής ζωής, σύμφυτη με την έννοια της δημοκρατίας. Εκφράζουν νέες προσδοκίες αλλά και απογοητεύσεις από το δημοκρατικό μοντέλο, όπως αυτό έχει πάρει σάρκα και οστά, δυσπιστία ως προς το κλασικό μοντέλο αντιπροσώπευσης που στηρίζεται στην ανάθεση της εξουσίας στους κυβερνώντες για μεγάλο χρονικό διάστημα, έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας με την οποία οι ειδικοί κάθε είδους θεωρούν ότι μπορούν να υπαγορεύουν αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα, χωρίς να ακούνε τις ομάδες και τα άτομα που αυτές αφορούν. Οι διαφορετικές θεωρήσεις των κοινωνικών κινημάτων δεν πρέπει να οδηγούν σε χλιαρό σχετικισμό: αφήνουν πίσω τους ένα σύνολο ερμηνευτικών εργαλείων που διαμορφώνει μια προοπτική όχι μόνο για την ανάλυση, αλλά και για την πρακτική τους. Το δεύτερο μέρος της ελληνικής έκδοσης Ο Érik Neveu αναφέρεται σε μια σειρά από πρόσωπα, γεγονότα, οργανώσεις και φορείς που συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ιστορία [άρα και τη θεωρία] των κοινωνικών κινημάτων: Από το καρναβάλι του 1580 στη Romans στο κίνημα διαμαρτυρίας για την άφιξη στο Παρίσι του στρατηγού Ridgway το 1952, απ’ τα κινήματα για ανεξαρτησία της Ν. Καληδονίας, της Κορσικής, της Αλγερίας και της Κένυας στις εξεγέρσεις στα προάστια των γαλλικών πόλεων, αλλά και στις μητροπόλεις των ΗΠΑ, από το αμερικανικό εργατικό κίνημα στις αρχές του περασμένου αιώνα και αυτό του 1936 στη Γαλλία μέχρι τη «Μάχη της αγκινάρας» το 1960 στη Βρετάνη και την ευρωαπεργία για το κλείσιμο του εργοστασίου της Renault στο Vilvorde το 1997, από το καλοκαίρι της Ελευθερίας το 1964 στα γεγονότα του ’68 στις ΗΠΑ στο Σικάγο, από το κίνημα εναντίον της πυρηνικής ενέργειας στις ΗΠΑ σ’ αυτό στη Γαλλία, από τα κινήματα των αμοιβαιότητων και του συνεταιρισμού στην ιστορία του γαλλικού συνδικαλιστικού κινήματος στην εκπαίδευση, από το κίνημα της «Άνοιξης μέσα στο χειμώνα» το ’86, αυτό ενάντια στο SMIC Jeunes το ’94 και εκείνο για την κοινωνική ασφάλιση το ’95 στη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών το ‘86 και των νοσοκόμων το ’88 στη Γαλλία, από την Αλληλεγγύη στην Πολωνία στον «ιταλικό Μάη» και την «Άνοιξη του Πεκίνου», κ.α.. Ιστορίες μέσα στις οποίες συναντάμε και πληθώρα οργανώσεων και φορέων (JAC, MEDEF, CAMIF, Primrose League, CARE, Friends of the Earth, Ligue Contre Le Cancer, DAL, AC!, NAACP, La Conf’, FNSEA, CNJA, SUD, κ.α.) και προσώπων (Pierre Poujade, Massood Ahmed Shah, Αβάς Πιέρ, Jacques Prevert, Leon Bloum, Barry Moris Goldwater, Golda Meir, Leclerc (Philippe de Hautecloque), Alexis Gourvennec, Rodney King, Thilo Bode, κ.α.). Σε όλα τα παραπάνω και σε πολλά περισσότερα στέκεται το δεύτερο μέρος της ελληνικής έκδοσης (επιμέλεια Μαρλέν Λογοθέτη).

leave a comment »

Ėrik Neveu
Κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων
και ιστορίες κινημάτων από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα
Μτφ.-Εισαγ.-Επιμ.: Μαρλέν Λογοθέτη
Πρόλογος: Νίκος Τάτσης, Χρύσα Ζάχου

Το βιβλίο Κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων αποτελεί μια περιήγηση στις θεωρήσεις για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, αλλά και την ιστορία των κινημάτων, από την Αμερική και την Ευρώπη ως την Αφρική και την Ασία, από το μεσαίωνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα.
Για τον Eric Neveu, η ρητορική υποψίας σε σχέση με τα κοινωνικά κινήματα, οι απλές και κατηγορηματικές διαγνώσεις που συνήθως συνοδεύουν τον εν θερμώ σχολιασμό τους, προκύπτουν από την άρρητη ταύτιση του δημοκρατικού μοντέλου αποκλειστικά και μόνο με την εκλογική διαδικασία. Τα κοινωνικά κινήματα όμως είναι σύνθετες πολιτικές διεργασίες, μια σταθερά της κοινωνικής ζωής, σύμφυτη με την έννοια της δημοκρατίας. Εκφράζουν νέες προσδοκίες αλλά και απογοητεύσεις από το δημοκρατικό μοντέλο, όπως αυτό έχει πάρει σάρκα και οστά, δυσπιστία ως προς το κλασικό μοντέλο αντιπροσώπευσης που στηρίζεται στην ανάθεση της εξουσίας στους κυβερνώντες για μεγάλο χρονικό διάστημα, έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας με την οποία οι ειδικοί κάθε είδους θεωρούν ότι μπορούν να υπαγορεύουν αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα, χωρίς να ακούνε τις ομάδες και τα άτομα που αυτές αφορούν. Οι διαφορετικές θεωρήσεις των κοινωνικών κινημάτων δεν πρέπει να οδηγούν σε χλιαρό σχετικισμό: αφήνουν πίσω τους ένα σύνολο ερμηνευτικών εργαλείων που διαμορφώνει μια προοπτική όχι μόνο για την ανάλυση, αλλά και για την πρακτική τους.

Το δεύτερο μέρος της ελληνικής έκδοσης
Ο Érik Neveu αναφέρεται σε μια σειρά από πρόσωπα, γεγονότα, οργανώσεις και φορείς που συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ιστορία [άρα και τη θεωρία] των κοινωνικών κινημάτων: Από το καρναβάλι του 1580 στη Romans στο κίνημα διαμαρτυρίας για την άφιξη στο Παρίσι του στρατηγού Ridgway το 1952, απ’ τα κινήματα για ανεξαρτησία της Ν. Καληδονίας, της Κορσικής, της Αλγερίας και της Κένυας στις εξεγέρσεις στα προάστια των γαλλικών πόλεων, αλλά και στις μητροπόλεις των ΗΠΑ, από το αμερικανικό εργατικό κίνημα στις αρχές του περασμένου αιώνα και αυτό του 1936 στη Γαλλία μέχρι τη «Μάχη της αγκινάρας» το 1960 στη Βρετάνη και την ευρωαπεργία για το κλείσιμο του εργοστασίου της Renault στο Vilvorde το 1997, από το καλοκαίρι της Ελευθερίας το 1964 στα γεγονότα του ’68 στις ΗΠΑ στο Σικάγο, από το κίνημα εναντίον της πυρηνικής ενέργειας στις ΗΠΑ σ’ αυτό στη Γαλλία, από τα κινήματα των αμοιβαιότητων και του συνεταιρισμού στην ιστορία του γαλλικού συνδικαλιστικού κινήματος στην εκπαίδευση, από το κίνημα της «Άνοιξης μέσα στο χειμώνα» το ’86, αυτό ενάντια στο SMIC Jeunes το ’94 και εκείνο για την κοινωνική ασφάλιση το ’95 στη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών το ‘86 και των νοσοκόμων το ’88 στη Γαλλία, από την Αλληλεγγύη στην Πολωνία στον «ιταλικό Μάη» και την «Άνοιξη του Πεκίνου», κ.α.. Ιστορίες μέσα στις οποίες συναντάμε και πληθώρα οργανώσεων και φορέων (JAC, MEDEF, CAMIF, Primrose League, CARE, Friends of the Earth, Ligue Contre Le Cancer, DAL, AC!, NAACP, La Conf’, FNSEA, CNJA, SUD, κ.α.) και προσώπων (Pierre Poujade, Massood Ahmed Shah, Αβάς Πιέρ, Jacques Prevert, Leon Bloum, Barry Moris Goldwater, Golda Meir, Leclerc (Philippe de Hautecloque), Alexis Gourvennec, Rodney King, Thilo Bode, κ.α.).
Σε όλα τα παραπάνω και σε πολλά περισσότερα στέκεται το δεύτερο μέρος της ελληνικής έκδοσης (επιμέλεια Μαρλέν Λογοθέτη).

Written by antiracistes

Ιουλίου 24, 2010 at 6:37 μμ

Διεθνές Συνέδριο για τα 30 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Πουλαντζά

leave a comment »

Ο Πουλαντζάς σήμερα

Διεθνές συνέδριο, 30 χρόνια από το θάνατό του

Παρασκευή 18, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Ινστιτούτο GOETHE Αθηνών (Ομήρου 14-16)

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

10.15-10.30  Έναρξη

Χάρης Γολέμης, διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Α΄ΕΝΟΤΗΤΑ

10.30-12.30

Συντονιστής: Στέλιος Μπαμπάς, κοινωνιολόγος

Κώστας Ελευθερίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών

“Κυρίαρχο μαζικό κόμμα” και “κόμμα καρτέλ”. “Συναντήσεις”  του ύστερου Πουλαντζά με την σύγχρονη θεωρία των κομμάτων

Χρήστος Σίμος, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πουλαντζάς vs Λακλάου:  Η αντιπαράθεση αναφορικά με το κράτος

Δημήτρης Τζανακόπουλος, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αστικό κράτος και επαναστατική στρατηγική

συζήτηση-παρεμβάσεις

12.30-12.45 διάλειμμα

Β΄ΕΝΟΤΗΤΑ

12.45-14.45

Συντονίστρια: Ντίνα Βαΐου, Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο

Χάρης Γολέμης, διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Δέκα χρόνια από το Σιάτλ.  Σκέψεις για τις αντιστάσεις στην «παγκοσμιοποίηση» με βάση το έργο του Πουλαντζά

Ελένη Πορτάλιου, Εθνικό Μετσόβιο  Πολυτεχνείο

Κοινωνικά Κινήματα και η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό

Θανάσης Τσακίρης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πουλαντζάς και κοινωνικά κινήματα: η περίπτωση του εργατικού συνδικαλισμού

συζήτηση-παρεμβάσεις

14.45-16.15 διάλειμμα

Γ΄ΕΝΟΤΗΤΑ

16.15-18.15

Συντονιστής: Κώστας Σταμάτης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Διονύσης Γράβαρης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Στιγμές της έννοιας του κράτους στην μαρξική κριτική της

πολιτικής οικονομίας

Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ο Νίκος Πουλαντζάς και η σύγχρονη ακροδεξιά

Άρης Στυλιανού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Το κράτος στον Πουλαντζά: μια σπινοζική προσέγγιση;

συζήτηση-παρεμβάσεις

18.15-18.30 διάλειμμα

Δ’ ΕΝΟΤΗΤΑ

18.30-20.30

Συντονίστρια: Μαρίκα Φραγκάκη, Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων για μια
Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική

Γιάννης Μηλιός, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ιμπεριαλιστική αλυσίδα.  Ο Νίκος

Πουλαντζάς απέναντι στις θεωρίες του ιμπεριαλισμού

Ηρακλής Οικονόμου, Πανεπιστήμιο της Γάνδης, Βέλγιο

Ο Νίκος Πουλαντζάς και η θεωρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Κωστής Χατζημιχάλης, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Γεωγραφίες του Κράτους: ο Πουλαντζάς στις σημερινές προσεγγίσεις για την οργάνωση του χώρου

συζήτηση-παρεμβάσεις

20.30 -20.45 διάλειμμα

EENOTHTA

20.45-21.45

Συντονίστρια: Ιωάννα Καυτανζόγλου, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Απόστολος Δεδουσόπουλος, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πολιτικές Απασχόλησης και θεωρία του κράτους

Χρήστος Λάσκος, οικονομολόγος

Οι τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό – τριάντα χρόνια μετά

συζήτηση-παρεμβάσεις

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

ΣΤ΄ΕΝΟΤΗΤΑ

10.30-12.30

Συντονίστρια:  Μαρία Καραμεσίνη, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πολιτική εκπροσώπηση και πολιτικές συμμαχίες: ο Πουλαντζάς στην ελληνική συγκυρία

Βασίλης Ρόγγας, πολιτικός επιστήμονας

Η σχετική αυτονομία του στρατού στον συνασπισμό εξουσίας

της μεταεμφυλιακής Ελλάδας

συζήτηση-παρεμβάσεις

12.30-12.45 διάλειμμα

Ζ΄ΕΝΟΤΗΤΑ

12.45-14.45

Συντονιστής: Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δημήτρης Καρύδας, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του  Βερολίνου

Συγκυρία και θεωρία: γιατί και ποιός Πουλαντζάς σήμερα

Γεράσιμος Κουζέλης,  Πανεπιστήμιο  Αθηνών

Ιδεολογία και πραγματικότητα στον Μαρξ: η ανάγνωση του Πουλαντζά

Αριστείδης Μπαλτάς, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Το “πρόγραμμα Αλτουσέρ” και η θέση του Νίκου Πουλαντζά σε αυτό

συζήτηση-παρεμβάσεις

14.45-16.45 διάλειμμα

Η’ ΕΝΟΤΗΤΑ

16.45-18.15

Συντονιστής: Νίκος Πετραλιάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόεδρος του Ινστιτούτου ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ

Τζέϊμς Μάρτιν, Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, Μεγάλη Βρετανία

Η ηγεμονία ως επιχείρημα: σύγκριση του Πουλαντζά με τον Γκράμσι

Άλεξ Ντεμίροβιτς, Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Γερμανία

Η υλιστική θεωρία του κράτους και η διεθνοποίηση του καπιταλιστικού κράτους

συζήτηση-παρεμβάσεις

18.15-18.30 Παρεμβάσεις

Βάλτερ Μπάγιερ, συντονιστής του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εναλλακτικού Προβληματισμού και Πολιτικού Διαλόγου Transform! Europe

Νίκος Πετραλιάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόεδρος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

18.30-19.00 διάλειμμα

19.00-21.30

Στρογγυλό τραπέζι:

Ο Πουλαντζάς ως οργανικός διανοούμενος της αριστεράς

Συντονιστής: Άλκης Ρήγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Κώστας Βεργόπουλος, Πανεπιστήμιο Παρίσι 8

Μάκης Καβουριάρης, Πανεπιστήμιο Παρίσι 8

Μίκαελ Λεβί, Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας  (CNRS),  Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες, (EHESS) Παρίσι

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Πανεπιστήμιο Αθηνών

21.30

Ο Θάνος Μικρούτσικος παίζει στο πιάνο και τραγουδά το «Κακόηθες Μελάνωμα» (1980), σύνθεσή του, σε ποίηση Άλκη Αλκαίου, αφιερωμένη στον Νίκο Πουλαντζά.

Με την ευγενική υποστήριξη του Ινστιτούτου GOETHE

Written by antiracistes

Δεκεμβρίου 13, 2009 at 9:26 μμ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το νέο ένθετο περιοδικό της ΑΥΓΗΣ από αυτή την Κυριακή

leave a comment »

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το νέο ένθετο περιοδικό της ΑΥΓΗΣ από αυτή την Κυριακή

 

 

Από αυτή την   Κυριακή(17/5) κυκλοφορεί μαζί με την ΑΥΓΗ η  περιοδική έκδοση “ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Η πρωτοβουλία αυτή φιλοδοξεί να συμβάλλει ουσιαστικά στη βαθιά γνώση των θεμάτων και χαρακτηριστικών της οικονομίας προκειμένου η   Αριστερά να παρεμβαίνει και να προτείνει  λύσεις. Κύριος  στόχος του η επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών λύσεων στην επικρατούσα  νεοφιλελεύθερη διαχείριση.

Περιεχόμενο του θα είναι η  σφαιρική παρουσίαση  των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων, αλλά και ειδικών  τομέων  της Οικονομίας με αρθρογραφία ειδημόνων του ευρύτερου αριστερού φάσματος. Ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί σε ζητήματα  εργασιακών-ασφαλιστικών δικαιωμάτων που σήμερα αμφισβητούνται. Φιλοδοξούμε το ένθετο αυτό να γίνει όπλο στα χέρια κάθε εργαζόμενου .

Η Συντακτική Επιτροπή

Written by antiracistes

Μαΐου 14, 2009 at 1:19 μμ

Η περίπτωση των ChainWorkers

leave a comment »

Η περίπτωση των Chainworkers

του Θανάση Τσακίρη

«…to our brothers and sisters
who live precariously
and ‘pray’
the great of this world
for their subsistence
their daily work.

Each has a face
Each has a name
But together they constitute
Suffering multitudes
That have been called
The ‘precariat’”

Η εναλλακτικού τύπου οργάνωση των επισφαλώς απασχολούμενων στην Ευρώπη ξεκίνησε ως τέτοια από την Ιταλία. Το βασικό στοιχείο που την διαφοροποιεί από την παραδοσιακή οργάνωση των εργατικών συνδικάτων της λεγόμενης φορντιστικής περιόδου είναι η τάση να ξεπεραστεί η στενή συντηρητική προσκόλληση στα δεδομένα της περιόδου αυτής και να τεθεί σε ριζικότερη βάση το ζήτημα της κριτικής και ανατροπής των εμπορευματικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας στα πλαίσια της λεγόμενης μεταφορντικής περιόδου. Όπως τονίζεται το συνδικαλιστικό κίνημα της φορντικής περιόδου οργανωνόταν στο πλαίσιο του εργοστασίου και ταυτόχρονα «δημιουργούσε ενώσεις αντίστασης, χώρους κοινωνικής συνάθροισης, αμοιβαίας υποστήριξης και αλληλεγγύης».

Η ενσωμάτωση στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας «των γνωστικών, επικοινωνιακών και συναισθηματικών ικανοτήτων των ανθρώπων» δημιουργεί ένα είδος «μη υλικού εργατικού δυναμικού», με την έννοια του εργαζόμενου που είτε εργάζεται μόνο πνευματικά είτε συνδυαστικά»: π.χ. τεχνολόγοι Η/Υ, διαφημιστές, εργαζόμενοι στον εκδοτικό τομέα, ντελιβεράδες κλπ. Το ερώτημα που τέθηκε σε όλον αυτό τον κόσμο που ζει και εργάζεται υπό συνθήκες επισφάλειας, ανεξάρτητα από την πηγή άντλησης του μισθού του (κέρδη κεφαλαίου, δημόσιος προϋπολογισμός κ.ά), ήταν πώς θα μπορέσει να ανταγωνιστεί κοινωνικά και πολιτικά τη νέα κεφαλαιοκρατική τάξη πραγμάτων του μεταφορντικού προτύπου που διαλύει τις παλιότερες μορφές εργασιακών σχέσεων και επιβάλλει τη δημιουργία νέων: μερική και προσωρινή απασχόληση, αυτοαπασχόληση που, συχνά, είναι κρυμμένη μισθωτή εργασία, ενοικίαση εργαζομένων, on-call απασχόληση, εποχιακή εργασία κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, όμως, με την κριτική των νέων σχέσεων εργασίας πρέπει να επιτευχθούν οι στόχοι της απόκτησης δικαιωμάτων για τους επισφαλώς εργαζόμενους (νέοι απασχολούμενοι, μετανάστες, φοιτητές κλπ).

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990-2000 η Μιλανέζικη ομάδα Chainworkers είχε αρχίσει να οργανώνει εργαζόμενους/ες των μεγάλων αλυσίδων εμπορικών καταστημάτων και, κυρίως των καταστημάτων εστίασης τύπου McDonald’s, στους κόλπους της αλλά και σε ανεξάρτητες αυτόνομες ομάδες. Αυτοί οι εργαζόμενοι/ες δεν διέθεταν ούτε καν τα στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα που προβλέπονταν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ζούσαν με μισθούς πείνας, χωρίς ασφάλιση και συχνά χωρίς επαρκή στέγη (κυρίως οι μετανάστε/τριες).

Πέραν αυτών οι περισσότεροι/ες εργαζόμενοι/ες σε αυτούς τους τομείς εργάζονταν υπερεντατικά στο ωράριό τους είτε αυτό ήταν πλήρους είτε μερικής απασχόλησης με αποτέλεσμα την αποξένωσή τους. Η ανάγκη να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους και με το νέου τύπου εργατικό κέντρο που αποτελούσε η συλλογικότητα των Chainworkers οδήγησε τα μέλη της σε καινοτομικές μορφές δράσης και επικοινωνίας που να ανταποκρίνονται σε αυτήν την πραγματικότητα. Οι εργαζόμενοι αυτοί έπρεπε να γίνουν ορατοί τόσο στην Ιταλική όσο και στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή κοινωνία. Γι’ αυτό οι Chainworkers οργάνωσαν την MayDay (Πρωτομαγιά) το 2001. Επρόκειτο για μια «καρναβαλική εκδήλωση» που έλαβε χώρα στους δρόμους του Μιλάνου.

Τι λένε τα ίδια τα μέλη της συλλογικότητας; «Αρχικά ο πυρήνας του κινήματος έθετε το ζήτημα της εργασίας συνολικά και το εξέφραζε με μια ρητορική που υπονοούσε την έλλειψη δύναμης και όχι την ικανότητα παρέμβασης («Stop the Precariat» κλπ.). Στην περίπτωσή μας, το αρχικό χαρακτηριστικό μας ήταν μια έχθρα απέναντι στις αλυσίδες επιχειρήσεων όχι τόσο ως χώρων κατανάλωσης αλλά ως θεσμών. Αλλά ήμασταν πολύ αθώοι επειδή νομίζαμε ότι οι συνθήκες “νέας δουλείας” δεν ήταν προς μίμηση (…) Όμως κάναμε λάθος. Ολόκληρος ο κόσμος της εργασίας κινιόταν προς αυτή την κατάσταση “νέας δουλείας”. Η επισφάλεια, ως έννοια, εμφανίστηκε το 2002, ως μέρος αυτής της συνειδητοποίησης πως δεν γεννιόταν ένα νέο υποπρολεταριάτο ούτε απλώς ένας μηχανισμός εργασίας προς εκμετάλλευση αλλά μια νέα πολύπλοκη κοινωνική σχέση μεταξύ της ζωής και της εργασίας».

Όσον αφορά το νόημα που δίνουν στο όρο της κοινότητας που χρησιμοποιούν πολύ συχνά, οι ίδιοι οι Chainworkers λένε ότι σημαίνει: «Να δημιουργείς συνειδητές σχέσεις αλληλεγγύης, η ικανότητα επικοινωνίας μεταξύ όλων των υποκειμένων της κοινότητας». Η δυνατότητα δημιουργίας αυτόνομης παραγωγής που είναι συνεταιριστική, συνεργατική, οριζόντια (…) Μια κοινότητα αλληλέγγυων ατόμων, φίλων και πάνω από όλα μια κοινότητα που θα καταφέρνει να παράγει και να συνεργάζεται δίνοντας νόημα στην εργασία της».

Η νέα Πρωτομαγιάτικη φεστιβαλική εκδήλωση που καθιέρωσαν έσπασε ένα κλίμα τρομοκρατίας που είχε επιβληθεί από τα κυριαρχούμενα από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ ως επί το πλείστον και που στιγμάτιζαν τους επισφαλείς εργαζόμενους ως περιθωριακούς. Μια εξίσου καινοτομική μέθοδος που χρησιμοποίησαν ήταν αυτή της «πολιτιστικής παρεμβολής» (“culture jamming”) που έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά πετυχημένα κυρίως στις αγγλοσαξονικές κοινωνίες και στη Γερμανία, π.χ. Adbusters. Σκοπός αυτής της πολιτιστικής παρεμβολής ήταν να δοθεί νέο νόημα στην κίνηση αυτή ως αντίθετη και ανταγωνιστική με την κυριαρχία του καθολικισμού που έδινε συντηρητικό νόημα στην έννοια της επισφάλειας. Έτσι επινοήθηκε ο San Precario (Ο Άγιος Επισφαλής).

imagessp1

Αν προσέξουμε καλά στη βάση της εικόνας στα αριστερά θα δούμε τα πέντε «κλειδιά»-συνθήματα και αιτήματα του κινήματος: πρόσβαση στο χρήμα, πρόσβαση στη στέγη, συναίσθημα, δικαίωμα στην επικοινωνία, δικαίωμα στη συγκοινωνία.

Έτσι, λοιπόν, το κίνημα των Chainworkers δείχνει στην πράξη πώς δημιουργείται μια νέα οργανωτική κατάσταση ξεπερνώντας τον παραδοσιακό συνδικαλισμό και δημιουργείται μια νέα κοινωνικο-κινηματική συλλογικότητα με ανανέωση των μορφών εργασιακής οργάνωσης, της τέχνης του κινήματος και των θεσμών του αγώνα.

[1] Απόσπασμα από ποίημα ως εισαγωγή στο Roberge, Gaston, S.J. (Ed.). Cyberbani: Being a Human in the New Media Environment with an Essay on Mediasports by Siddharth Kochar and a Note on Crecarity by Patrice Riemens.[ Way Maria (2007 ) “Book review”. Communication Research Trends. http://www.accessmylibrary.com/coms2/summary_0286-33053635_ITM

[1]Fernandez Maria Cecilia (2005) “From labor precarity to social precarity – Interview”. <http://www.chainworkers.org/node/82&gt;

[1] Για περισσότερες εικόνες μπορείτε να επισκεφθείτε το δικτυακό κόμβο www.youtube.com και να δείτε τα σχετικά βίντεο επί του θέματος.

[1] Βλ. Fernandez M.C. (2005) ο.π.. Τα πλάγια δικά μου.

[1] Peretti Jonah (2001), “Culture Jamming, Memes, Social Networks, and the Emerging Media Ecology. The ‘Nike Sweatshop Email’ as Object-To-Think-With.” http://depts.washington.edu/ccce/polcommcampaigns/peretti.html

και Peretti Jonah (2001) “My Nike Media Adventure”. The Nation.  April 9,2001 http://www.thenation.com/doc/20010409/peretti

Written by antiracistes

Μαΐου 12, 2009 at 7:06 πμ

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ. 1ο ΜΕΡΟΣ

leave a comment »

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ. 1ο ΜΕΡΟΣ

 

του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Σημαντικό πρόβλημα σε μια παγκόσμια οικονομία είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γραφείου και μαζικής  ένταξης στην παραγωγική διαδικασία των προϊόντων και των διαδικασιών της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής που αενάως ανανεώνεται με αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση των θέσεων εργασίας και τις μαζικές απολύσεις, που αφενός θυμίζει την κατάσταση του 19ου αιώνα και αφετέρου μας δείχνει ότι η τάση της εποχής αυτής είναι αντίστροφα με την βιομηχανική εποχή να αποκοινωνικοποιείται η εργασία. Η αλλοτρίωση/αποξένωση των εργαζομένων στη «δικτυακή κοινωνία» είναι προϊόν της «εξατομίκευσης της εργασίας» καθώς η δικτυακή εργασία και εξατομικευτική λογική της αφήνει τους εργαζόμενους μόνους με τους εαυτούς τους. Αν είναι ισχυροί οι εργαζόμενοι δεν έχουν προβλήματα ιδιαίτερα αλλά γίνεται δραματική η κατάσταση όταν δεν διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες ή πέφτουν σε ορισμένες από τις παγίδες του συστήματος (ασθένεια, εθισμοί, ψυχολογικά προβλήματα, έλλειψη στέγασης, ή ασφάλισης υγείας).[1]

Ως αλλοτρίωση ή αποξένωση νοείται να είναι κανείς σε απόσταση από κάτι, σε αντίθεση με κάτι ή σε μια προβληματική σχέση με κάτι. Ο Μαρξ στα πρώιμα γραπτά του διατύπωνε μια σημασία της λέξης «αλλοτρίωση». Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Μαρξ, όταν λέμε ότι είμαστε αλλοτριωμένοι ή αποξενωμένοι αυτό σημαίνει πως ότι δεν έχουμε μια κατάλληλη σχέση ως προς ορισμένα προϊόντα, δραστηριότητες, ανθρώπους ή χαρακτηριστικά στοιχεία της ζωής μας. Έτσι, ουσιαστικά αισθανόμαστε ανικανοποίητοι και δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Το να πετύχουμε τους στόχους μας, τις επιδιώξεις μας και τις επιθυμίες μας σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε μια αρμονική σχέση ως προς αυτά τα πράγματα.

Κατά τον Μαρξ το πρωταρχικό γνώρισμα της ανθρώπινης ζωής είναι η «παραγωγική δραστηριότητα».  Τα ανθρώπινα όντα είναι, κατά τον Μαρξ, τα κατ’ εξοχήν όντα που πρέπει να είναι παραγωγικά, που πρέπει να συνεργάζονται και να αλληλεπιδρούν με τη φύση και τα άλλα ανθρώπινα όντα ώστε να δημιουργούν πράγματα και καταστάσεις για να επιφέρουν αλλαγές στον κόσμο που μας περιβάλλει. Το ειδικό χαρακτηριστικό που αποτελεί την «πεμπτουσία» των ανθρώπινου είδους είναι η παραγωγική ικανότητά του. Έτσι, το να αποξενωνόμαστε από τις είδος μας σημαίνει να απομακρυνόμαστε από τη θεμελιώδη φύση μας ως παραγωγικά όντα. Η παραγωγική ικανότητα των ανθρώπων είναι αναγκαία για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Για τους ανθρώπους, η παραγωγή είναι ουσιαστικά ικανοποίηση. Ουσιαστικά, η παραγωγή είναι κοινωνική δραστηριότητα. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα ζώα, μπορούμε να κάνουμε επιλογές σχετικά με το τι παράγουμε και πώς το παράγουμε. Αυτό είναι σημαντικό γιατί αυτή η ικανότητα μας καθιστά ικανούς να να επιλέγουμε  ποιο θα είναι το είδος της ατομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής να ζήσουμε. 

 

Ο Μαρξ θεωρεί ότι το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης είναι ότι οι άνθρωποι απολαμβάνουν την εργασία που τους προκαλεί και τους κινητοποιεί να δημιουργούν, ολοένα και πιο αποτελεσματικά, περισσότερα και καλύτερα προϊόντα. Όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να κάνουν μια τόσο ωραία δουλειά θα την προτιμήσουν από τη σχόλη. Όμως, στον καπιταλισμό τα πράγματα δεν είναι τόσο ιδανικά. Αντιθέτως, η εργασία θεωρείται αναγκαιότητα και αγγαρεία. Οι εργαζόμενοι δεν είναι ελεύθεροι συνειδητοί κοινωνικοί παραγωγοί αλλά εξαναγκάζονται να δουλεύουν σε δουλειές που δεν τους ευχαριστούν και δεν τους ικανοποιούν και τους φέρνουν σε σύγκρουση με άλλους ανθρώπους. Έτσι, η αλλοτρίωση των εργαζομένων παίρνει τέσσερις μορφές: 1) αποξένωση από τα προϊόντα που παράγουν, 2) αποξένωση από την ίδια την παραγωγική τους δραστηριότητα, 3) απομάκρυνση από την ανθρώπινη ουσία και 4) αποξένωση από τους άλλους ανθρώπους.

 

O Ούγγρος Μαρξιστής Γκέοργκ Λούκατς εισήγαγε την έννοια της ολότητας στη μαρξιστική θεωρία καθώς και την έννοια της πραγμοποίησης. Αναθεώρησε κατά κάποιο τρόπο την κυρίαρχη αντίληψη για τη μαρξιστική θεωρία καθώς υποβάθμισε τον οικονομικό ντετερμινισμό και ανέδειξε εκείνες τις πλευρές του έργου του Μαρξ που αφορούν την αλλοτρίωση και τον εμπορευματικό φετιχισμό αλλά και του Μαξ Βέμπερ για τον εξορθολογισμό. Τόνισε ότι ο αγώνας αφορά το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων και ειδικότερα αυτών μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας που γίνονταν αντιληπτές ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

 

Η αλλοτρίωση, όμως, σύμφωνα με τον Μαρξ, φαίνεται να είναι κοινό χαρακτηριστικό κάθε μορφής μισθωτής εργασίας στον καπιταλισμό. Το ερώτημα που τέθηκε με την κατάργηση ή μείωση των παλιών μορφών εργασίας των τεχνιτών και την ανάπτυξη του εργοστασιακού συστήματος παραγωγής και της τεχνολογικής καινοτομίας είναι το κατά πόσο ορισμένα επαγγέλματα διακρίνονται από την τάση αυτή περισσότερο ή λιγότερο από άλλα. Αυτή η σκέψη οδήγησε έναν άλλο κοινωνιολόγο της εργασίας να εξερευνήσει ορισμένες περιπτώσεις και να ανακαλύψει ότι, όντως, υπάρχουν επαγγέλματα που διαφοροποιούνται από άλλα ανάλογα με το βαθμό αλλοτρίωσης και αποξένωσης. Αρχικά ο Melvin Seeman προσπάθησε να κατασκευάσει ορισμένες μετρήσιμες έννοιες για την αλλοτρίωση:[2]

1.  Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness), δηλαδή η αίσθηση που έχει κανείς πως δεν ασκεί παρά ελάχιστο έλεγχο σε όσα συμβαίνουν γύρω του: «Ό,τι κι αν κάνω, δεν βλέπω διαφορά»

2.  Αίσθηση ανομίας/έλλειψης κανόνων (normlessness), δηλαδή χρήση κοινωνικά μη αποδεκτών μέσων επίτευξης στόχων:  «Το να είσαι ‘καλός’ δεν ωφελεί πια», «Οι ωραίοι είναι πάντα τελευταίοι»”

3.      Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness), αίσθηση αδυναμίας κατανόησης των προσωπικών και των κοινωνικών υποθέσεων:  «Δεν καταλαβαίνω τίποτε πια» «Και ποιο είναι το νόημα όλων αυτών;»

4.       Πολιτισμική αποξένωση (cultural estrangement), δηλαδή απόρριψη των ισχυουσών αξιών και προτύπων:  «Οι πολιτισμικές αξίες μου δεν είναι δικές μου» «Και τι πάει να πει ‘επιτυχία’ στο κάτω-κάτω της γραφής;»

5.  Αυτό-αποξένωση (self-estrangement), ενασχόληση με δραστηριότητες χωρίς ουσιαστική ανταμοιβή και ικανοποίηση:  «Η δουλειά μου δεν μου λέει πολλά πράγματα» Αυτά που μαθαίνω στο σχολείο είναι άσχετα»

6.      Κοινωνική απομόνωση (social isolation), δηλαδή αίσθηση αποκλεισμού ή απόρριψης: «Είμαι μόνος» «Δεν κολλάω με τους άλλους» «Κανείς δεν με επισκέπτεται πια» 

7.       

Στους χώρους δουλειάς επικρατούν η αίσθηση αδυναμίας και η αυτοαποξένωση, όπως έχουν δείξει έρευνες του Seeman. Η έντονη ικανοποίηση τείνει να σχετίζεται θετικά με το ουσιαστικό ενδιαφέρον που προκαλεί η εργασία, το βαθμό ελέγχου πάνω στην εργασία, τα επίπεδα αμοιβών και οικονομικής ασφάλειας και με τις ευκαιρίες κοινωνικής συνεργασίας και διάδρασης. Οι άνθρωποι που νοιώθουν ότι ελέγχουν την εργασία τους τείνουν να είναι λιγότερο αυταρχικοί, λιγότερο αυτό-επικριτικοί, λιγότερο μοιρολατρικοί και λιγότερο κομφορμιστές από πλευράς ιδεών ενώ έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση και πιο υπεύθυνοι από πλευράς ηθικότητας.[3]  Τη δουλειά του Seeman ανέλαβε να προωθήσει ο R. Blauner επιχειρώντας να συνδέσει διαφορετικές μορφές και βαθμούς αλλοτρίωσης με διαφορετικά επαγγέλματα και κλάδους.[4]

 

Ερεύνησε τέσσερις κλάδους παραγωγής και τη συσχέτιση της εξαρτημένης μεταβλητής της αλλοτρίωσης με την ανεξάρτητη μεταβλητή που είναι η τεχνολογία. Έτσι, διαπίστωσε ότι στην βιομηχανία των εκτυπώσεων η βιοτεχνική τεχνολογία που χρησιμοποιείτο έδινε τη δυνατότητα στους τυπογράφους να συνεργάζονται με τους συναδέλφους τους σε ομάδα τεχνιτών που ξεκινούσαν την επαγγελματική τους καριέρα από νεαρή ηλικία. Στην κλωστοϋφαντουργία η τεχνολογία ήταν κάπως περίπλοκη και οι εργάτες έπρεπε να έχουν κάποιες δεξιότητες χειρισμού τους.  Οι εργάτες στις αυτοκινητοβιομηχανίες ήταν πολύ διαφορετική περίπτωση από πλευράς κοινωνικών εμπειριών. Η έλλειψη απαιτήσεων σε δεξιότητες οδηγούσε στη συγκρότηση ενός σώματος εργατών που δεν διέθεταν παρά ελάχιστες δυνατότητες εργασιακής αυτονομίας, όπως οι τυπογράφοι. Βρίσκονταν στο έλεος των ρυθμών της αλυσίδας παραγωγής. Τέλος, στη χημική βιομηχανία η καινοτομική τεχνολογία απαιτεί έναν υψηλό βαθμό ατομικής ευθύνης από τον εργαζόμενο ενώ οι συνήθως ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες για την ευημερία του κλάδου (επέκταση αγορών και προϊόντων, υψηλή κερδοφορία) δημιουργούσαν συχνά υψηλό βαθμό ικανοποίησης από την άποψη των μισθολογικών και ασφαλιστικών διεκδικήσεων. Έτσι, δημιούργησε τον παρακάτω πίνακα:[5]

 

Αλλοτρίωση

Ορισμός/Βασικά μέτρα

Μη αλλοτρίωση

Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness)

Έλλειψη ελευθερίας και ελέγχου / ελευθερία φυσικής και κοινωνικής κίνησης

Ελευθερία και έλεγχος

Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness)

Έλλειψη κατανόησης και σκοπού / υποδιαιρεμένα και περιορισμένα εργασιακά καθήκοντα

Κατανόηση και σκοπός

Κοινωνική απομόνωση

Έλλειψη αίσθησης του ανήκειν και αναγνώρισης-ταύτισης

Ανήκειν και ταυτότητα

Αυτο-αποξένωση (self-estrangement)

Έλλειψη συμμετοχής και εκπλήρωσης/εργαλειακή στάση και βαρεμάρα

Συμμετοχή και αυτοέκφραση

 

Έτσι, λοιπόν, σχέση αιτίου (τύπου τεχνολογίας) και αιτιατού (μορφή αλλοτρίωσης) παρεμβαίνουν τρεις μεταβλητές. Πρώτα απ’ όλα, οι διαφορές στην κατανομή της εργασίας ή στην έκταση της υποδιαίρεσης των εργασιακών καθηκόντων. Δεύτερη μεταβλητή είναι ο τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, κατά πόσο, δηλαδή, ένας κλάδος οργανώνεται σε παραδοσιακή (προσωπικοί δεσμοί) βάση ή σε γραφειοκρατική (απρόσωποι δεσμοί) βάση. Τρίτη μεταβλητή είναι η οικονομική δομή ενός κλάδου και ιδιαίτερα η οικονομική επιτυχία ή αποτυχία του. Ο παρακάτω πίνακας[6] δείχνει αυτό το σχήμα των μεταβλητών:

 

Ανεξάρτητη μεταβλητή

>

Παρεμβάλλουσες μεταβλητές

>

Εξαρτημένη μεταβλητή

Τεχνολογία

>

Καταμερισμός εργασίας

Κοινωνική οργάνωση

Οικονομική δομή

>

Αλλοτρίωση

 

Ο παρακάτω πίνακας δίνει τη συσχέτιση του τύπου τεχνολογίας με τιο βαθμό αλλοτρίωσης:[7]

 

 

Βαθμός αλλοτρίωσης (εξαρτημένη μεταβλητή)

Τύπος τεχνολογίας (ανεξάρτητη μεταβλητή)

Αίσθηση αδυναμίας (powerlessness)

Αίσθηση απουσίας νοήματος (meaninglessness)

Κοινωνική απομόνωση

Αυτο-αποξένωση (self-estrangement)

Βιοτεχνική τεχνολογία (τυπογραφία)

Χαμηλή

Χαμηλή

Χαμηλή

Χαμηλή

Μηχανική εργασία (κλωστοϋφαντουργία νοτίων ΗΠΑ)

Υψηλή

Υψηλή

Χαμηλή

Υψηλή

Αλυσίδα παραγωγής (αυτοκινητοβιομηχανία)

Υψηλή

Υψηλή

Υψηλή

Υψηλή

Τεχνολογία διαδικασιών (χημική βιομηχανία)

Χαμηλή

Χαμηλή

Χαμηλή

Χαμηλή

 

Οι τυπογράφοι ίσως είναι οι πιο ικανοποιημένοι από όλους τους παραπάνω κλάδους. Η βιοτεχνική τεχνολογία τους συνδυάζεται με ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και παραδοσιακά ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Είναι σχετικά ειδικευμένοι μετά από μακρόχρονη μαθητεία συχνά στον ίδιο το χώρο εργασίας που είναι μικρός σε μέγεθος. Ως αποτέλεσμα οι εργάτες αυτοί θεωρούν ότι η δουλειά τους έχει νόημα, είναι πρόκληση για συμμετοχή στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της, και έτσι ταυτίζονται με το επάγγελμα. Οι κλωστοϋφαντουργοί δεν έχουν ιδιαίτερη εξειδίκευση και δεξιότητες, η δε δουλειά τους είναι ανιαρή και μη ενδιαφέρουσα. Στις μικρές κοινότητες των Νότιων Πολιτειών των ΗΠΑ όπου έγινε η έρευνα του Blauner η ενασχόληση με τις οικογενειακές και τις ενοριακές υποθέσεις αντιστάθμιζε τη ρουτίνα της εργασιακής δραστηριότητας στα εργοστάσια και την έλλειψη συνδικαλιστικής κίνησης.[8] Το αρχέτυπο της κοινωνιολογίας για την αλλοτρίωση ήταν πάντοτε οι εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η εργασία στην αλυσίδα παραγωγής αφορά μια σειρά έντονα συγχρονισμένων απλών επαναλαμβανόμενων καθηκόντων ο ρυθμός των οποίων καθορίζεται από τρίτους. Η εργασία αυτή ουσιαστικά απαιτεί καλή σωματική κατάσταση αλλά δεν έχει διανοητικές απαιτήσεις. Η τυποποίηση, η γραφειοκρατική οργάνωση λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων, το μεγάλο μέγεθος των εργοστασιακών εγκαταστάσεων, η ομογενοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, οι περιορισμένες ευκαιρίες προαγωγής, και η εξατομίκευση των καθηκόντων αποτελούν σημαντικότατους παράγοντες πρόκλησης της τέλειας αλλοτρίωσης, αποξένωσης και απομόνωσης. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν δεν έχουν ως  αποτέλεσμα μόνο τη μονοτονία και την άκρως λεπτομερειακή  οργάνωση της παραγωγής αλλά την ανάπτυξης μιας εντελώς εργαλειακής αντίληψης για τη δουλειά. Οι εργαζόμενοι στη χημική βιομηχανία λειτουργώντας σε συνθήκες διαρκούς τεχνολογικού ανασχεδιασμού και οργανωτικού μετασχηματισμού έδειξαν το χαμηλότερο βαθμό αλλοτρίωσης. Η τεχνολογία του κλάδου επιτρέπει να αναπτύσσει ο εργαζόμενος τη δική του πρωτοβουλία και αίσθημα ευθύνης και σε συνδυασμό με την πολύ καλή οικονομική κατάσταση του κλάδου η ικανοποίηση των εργαζομένων είναι υψηλή.

 

 Συνεχίζεται…


[1]Castells, Manuel (1999) End of Millennium, Vol. 3 of The Information Age, Oxford: Blackwell.

[2] Βλ. Seeman M. (1959) “On the meaning of alienation”  American Sociological Review. 24 (6), σελ. 783-91

[3] Spenner, Kenneth (1988) “Social Stratification, Work and Personality.” Annual Review of Sociology 14:69-97.

[4] Blauner Robert (1964) Alienation and Freedom: The Factory Worker and His Industry.  Chicago, Ill.: University of Chicago Press.

[5] Bλ. Edgell Stephen (2006) The Sociology of Work. Thousand Oaks, CA and London, UK: Sage, σελ. 32

[6] Ibid, σελ. 33

[7] Ibid, σελ. 34

[8] Ενδιαφέρουσα είναι η παρουσίαση τέτοιας περίπτωσης στην ταινία Norma Rae (1979) που διηγείται την ιστορία μιας γυναίκας σε μια τέτοια μικρή «εταιρική» πόλη των νότιων ΗΠΑ. Η Νόρμα ρέι Γουέμπστερ εργάζεται κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο υπό άθλιες συνθήκες αλλά τις αντιπαρέρχεται επειδή ασχολείται με τα μέλη της οικογένειάς της που έχουν προβλήματα υγείας λόγω ανθυγιεινής εργασίας  στο κλωστοϋφαντουργείο. Στην πόλη καταφθάνει ένας συνδικαλιστής-οργανωτής για να οργανώσει τους εργάτες και τις εργάτριες σε συνδικάτο. Μετά την ομιλία του εκδιώκεται από την πόλη αλλά η Νόρμα εμπνεύστηκε από την ομιλία και άρχισε να δραστηριοποιείται παρά την σύγκρουση με την οικογένειά της για τη διενέργεια εκλογών στο εργοστάσιο για την οργάνωση και αναγνώριση συνδικάτου. Μετά από μερικές ημέρες η Νόρμα σταματάει τη μηχανή της και στέκεται πάνω της κρατώντας μια πικέτα με τη λέξη ΑΠΕΡΓΙΑ.  Σύντομα όλοι/ες οι εργάτες/τριες ακολουθούν το παράδειγμά της και ιδρύουν το συνδικάτο. Βλ. Giroux Henry (2002) Breaking in the Movies: Film and the Culture of Politics. Molden, MA: Wiley-Blackwell, σελ. 19-28.

Written by antiracistes

Απριλίου 30, 2009 at 9:39 πμ

Η εποχή των…μετά Νο. 2 (Author’s Cut)

leave a comment »

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ … «ΜΕΤΑ»
ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Ι) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Η εργασία αυτή εκπονήθηκε κάτω από ιδιαιτέρως περίεργες και αντίξοες συνθήκες. Ο αρχικός μου στόχος ήταν να μελετήσω κάποιες κινηματογραφικές ταινίες της τελευταίας εικοσαετίας που, κατά τεκμήριο, απεικονίζουν, άμεσα ή έμμεσα, πλευρές της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Η προβληματική της εργασίας προσεγγίζει τη θεματική της σειράς μαθημάτων του σεμιναρίου πολιτικής επιστήμης του τετάρτου εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος πολιτικής επιστήμης και κοινωνιολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ευρύτητα της θεματικής που περιλαμβάνει την εξέταση των νέων κοινωνικό – πολιτικό -πολιτισμικών πραγματικοτήτων που διαμορφώθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά την πετρελαϊκή και γενικότερη οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1973 και με νέα ένταση συνεχίζεται μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του (αν)υπαρκτού σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης δεν επιτρέπει την πλήρη κάλυψή της από τις σελίδες μιας τέτοιου τύπου εργασίας. Γι’ αυτό επέλεξα να μελετήσω απλώς κάποιες “σεκάνς” από όλο αυτό το “σκηνικό”. Οι τρεις ταινίες στις οποίες κατέληξα τελικά προέρχονται από τρεις χώρες με κοινωνικό – οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες τέτοιες που προσφέρονται για συγκριτικές αναλύσεις : Η.Π.Α., Γαλλία και Ο.Δ. Γερμανίας [1]. Όμως η στοιχειώδης κριτική προσέγγιση των τριών ταινιών προϋποθέτει τη μελέτη βασικών θεωρητικών κειμένων που αναφέρονται στις διαμορφούμενες νέες κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Για ευνόητους λόγους μεθοδολογίας απέφυγα να εμπλακώ και στη συζήτηση για τη θεωρία του κινηματογράφου και στο βαθμό που μόνο για ορισμένες “σεκάνς” θα γίνει λόγος. Οι δύσκολες και περίεργες συνθήκες δεν έχουν μόνο να κάνουν μόνο με τις θεματικές της εργασίας και του σεμιναρίου. Σχετίζονται και με την ίδια την προσωπική μου συγκρότηση και τον προσωπικό μου τρόπο ζωής και επαγγελματικής απασχόλησης. Από τη μια έχοντας απορρίψει τις λεγόμενες “μεγάλες θεωρίες” που διεκδικούν το δικαίωμα να εξηγήσουν παν επιστητό και συνεπώς την πρόταξη κάποιας μαγικής συνταγής για την επίλυση κάθε κοινωνικού και πολιτικού προβλήματος, στέκομαι, αναγκαστικά, στην αρχή μιας διαφορετικής, μη γραμμικής, πορείας αναζήτησης ερμηνειών που να σχετικοποιούν τις ουσιοκρατικές μεθοδολογίες. Δεν απαγορεύεται βέβαια η προσπάθεια γενίκευσης που πρέπει όμως να ελέγχεται θεωρητικά και πρακτικά. Συνεπώς, η εργασία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη μιας μακρόχρονης μελλοντικής σειράς προσπαθειών και αποπειρών μου να διεισδύω όλο και περισσότερο δημιουργικά και σε βάθος στο σώμα της θεωρίας και πράξης της πολιτικής κοινωνιολογίας. Από την άλλη οφείλω να τονίσω ότι κι εγώ δεν είμαι παρά ένα προϊόν της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας και των μεταβολών που προσπαθώ να ερμηνεύσω. Η επαγγελματική μου θέση, η κοινωνική μου ζωή και οι “υποχρεώσεις” της, η πολιτική και συνδικαλιστική μου δραστηριότητα, οι απόψεις, οι αντιλήψεις και νοοτροπίες που, κριτικά ή άκριτα, έχω αποδεχθεί, οι καταναλωτικές μου προτιμήσεις, ο τρόπος ζωής μου, οι πολιτισμικές μου αναφορές κλπ. επιδρούν και αυτές με τη σειρά τους στον α΄ή β΄ βαθμό στον προσδιορισμό των θέσεών μου. Με μια έννοια, το “ορθολογικό υποκείμενο” του συγγραφέα – καθολικού διανοούμενου που δεν επηρεάζεται από το περιβάλλον του δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Έτσι το θεωρητικό puzzle στο οποίο αναφερόμαστε δεν πρόκειται μάλλον να ολοκληρωθεί ποτέ. Για το λόγο ετούτο και θα αρκεστώ στο να “μαζέψω” μήπως και μπορέσω να τοποθετήσω τα επιστημονικά μου κιάλια έτσι ώστε να καταφέρω να εστιάσω τους φακούς τους αργότερα και να εντοπίσω κάποιες πιο συγκροτημένες καταστάσεις που μου διαφεύγει το σχήμα τους σήμερα.

Ένα ερώτημα που τίθεται επί πλέον είναι το εξής : «Μα καλά, πες πως βρήκες τα κομμάτια του puzzle που αναζητάς & δεν χρειάζεσαι, τρόπον τινά, και μια “συγκολλητική ουσία” που να συγκρατεί τα κομμάτια, όσα βρέθηκαν, για να μην διαλυθεί το puzzle στα εξ ων συνετέθη και μαζί μ’ αυτό και η όποια, έστω και όχι και τόσο υψηλής ευκρίνειας, εικόνα καταφέρνεις να “ζωγραφίσεις” ως τώρα ;». Ούτε και σ’ αυτό το μεθοδολογικό ερώτημα είναι τόσο εύκολη ή και αυτονόητη η απάντηση, πόσο μάλλον οριστική άμα δοθεί. Η μοναδική προσωρινή απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι η εξής : ξεκινώ από μια – όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ – μαρξιστική μεθοδολογία που αναφέρεται στον ιστορικό χαρακτήρα των κοινωνικών συγκρούσεων. Θεωρώ, λοιπόν, ότι καθώς μελετώ τις διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές δομές είμαι υποχρεωμένος να δίνω πάντα τις ιστορικές και συγκριτικές διαστάσεις αυτών των δομών και τη μεταβολή τους μέσα στο χρόνο. Με άλλα λόγια, από τη χρονική στιγμή που οι δυτικές κοινωνίες εισήλθαν στο ιστορικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες της κάθε μιας. Από τη δική μου σκοπιά εκείνο που θέλω να καταγράψω μέσα από τη συζήτηση αυτή και να ξεχωρίσω μέσα από τις διάφορες “σεκάνς” είναι ότι ο καπιταλισμός, τροποποιούμενος με βάση τις χωρικές και χρονικές μεταβολές, παραμένει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και ιδιοποίησης του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Το βασικό του χαρακτηριστικό, δηλαδή η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με κινητήρια δύναμη την παραγωγή υπεραξίας, δεν έχει τροποποιηθεί.

Είναι αυτό το κοινό, πολύχρωμο όμως, νήμα που συνδέει μεταξύ τους τη “θεά”, τον “άγγελο” και το “παλικάρι” ;

ΙΙ) ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΥΔΡΟΧΟΟ Ή ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ “ΜΕΤΑ”;
ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΨΙΜΑΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

«Ο νέος είναι ωραίος, μα ο παλιός είναι αλλιώς». Ένα ρητό που παλιότερα το ερμηνεύαμε μόνο στα πλαίσια των συμφραζομένων του λόγου της καθημερινότητας των στρατιωτών. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να σκύψουμε πάνω σε μια “νέα εικόνα” και να προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε χρησιμοποιώντας πολλές φορές “νέα”, και “άγνωστα” μέχρι τώρα, κριτήρια. Ένας από τους παράγοντες που αποτελούν κριτήριο ανάγνωσης αυτής της νέας “πραγματικότητας” την οποία όλοι και όλες αναγνωρίζουμε πως υφίσταται είναι ο παράγοντας χρόνος και η σημασία του για την κατανόησή της. Η Agnes Heller τονίζει ότι τόσο το μέλλον όσο και το παρελθόν, παρά την απέραντη διαφορετικότητά τους, συμπυκνώνουν σε μια στιγμή το χρόνο [2]. Μια από τις ερμηνείες που μπορούν να δοθούν για την παρατήρηση αυτή είναι ότι η στιγμή, το παρόν που βιώνουμε, είναι τμήμα μιας διαδικασίας μετάβασης, προς κάποιες “νέες εποχές” που κουβαλάνε πάνω τους στίγματα ενός κοινωνικού, ιστορικού παρελθόντος από το οποίο η διαφυγή είναι, όχι βέβαια αδύνατη, αλλά βασανιστική. Όσο γρήγορες και επιταχυνόμενες και αν είναι οι ενδιάμεσες αλλαγές και ανατροπές, τόσο οι αντιστάσεις και οι ενστάσεις δυναμώνουν και φουντώνουν. Το παρελθόν αξιολογείται με μύριες όσες μορφές, που καταλαμβάνουν όλες τις θέσεις και τα άκρα ενός φάσματος θετικών και αρνητικών αξιολογήσεων. Ίσως αυτό υπονοείται στη θέση του Barry Smart ότι οι “νέες εποχές” στις οποίες τυχαίνει να ζούμε εμπεριέχουν παλιές σκοτούρες, οικείες κι αναγνωρίσιμες προοπτικές και δυνατότητες καθώς και τέρψεις πάσης φύσεως [3]. Μια ιδέα που είναι αναγνωρίσιμη και αρκετά παλιά : εγγενές στοιχείο της νεoτερικότητας είναι η ίδια η μεταβατικότητα σε νέες εποχές [4].

To ερώτημα όμως που τίθεται είναι το κατά πόσον, σ’ αυτή τη μεταβατική εποχή, βιώνουμε την αλλαγή του κοινωνικό – οικονομικού συστήματος και, κατά συνέπεια, του πολιτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, οι αλλαγές που, πράγματι, σημειώνονται σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από το νομικό πλέγμα των εργασιακών σχέσεων, δηλαδή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εργαζομένων βάσει της εργατικής νομοθεσίας που είναι άμεσο προϊόν συμβιβασμών στα πλαίσια της ταξικής πάλης, τους τρόπους κεφαλαιακής συσσώρευσης και τις τεχνολογικές συνιστώσες της παραγωγής, έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του καπιταλισμού ως κοινωνικό – οικονομικού συστήματος ; Ή μήπως πρόκειται για ριζικές μεταβολές που ενισχύουν τον καπιταλισμό και που τον νομιμοποιούν εκ νέου, τροποποιώντας τους πολιτικούς τύπους και τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τις μεταβολές αυτές ;

Η συζήτηση αρχίζει από παλιά. Αν λάβουμε υπόψη μας δυο συγγραφείς της φιλελεύθερης, εν γένει, παράδοσης θα διαπιστώσουμε ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950-60 έχει αρχίσει να γίνεται λόγος για τη μετανεοτερική εποχή. Οι Α. Toynbee και D.Bell συνειδητοποιούν ότι κάτι αλλάζει στον κοινωνικό ορίζοντα και προσπαθούν να το περιγράψουν. Το άγχος του Toynbee για τη σταθερότητα των μεσοαστικών αξιών και της κυριαρχίας του αντίστοιχου αμερικάνικου τρόπου ζωής είναι φανερό [5]. Aυτό που ο ίδιος θεωρεί νεοτερικότητα, δηλαδή ο εργαλειακός λόγος [6] και οι συμπαραδηλώσεις του κινδυνεύουν από τη φρενήρη ανάπτυξη και τους τρελούς ρυθμούς της τεχνολογικής αλλαγής που επιταχύνεται σε καθημερινή βάση υπό την αιγίδα όχι μόνον της καπιταλιστικής επιχείρησης αλλά και του κράτους. Ο Toynbee βλέπει στην ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη και, εν μέρει, στη Βόρεια Αμερική, ένα διάπλατα ανοιχτό παράθυρο από το οποίο οι μάζες θα εισβάλλουν στον κόσμο της μεσοαστικής τάξης. Η αμφισβήτηση της νεοτερικότητας άρχισε, κατ’ αυτόν, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αποκαλείται ως ο πρώτος μετανεοτερικός πόλεμος. Η Σοβιετική Επανάσταση αντιπροσωπεύει, πάλι κατ’ αυτόν, την πρώτη μαζική επίθεση κατά της νεοτερικότητας όπως την όρισε. Η μεσοαστική τάξη του δεν φαίνεται να γνωρίζει πια την εποχή στην οποία ζει και αναπνέει, είναι μια εποχή που η ηγεμονία της φθίνει. Σε ένα πιο απαισιόδοξο τόνο ο D.Bell μιλά για τη μεταβιομηχανική κοινωνία που αντιπροσωπεύει την παρακμή του αστικού νεοτερικού πολιτισμού όπως εκφράστηκε στο βιομηχανικό ορθολογισμό. Οι πολιτισμικές αντιθέσεις του καπιταλισμού είναι τέτοιες που θα προκαλέσουν την αποσύνθεση αυτής της βιομηχανικής ορθολογικότητας και κοινωνίας. Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της νεοσυντηρητικής σκέψης του Βell. Eστιάζοντας το βλέμμα του ιδιαίτερα στο χώρο της τέχνης, υποστηρίζει πως αυτή έχει υπονομεύσει την ηθικότητα του προτεσταντικού βιομηχανικού πνεύματος και πως η πουριτανική ηθική της εργασίας δίνει τη θέση της στην ηδονιστική αναζήτηση νέων αισθήσεων, εντυπώσεων και ικανοποιήσεων για λογαριασμό ενός ανεμπόδιστου κι ελεύθερου δεσμεύσεων και υποχρεώσεων “εγώ” [7]. Ο M. Featherstone τονίζει στην κριτική του ότι ο Βell υπερεκτιμά το ρόλο των πεποιθήσεων που απορρέει και από την υπερβολική έμφαση που δίνει στην παρουσία της τέχνης ως αποσταθεροποιητικής λειτουργίας της κοινωνικής ζωής χωρίς από τη μια αντιλαμβάνεται τις ίδιες τις πρακτικές της εμπορευματοποίησης της τέχνης που εντάσσουν μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος όποιες αντίπαλες προς αυτό κριτικές και από την άλλη την επιδίωξη πολλών από αυτούς τους κριτικούς αντιπάλους ιδιαίτερα του χώρου της τέχνης και της διανόησης να παίξουν ταυτόχρονα το δικό τους ανατρεπτικό παιχνίδι αλλά και το παιχνίδι στο τερραίν της εμπορευματοποίησης.

Στα πλαίσια μιας, πιο νεότερης σχετικά, συζήτησης στη δεκαετία του ‘80 τίθενται επί τάπητος όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής κοινωνίας όπως τη γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα. Ο Umberto Eco σημειώνει τρεις χαρακτηριστικές πλευρές της νέας εποχής : την αποδιάρθρωση των συστημάτων που διατηρούσαν την ειρήνη και την τάξη [8], τη μεσαιωνοποίηση της πόλης, δηλαδή τη δημιουργία μιας πόλης με μικροκοινωνίες, θύλακες μειονοτήτων, συγκρούσεις και κατατμήσεις / θρυμματισμός του κοινωνικού σώματος με κοινωνικά αιτήματα την ασφάλεια και προστασία, και την καθολική εμπέδωση ενός κλίματος “ρίσκου” σε συνδυασμό με την πλήρη εμπορευματικοποίηση της ύστερης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Ο νεομεσαίωνας είναι, κατά τον Eco, η ονομασία που πρέπει να δώσουμε στα συμπτώματα ανασφάλειας που προκαλούνται από τις αρνητικές συνέπειες των αφηρημένων συστημάτων γνώσης και της συγκεκριμένης τους εφαρμογής στην τεχνολογία : μόλυνση περιβάλλοντος, παραγωγή δηλητηριωδών και επικίνδυνων άχρηστων προϊόντων, εξαφάνιση αγρίων ζώων κλπ. Η συλλογική και ατομική στρατηγική που προτείνει είναι η προσαρμογή στην κουλτούρα της συνεχούς αναπροσαρμογής.

Την ερμηνεία της λέξης “ρίσκο” επιχείρησε να ξεκαθαρίσει ο Ulrich Βech για να την εντάξει στο σώμα της δικής του θεωρία περί “ανακλαστικού εκσυγχρονισμού” [9]. Kατά την άποψή του η νεωτερικότητα και η εποχή της είναι πράγματα ξεχασμένα. Δημιουργείται με τρόπο πρωτότυπο μια νέα εποχή, μια “εποχή χωρίς όνομα” ακόμα αβάπτιστη. Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται από τον ανακλαστικό εκσυγχρονισμό ιδίως στην περιοχή της βιομηχανικής δύσης όπου η νεοτερικότητα είχε λάβει τη μορφή ενός αυτονομημένου εκσυγχρονισμού-ορθολογισμού. «Ο ανακλαστικός εκσυγχρονισμός ανοίγει τη δυνατότητα μιας δημιουργικής (αυτο)καταστροφής μιας ολόκληρης εποχής, της βιομηχανικής. ” Υποκείμενο ” αυτής της δημιουργικής αυτής της δημιουργικής καταστροφής δεν είναι η κρίση, αλλά η νίκη του δυτικού εκσυγχρονισμού. Αυτή η θεωρία αντιστέκεται στη θεωρία περί τέλους της κοινωνικής ιστορίας – και, όπως ελπίζω, την αναιρεί» [10]. Συνεπώς, το “ρίσκο” αναφέρεται στη δυνατότητα μιας πολιτικής θεωρίας της γνώσης της νεοτερικότητας που γίνεται αυτοκριτική. Η βιομηχανική κοινωνία αναγνωρίζει τους κινδύνους της περιόδου του αυτονομημένου εκσυγχρονισμού, ασκεί την αυτοκριτική της και μεταρρυθμίζεται ως κοινωνία του ρίσκου, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενεργών πολιτών. Με αυτήν την έννοια έχουμε να κάνουμε με μια διαφορετική ματιά πάνω στο παρελθόν.

H εκλεκτική στροφή στο παρελθόν, όχι όμως με την έννοια της κατανοούσας ιστοριογραφίας ή κοινωνιολογίας, είναι ένα χαρακτηριστικό της νέας τάξης πραγμάτων του μετανεοτερικού κόσμου. Ο Frederic Jameson θα μιλήσει για το φαινόμενο του “μιμητισμού” (pastiche) [11] περασμένων αισθητικών προτύπων ξεπερνώντας ακόμη και την παρωδία τους στο βαθμό που αυτή συσχετιζόταν άμεσα με το αυθεντικό αισθητικό πρότυπο και, μ’ αυτήν την έννοια, εντασσόταν στα πλαίσια της νεοτερικότητας. Το νέο στοιχείο που ο Jameson προσθέτει είναι ο “”θάνατος του υποκειμένου” στην εποχή των μεγάλων επιχειρήσεων και της δημογραφικής επέκτασης. O D.Kellner [12] θεωρεί ότι η ταυτότητα ενός υποκειμένου σήμερα γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη και ασταθής, με αποτέλεσμα να θεωρείται μύθος και αυταπάτη. Ο Mike Featherstone κάνει λόγο για το φαινόμενο της “αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής” [13] που περιλαμβάνει τα υπο-φαινόμενα της διάβρωσης των ορίων υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, τέχνης και καθημερινής ζωής, της μετατροπής της ζωής σε έργο τέχνης, της έντονης ροής σημείων και εικόνων που διαπερνούν το οικοδόμημα της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη κοινωνία, δείγματα των οποίων συναντά κανείς και στα έργα συγγραφέων που αναφέρονται στην περίοδο της ίδιας της νεοτερικότητας – αν μπορούμε να ορίσουμε μια αρχή της και ένα τέλος της, βέβαια – όπως πχ οι C.Baudelaire [14], G.Simmel [15], W.Benjamin [16] και J. Ηabermas [17]. Μια από τις προσφερόμενες ερμηνείες, που προσφεύγει ήδη στο Μεσαιωνικό καρναβάλι, άρα σε προ-νεοτερική εποχή, για να εξηγήσει το φαινόμενο της “αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής” είναι αυτή των P. Stallybrass και A. White [18] περί της συμβολικής σημασίας του “γκροτέσκου Άλλου” που εντάσσει αυτό το, αποκλεισμένο από το σύστημα σχηματισμού ταυτότητας, “Άλλο” των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων και μαζών στα πλαίσια της παραγωγής ονείρων και ιδεατών μοντέλων, δηλαδή αποκτά την δική του θέση ως “αντικείμενο επιθυμίας”. Μέσα από τη διαδικασία της ανάπτυξης της εμπορευματικοποίησης και της επικράτησης της βιομηχανικής ορθολογικότητας αυτή η, σχετικά, ανατρεπτική εκδήλωση μετατρέπεται σε οργανωμένη δραστηριότητα που εντάσσει εντός ορίων την επιθυμία. Στη μετανεοτερική περίοδο βλέπουμε καθαρά το ρόλο πολυεθνικών πια εταιρειών να “οργανώνουν την αποδιοργάνωση” : η περίπτωση Disneyland είναι ενδεικτική της έννοια της οργανωμένης αποδιοργάνωσης. Το φαντασιακό Άλλο είναι πια μια γλυκιά εμπορευματικοποιημένη διαδικασία που κρατάει τους κινδύνους εντός πλαισίων. Η ίδια μέσες- άκρες διαδικασία είναι αυτή των πανηγυριών, των συναυλιών, των θεαμάτων, των θεματικών πάρκων, των υπερκαταστημάτων – εμπορικών κέντρων (malls) και, πάνω απ’ όλα, του τουρισμού.

ΙΙΙ) ΤΗΕ WAY WE WERE VS BREAKING THE WAVES Ή ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΝΤΙΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΥΣ.

Όσα αναφέρθηκαν ως τώρα δεν μπορούν να αποκοπούν από τις εξελίξεις στο σκέλος της οικονομίας. Η οικονομική ιστορία της νεοτερικότητας και η ερμηνεία της μετανεοτερικότητας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένες. Η συζήτηση οφείλει να περιλάβει σε πρώτο πλάνο τις εξελίξεις από τη μια στη συσσώρευση κεφαλαίου και τις σχέσεις παραγωγής και από την άλλη στην αγορά της εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις. Και στις δύο συνιστώσες της συζήτησης εμπλέκονται και εγγράφονται στα συμπεράσματά της οι παράγοντες του χρόνου και του τόπου, με διαφορετική σημασία και επίδραση στις κάθε φορά διαφορετικά διαμορφούμενες συνθήκες.

Η κύρια συζήτηση που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών είναι αυτή που εστιάζεται γύρω από το ζήτημα του τι διαδέχεται το “φορντιστικό μοντέλο παραγωγής”. Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να δούμε ποιο είναι αυτό το μοντέλο, ποια τα κύρια χαρακτηριστικά του και, κυρίως, να εντοπίσουμε ποια από αυτά τα χαρακτηριστικά του χάνονται, ποια τροποποιούνται και ποια διατηρούνται μέσα στο πέρασμα του χρόνου και πώς εντοπίζουμε – αν εντοπίζουμε, βέβαια – την κρίση του μοντέλου αυτού για να μπορέσουμε, κατόπιν, να σκιαγραφήσουμε τα χαρακτηριστικά μιας νέας περιόδου και την απάντηση στο ερώτημα του αν αυτή είναι μια περίοδος “νεο-φορντισμού”, “μετα-φορντισμού” ή ο,τιδήποτε άλλο.

Σύμφωνα με την άποψη του Α. Aglietta [19] χρειάζεται να αναφερθούμε πρώτ’ απ’ όλα στη “γενική θεωρία του καπιταλισμού” για να αντλήσουμε το πλαίσιο των εννοιών μέσα στο οποίο θα εργαστούμε για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε νέες έννοιες “ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών σχέσεων” βάσει των οποίων θα μελετήσουμε και θα κατανοήσουμε τους μετασχηματισμούς που υφίστανται οι καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι νέες έννοιες που προτείνει ο Aglietta και οι οποίες θα γίνουν για πολλά χρόνια τα εργαλεία με τα οποία μια σειρά ολόκληρη από θεωρητικούς οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες θα αναλύουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Οι επιστήμονες αυτοί θα αποτελέσουν τη “σχολή της ρύθμισης”, μια σχολή που στους κόλπους της θα αναπτύσσονται συνέχεια διαφορετικές απόψεις έως και αντιθετικές κατευθύνσεις [20]. Οι έννοιες που θα κυριαρχήσουν ως εργαλεία ανάλυσης είναι αυτές του “καθεστώτος συσσώρευσης” και του “τρόπου ρύθμισης”. Στην πορεία των ερευνών, και ανάλογα με το αντικείμενος σπουδής και μελέτης, θα αναδειχθούν και άλλες έννοιες, συνολικές ή μερικές, που θα βοηθήσουν, κατά τον εκάστοτε συγγραφέα, την ανάδειξη των βασικών πλευρών των κοινωνικών μετασχηματισμών. Με άλλα λόγια, η γενική μέθοδος των κυριοτέρων εκπροσώπων είναι, με αφετηρία εκκίνησης την αναφορά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να εξεταστούν οι διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης και μετασχηματισμού των κοινωνιών με βάση τα εκάστοτε χωροχρονικά συμφραζόμενα, δηλαδή ανάλογα με την ιστορική εθνική ανάπτυξη και μετασχηματισμό των ίδιων των κοινωνιών και την εξαγωγή γενικότερων θεωρητικών συμπερασμάτων. Οι πιο σοβαρές κριτικές της γενικής γραμμής της σχολής από μια μαρξιστική μεθοδολογική σκοπιά εντοπίζουν στις κατευθύνσεις της μια τάση ιστορικιστικής υπερσχετικοποίησης της γενικής μεθόδου που ανέπτυξε ο Μαρξ που φτάνει ως την υιοθέτηση ατομικιστικών μεθοδολογικών χαρακτηριστικών οπτικών γωνιών ανάλυσης [21].

Έχοντας, λοιπόν, υπόψη ότι η βάση του κοινωνικό-οικονομικού συστήματος είναι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή ο καπιταλισμός, ο Αglietta θεωρεί ότι οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις μπορούν να αναζητήσουν στρατηγικές ή καθεστώτα συσσώρευσης, ανάλογα με τις συνθήκες που σχετίζονται κάθε φορά με την κοινωνία αναφοράς, την πολιτική συγκυρία και την κατάσταση της τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική συσσώρευσης προσαρμόζεται αναφορικά με την αγορά στην οποία το κεφάλαιο προσδοκά να επενδύσει και να κερδοφορήσει, δηλαδή αν δίνει προτεραιότητα στην εγχώρια (εθνική) αγορά ή στη διεθνή αγορά. Επίσης εξαρτάται από τον χαρακτήρα της στρατηγικής σε σχέση με την τεχνολογία, δηλαδή αν ενδιαφέρεται για την εκτατική ή την εντατική ανάπτυξη. Στην πρώτη περίπτωση το κεφάλαιο θα ακολουθήσει μια στρατηγική βασισμένη στη θεωρία της αύξησης της παραγωγής σχετικής υπεραξίας και στην επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης, στη δε δεύτερη περίπτωση θα προσπαθήσει να εντάξει νέες ζώνες, σφαίρες, περιοχές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, θα χρησιμοποιήσει πολιτική χαμηλών ημερομισθίων και θα επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα. Κάθε στρατηγική ή καθεστώς συσσώρευσης απαιτεί για να λειτουργήσει αποτελεσματικά και, ει δυνατόν απρόσκοπτα, την επιβολή ενός τρόπου ρύθμισης. Ο τρόπος ρύθμισης είναι η επιβολή μιας πολιτικοϊδεολογικής ηγεμονικής δομής και αντίστοιχου πολιτικού συστήματος που να καταπιέζει ή να ενσωματώνει τον ταξικό ανταγωνισμό της εργατικής τάξης στα πλαίσια ενός θεσμοποιημένου συστήματος ταξικών σχέσεων. Αυτό το σύστημα μπαίνει σε μια διαδικασία κρίσης όταν δεν είναι πλέον δυνατή η κινητοποίηση αντίρροπων τάσεων στην πτώση του ποσοστού του κέρδους μακροχρόνια και όταν για να καταστεί δυνατή η επανακερδοφορία του κεφαλαίου χρειάζεται ένας ριζικός μετασχηματισμό της δομής του καπιταλιστικού σχηματισμού : μια εσωτερική, δηλαδή, επανάσταση στα πλαίσια του καπιταλισμού που συστήνει εκ νέου ένα νέο ιστορικό ηγεμονικό μπλοκ με την έννοια που δίνει ο Gramsci. Η διαδικασία συσσώρευσης συνεχίζεται πλέον με μια καινούργια κοινωνική βάση, κατά τον J. Hirsch [22].

Σύμφωνα με τη θέση περί “φορντισμού” από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 το μοντέλο αυτό μπαίνει σε μια κρίση μακρόχρονη και τίθεται σε κίνηση μια νέα διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου μοντέλου που αποκαλείται “νεοφορντιστικό” ή “μεταφορντιστικό” (αντιστοιχούν, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο, σε γενικές γραμμές με τις θέσεις περί “ανακλαστικού εκσυγχρονισμού” και “μετανεοτερικότητας” ή “μεταμοντερνισμού”). Τα χαρακτηριστικά του φορντιστικού μοντέλου παραγωγής ήταν : πρώτον, η μαζική παραγωγή μέσω της διαδικασίας της αλυσίδας παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, δυο πλευρές του συστήματος που συναρθρώνονταν στη βάση της αύξησης των μισθολογικών πληρωμών (άμεσα και έμμεσα) & η παραγωγή εντός μεγάλων εργοστασίων & η έντονη κρατική παρέμβαση στη βάση κεϋνσιανών αρχών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής & η ανάπτυξη του κράτους δικαίου & η ανάδειξη των μαζικών εργατικών συνδικάτων σε ρυθμιστικό παράγοντα διαπραγμάτευσης και διαμόρφωσης των κρατικών πολιτικών. Το “νεοφορντιστικό” ή “μεταφορντιστικό”, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από νέες μεθόδους παραγωγής, διάθεσης και αποθήκευσης προϊόντων, μέθοδοι που με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από την ολοένα και εντατικότερη και ποιοτικότερη χρήση των συνεχών καινοτομιών στην υψηλή νέα τεχνολογία. Χαρακτηρίζεται επίσης από ευέλικτες εργατικές πρακτικές, μείωση έως εκμηδενισμό του ειδικού βάρους του εργασιακού συνδικαλισμού, υπερτονισμό της εξατομίκευσης της εργασιακής, και όχι μόνο, σχέσης [23] , μείωση της οικονομικής και κοινωνικής παρέμβασης του κράτους – ή και επιστροφή στο κράτος-νυχτοφύλακα -, μεταβολή της σχέσης παραγωγής / κατανάλωσης προς την πλευρά της κατανάλωσης [24] . Με άλλα λόγια το καθεστώς της συσσώρευσης από σταθερό μεταβάλλεται [25]σε ευέλικτο. Το νέο καθεστώς χαρακτηρίζεται από την αύξηση του μεριδίου της ανόργανης σύνθεσης σε βάρος της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου.

Oι ίδιες οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν επίσης χαρακτήρα στα πλαίσια του αποδιοργανωμένου καπιταλισμού [26] και της ευέλικτης ειδίκευσης. Ένας βασικός παράγοντας που συντελεί στη αναδιαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων είναι η νέα τεχνολογία της πληροφορικής. Η μηχανή αλλάζει και μαζί της αλλάζει η ίδια η αντίληψη του ανθρώπου γι’ αυτές και για την εργασία του. Ας δούμε μερικές όψεις αυτής της αλλαγής.

Σύμφωνα με τον Joel de Rosnay [27] διαλύονται οι παραδοσιακές κοινωνικές δομές και οι παραδοσιακές ανθρώπινες αναφορές. Εκεί που παλιά υπήρχαν τρεις ενότητες αναφοράς, ο τόπος, ο χρόνος και οι λειτουργίες σήμερα τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αποκεντρωμένες αρμοδιότητες, ο αποσυγχρωνισμένος κύκλος δραστηριοτήτων και η απο-ύλωση των συναλλαγών. Τα δίκτυα αντικαθιστούν τις πυραμίδες εξουσίας, οι αλληλοεξαρτώμενοι πυρήνες τις ιεραρχικές κλίμακες, το πληροφοριακό οικοσύστημα τις γραμμικές βιομηχανικές θυγατρικές. Οι συνέπειες στην πολιτική είναι ορατές : οι πολιτικοί τα έχουν χαμένα γιατί λειτουργούν ακόμα με τη λογική της αναλογικών εξελίξεων και της ποσοστικοποίησης που δίνει μέτρα σύγκρισης της πολιτικής τους αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής τους απήχησης. Το Internet τους τρομάζει γιατί εμφανίζει τις μορφές και τα πρόσωπα των ανθρώπων που δημιουργούν την ιστορία. Αυτά τα πρόσωπα είναι οι δυνητικοί δημιουργοί, οι “νευρώνες” ενός παγκοσμίου, εν εξελίξει, εγκεφάλου. Η λογική αυτή, κατά τον de Rosnay θα έχει ως μια βασική της κατάληξη, την “μονοπρόσωπη πολυεθνική επιχείρηση” : «ένα άτομο χειριζόμενο καλά αυτά τα εργαλεία είναι σε θέση να ανταγωνιστεί βιομηχανίες πολύχρονης λειτουργίας» [28].

Πέρα όμως από αυτή την ιδιαιτέρως αισιόδοξη οπτική που ούτε λίγο ούτε πολύ βλέπει μια κοινωνία στην οποία το κάθε άτομο θα είναι από μόνο του μια πολυεθνική … ανώνυμη εταιρεία, η συζήτηση για το νέο ρόλο των τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία και στη συγκρότηση νέου τύπου κοινωνικό – πολιτικών ταυτοτήτων παίρνει άλλες μορφφές. Ο ρόλος των “Παγκοσμίων Δικτύων” στη νέα κοινωνική διαφοροποίηση που προκύπτει στη διάρκεια της ανάπτυξης του “δικτυακού καπιταλισμού” αντιμετωπίζεται με κριτικό τρόπο από το Σ.Ν. Χτούρη [29]. Κατά την άποψή του, δεν μπορούμε πλέον να θεωρούμε το έθνος – κράτος ως τη βασική μονάδα ανάλυσης και περιγραφής της κοινωνικής διαφοροποίησης. Μ’ αυτή την έννοια πρέπει να υιοθετηθεί ένα θεωρητικό μοντέλο που να προβαίνει κατ’ αρχήν σε μια καθαυτή επίκαιρη ανάλυση των δομών υπερβαίνοντας την παραδοσιακή μαρξιστική φιλολογία για τις κοινωνικές τάξεις και την κοινωνική διαφοροποίησης. Τα μεσοστρώματα που δημιουργούνται με την ανάπτυξη του κράτους – πρόνοιας έχουν μελετηθεί κυρίως ως πολιιτική έννοια και πολύ λιγότερο ως εργαλείο μελέτης της κοινωνικής κατάστασης και του σχεδιασμού της κοινωνικής πολιτικής [30]. Χρειάζεται επίσης εκτός από τους παράγοντες των σχέσεων ιδιοκτησίας και ανταλλαγής να ληφθούν υπόψη και οι παράγοντες της εσωτερικής κοινωνικής διαφοροποίησης : πολιτισμικό κεφάλαιο, φύλο, φυλή, εθνοτική ομάδα, ένταξη σε οργανώσεις και θεσμούς, επάγγελμα, επαγγελματική κατάσταση, καταναλωτικά πρότυπα. Έτσι, διασπάται το ρητορικό, κατά τη γνώμη του, πλαίσιο στο οποίο ενοποιούνται ετερογενείς επαγγελματικές ομάδες και συμφέροντα στη μεταβιομηχανική κοινωνία [31]. Στη συνέχεια αναπτύσσει τη δική του άποψη για την “ευέλικτη παραγωγή” δεχόμενος το γενικό πλαίσιο της συζήτησης που ανέπτυξε η λεγόμενη “σχολή της ρύθμισης”. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ως εκ τούτου, και η θέση του για το “νέο προλεταριάτο”, το οποίο εντοπίζεται όχι πλέον με αναφορά κυρίως στο πλαίσιο του έθνους – κράτους αλλά στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής. Το προλεταριάτο μετατρέπεται μέσω αυτών των αλλαγών από μια εθνική κοινωνική τάξη σε μια ευέλικτη δικτυακή κοινωνική οντότητα, δίχως εσωτερική θεσμική και πολιτική συνοχή [32]. Η έλλειψη χωρικής συνεύρεσης αλλά και η αδυναμία δημιουργίας νέων θεσμικών δομών και σχέσεων είναι ένα καινούργιο χαρακτηριστικό. Ενώ στο βιομηχανικό καπιταλισμό στα πλαίσια του έθνους – κράτους η εργατική τάξη έλεγχε ως ένα βαθμό τους κόμβους των δικτύων παραγωγής προϊόντων, διακίνησης πληροφοριών και πολιτικής παρέμβασης, σήμερα όλοι αυτοί οι κόμβοι σε διεθνές επίπεδο ελέγχονται από τις νέες άρχουσες καπιταλιστικές τάξεις που στους κόλπους της συμπεριλαμβάνονται ως επί το πλείστον οι ομάδες εκείνες που δημιουργούνται, αναπτύσσονται, αλλά και, το σημαντικότερο, διαλύονται τόσο γρήγορα όσο κι όταν συγκροτούνται, οι διαχειριστές του χρηματοπιστωτικού τομέα και των δικτύων διασύνδεσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι κόμβοι των δικτύων βρίσκονται στις σημαντικές Μητροπολιτικές Περιφέρειες (Global Cities) [33]. Για το ίδιο το προλεταριάτο το άμεσο μέλλον δεν προβλέπεται ρόδινο. Το προλεταριάτο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ολόκληρους εθνικούς πληθυσμούς που μετακινούνται από χώρα σε χώρα, μπορεί να περιλαμβάνει κομμάτια ή και ολόκληρες πόλεις τόσο της ημιπεριφέρειας όσο και των καπιταλιστικών μητροπολιτικών περιφερειών. Οι μεταξύ τους αντιθέσεις προσλαμβάνονται ως ιδιότυπες ταξικές αντιθέσεις στο βαθμό που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους πραγματικούς ταξικούς αντιπάλους τους. Ο βασικός λόγος για την προλεταριοποίηση αυτών των στρωμάτων είναι η χωρική τους τοποθέτηση εκτός επικοινωνιακών δικτύων. Οι περιοχές – γκέτο των καπιταλιστικών μητροπολιτικών περιφερειών (π.χ. New York, Los Angeles, Detroit) είναι οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις [34]. Aυτό το νέο υπερεθνικό προλεταριάτο διευρύνεται συνεχώς αντλώντας μέλη από διάφορες πηγές. Από την πλευρά της παραγωγής, είναι οι αντισυνδικαλιστικές και αντεργατικές στρατηγικές των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων και οι στρατηγικές αναδιοργάνωσης (re-engineering) των επιχειρήσεων (ανάθεση εργασιών σε τρίτους – οutsourcing, υιοθέτηση ευέλικτων μορφών εργασίας όπως η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το φασόν, οι υπεργολαβίες, το sweatshop κ.α.), η στρατηγική της ευέλικτης συσσώρευσης που ανταποκρίνεται στα καταναλωτικά πρότυπα με μικρούς όγκους παραγωγής μεγάλης ποικιλίας προϊόντων. Έτσι επιτυγχάνεται γρήγορη ανακύκλωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, δεν χρειάζεται η ύπαρξη πολλών και μεγάλων αποθηκών για τα εμπορεύματα και με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού αυτοματισμού μπορούμε να μιλάμε για το just – in – time system [35]. Για τη διαδικασία αυτή χρειάζονται λιγότεροι εργαζόμενοι και περισσότεροι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Δημιουργείται έτσι μια μεγάλη μάζα ανέργων, υποψηφίων ανέργων και “κατόχων” επισφαλών ή μοιρασμένων από δυο ή περισσότερα άτομα θέσεων εργασίας [36] . Ο εφεδρικός στρατός εργασίας, κατά την έκφραση του Karl Marx, έχει διογκωθεί επικίνδυνα θυμίζοντας τις συνθήκες του μεσοπολέμου που οδήγησαν στην άνοδο στην εξουσία του φασισμού και του ναζισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς ενισχύονται σ’ όλο το μήκος και πλάτος του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, οι συλλογικές πρακτικές και διαδικασίες συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης. Αν σ’ αυτό το σχήμα εντάξουμε και το ιαπωνικό μοντέλο των ομάδων παραγωγής που στηρίζεται στην εξάλειψη , βοηθούσης και της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής, μεσαίων διευθυντικών στρωμάτων που σχετίζονται με το γραφειοκρατικό και διαχειριστικό των πληροφοριών τμήμα της επιχείρησης, τότε βλέπουμε ότι δεν υπάρχει και τόσος χώρος για το γραφείο του συνδικάτου [37] . Οι εργαζόμενοι που έχουν ακόμη μόνιμη απασχόληση βλέπουν τις μισθολογικές αμοιβές τους είτε να συμπιέζονται σε επίπεδα κατώτερα από το παρελθόν είτε να αποτελούνται από ένα στοιχειώδη σταθερό βασικό μισθό κι επιδόματα και από ένα μέρος που καθορίζεται από τα ποσοτικά αποτελέσματα του λογαριασμού κερδών και ζημιών του επιχειρησιακού ισολογισμού. Οι νέες συνθήκες περιλαμβάνουν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις που αναδεικνύονται σε βασικούς και κυρίαρχους πόλους του παγκόσμιου οικονομικού παιχνιδιού μεταφέροντας τμήματα της βιομηχανικής τους παραγωγής σε ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις του λεγόμενου τρίτου κόσμου ή σε χώρες του τέως (αν) υπαρκτού σοσιαλισμού με φτηνά μεροκάματα, στοιχειώδη ή ανύπαρκτη εργατική νομοθεσία και ειμί-ειδικευμένο (και σε μερικές περιπτώσεις ειδικευμένο π.χ. στην Ινδία υπάρχουν πολλοί ειδικευμένοι στην παραγωγή λογισμικού των Η/Υ) προσωπικό. Η εξειδίκευση περιοχών ολόκληρων στον πλανήτη σε συγκεκριμένες τεχνολογικές βιομηχανίες (π.χ. Sillicon Valley της California στις Η.Π.Α.) ή σε συγκεκριμένα μικρομεσαία παραγωγικά μεγέθη (π.χ. Terza Italia) είναι μια εξέλιξη που δείχνει την επέκταση του καπιταλισμού σε νέες περιοχές που ως χτες διατηρούσαν ιδιόμορφες σχέσεις παραγωγής. Οι ευελιξίες της εργασίας στα πλαίσια της ευέλικτης συσσώρευσης είναι : ευελιξία αμοιβών εργασίας, εξωτερική (σε σχέση με την επιχείρηση) ποσοτική εργασιακή ευελιξία, εσωτερική ποιοτική ευελιξία της εργασίας ή ευελικτοποίηση κι αναδιοργάνωση του χρόνου εργασίας και, τέλος, ποιοτική ή λειτουργική ευελιξία της εργασίας.

Ο David Harvey εξηγεί πως στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από το ένα καθεστώς συσσώρευσης στο άλλο αλλάζει ή μάλλον διευρύνεται τόσο η έννοια του χώρου όσο και η έννοια του χρόνου. Η αντανάκλαση της μεταβολής της έννοια του χωροχρόνου γίνεται φανερή τόσο στην ίδια μας την καθημερινή ζωή όσο και στις αντιλήψεις μας. Η κίνηση κεφαλαίων, για παράδειγμα, που ήδη σήμερα διεξάγεται από το Τόκιο στο Λονδίνο και από τη Νέα Υόρκη στο Αμβούργο με ταχύτητες που ξεπερνούν τα nanosecond ανά συναλλαγή απαιτεί ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπων (λογιζομένων κι αυτών ως εμπορευμάτων ως κατόχων της ιδιότητας των εργατικών χεριών) . Μια άλλη διάσταση, ως εκ τούτου, που διανοίγεται μπροστά μας είναι αυτή της υπεραυτονόμησης του ίδιου του χρηματοπιστωτικού τραπεζικού συστήματος από την βιομηχανική παραγωγική βάση της οικονομίας [38] . Οι χρηματαγορές σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν, με τις ευαισθησίες τους στις διακυμάνσεις των τιμών των νομισμάτων, των επιτοκίων και των μετοχών, τις τύχες ανθρώπων, οικονομιών και κρατών. Ο τομέας των υπηρεσιών είναι ο οικονομικός τομέας εκείνος που αυξάνει τις θέσεις εργασίας σε αντίθεση με τον αγροτικό και το βιομηχανικό λόγω της αλλαγής τόσο σα καταναλωτικά πρότυπα όσο και στην τεχνολογία [39].

Η κυρίαρχη ενιαία νεοφιλελεύθερη σκέψη θεωρεί αδύνατη την καταπολέμηση της μαζικής αυτής ανεργίας μέσω δημοσίων δαπανών ή γενικευμένης μείωσης του χρόνου εργασίας επικαλούμενη την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας και διατήρησης των ανταγωνιστικών προτύπων και επιχειρησιακών κερδών [40]. Προτείνεται έτσι μια γκάμα τρόπων διαχείρισης της ανεργίας αντί για αντιμετώπισή της ως προβλήματος στρατηγικής κοινωνικής πολιτικής, η μετατροπή της υποχρέωσης του κράτους για την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης – κοινωνικού δικαιώματος στην αμειβόμενη εργασία – σε εξασφάλιση του δικαιώματος των πολιτών στην ικανότητα προς απασχόληση [41] oι οποίοι και υποχρεώνονται πλέον στην εξεύρεση απασχόλησης με δική τους ευθύνη [42] . Έτσι θεωρείται από την κυρίαρχη ιδεολογία ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι αποτέλεσμα της μειωμένης “απασχολησιμότητας” του εργατικού δυναμικού. Σύμφωνα με τον Bernard Gazier [43] σημαίνει “ικανότητα προς απασχόληση”. Τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο του καπιταλισμού τα άτομα όσον αφορά στην πρόσβασή τους στην απασχόληση αντιμετωπίζονται με πολλές εκδοχές : ιατρική, ψυχολογικό-κοινωνικό-πολιτισμική, οικονομικό-στατιστική. Η πρώτη αντιμετωπίζει μόνο την ατομική πλευρά του προβλήματος. Η δεύτερη αναφέρεται στα προβλήματα πρόσβασης ενός μεγάλου αριθμού μη προνομιούχων ομάδων και κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας στην Ευρώπη αλλά και στη Βόρεια Αμερική προωθήθηκε από τις πιο προοδευτικές, τηρουμένων των αναλογιών, πολιτικές ομάδες κι οργανώσεις εντός του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Η τρίτη εκδοχή συνοψίζει τις δυσκολίες αναβάθμισης ορισμένων ομάδων, που εκτιμώνται με τη μέση διάρκεια ανεργίας των μελών τους, χωρίς τον αποκλεισμό και των ατομικών διαστάσεων του προβλήματος [44], που εκτιμώνται με “επίπεδα απασχολησιμότητας” κι έχουν ως αφετηρία μια δημογραφική προσέγγιση. Υπάρχουν ακόμη δυο εκδοχές. Η Βρετανική διχοτόμηση “απασχολήσιμου” και “μη απασχολήσιμου” ανθρώπου οι όροι της οποίας αντιστοιχούν στην “αγορά” και στην “πρόνοια”. Χρησιμοποιήθηκε από τον F. Roosevelt στην εκπόνηση της στρατηγικής του New Deal. Τέλος, η νέα βορειοαμερικανική εκδοχή επαναφέρει τα ατομικά κριτήρια απασχολησιμότητας στην επικαιρότητα σχετίζοντάς τα όμως μόνο με την κατηγορία των μακροχρόνια ανέργων. Στόχος είναι η βελτίωση της “ικανότητας προς απασχόληση” ώστε να αποκατασταθούν οι προϋποθέσεις ενδεχόμενης επανένταξης, μέσω της αντιμετώπισης των διαδικασιών αποκλεισμού και αποκοινωνικοποίησης. Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω ότι στις σύγχρονές μας καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης που μαστίζονται από τους υψηλούς δείκτες ανεργίας ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται από τις κυβερνήσεις έχουν ως αφετηρία τους την αναγνώριση της ανυπαρξίας ριζικών συλλογικών λύσεων στο πρόβλημα και την ανάδειξη ατομικών κριτηρίων : ο άνθρωπος πρέπει σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της ζωής του να αναπτύσσει ατομικές στρατηγικές επιβίωσης μέσα στην αενάως μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Bill Gates, ιδρυτής της Microsoft, της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής και εμπορίας λογισμικού στον πλανήτη, είναι η χαρακτηριστικότερη των περιπτώσεων των μελών αυτής της νέας άρχουσας τάξης, των διαχειριστών των δικτύων διασύνδεσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι απόψεις του δεν διεκδικούν κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό κύρος αλλά, εν τούτοις, είναι χαρακτηριστικές. Μιλάει κι αυτός για νέου τύπου καπιταλισμό και τον ονοματίζει κιόλας & “καπιταλισμός χωρίς τριβές” [45]: «Η διασύνδεση Ρ.C. και Internet θα μειώσει κυρίως το “κόστος τριβής” του καπιταλισμού – το πρόβλημα της αντιστοιχίας μεταξύ αγοραστών και πωλητών». Στόχος της διασύνδεσης είναι να οδηγήσει «τον καπιταλισμό, παγκοσμίως, σε νέα επίπεδα αποτελεσματικότητας και θα κάνουν τον κόσμο πολύ μικρότερο». Ο συνομιλητής το Gates, o Μ. Δερτούζος τονίζει πως «παρά τις θετικές πλευρές του, πιστεύω πως, αν το κίνημα της πληροφορικής αφεθεί στην τύχη του, θα εντείνει το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς. Η καλύτερη πληροφόρηση βοηθάει τον πλούσιο να παρέχει και να αποκτά αγαθά και υπηρεσίες με μεγαλύτερο κέρδος. Αυτός είναι ο “χωρίς τριβές καπιταλισμός” για τον οποίο μιλάει ο Μπιλ Γκέητς, και ο οποίος κάνει τον πλούσιο πλουσιότερο. Ο φτωχός δεν μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά στις τεχνολογίες και στην εκμάθησή τους. Κι έτσι μένει πίσω» [46].

ΙV) SUBURBIA Ή Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ; ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Έχει γίνει ως τώρα φανερό πως η μετατροπή των οικονομιών της αναπτυγμένης καπιταλιστικής δύσης από βιομηχανικές σε οικονομίες του τριτογενούς τομέα έχει κι άλλες συνέπειες εκτός από το επίπεδο της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων. Αλλάζουν οι αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο. Για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική. Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική αντιπαρατίθεται με έναν κριτικό τρόπο στις πεποιθήσεις των μοντερνιστών που εκφράζανε στο χώρο αυτό την τάση του γιγαντισμού, της ομοιομορφίας και της μονολειτουργικότητας. Η μοντερνιστική πόλη αποδείχτηκε αντιοικολογική, αντιοικονομική και, κυρίως, συμβολικά και αισθητικά φτωχή. Η νέα τάση απορρίπτει τις “οριζόντιες ή κάθετες υπερσυγκεντρώσεις ξεχωριστών χρήσεων σε μια αστική ζώνη, σε ένα κτίριο, κάτω από μια στέγη” [47]. Μια από τις προτεινόμενες εκδοχές είναι αυτή του Leon Krier που θεωρεί ως το καταλληλότερο μοντέλο το “σύνολο πόλεων μέσα στην πόλη”. Το ζήτημα είναι να δημιουργηθούν, να πολλαπλασιαστούν και να τελειωθούν αστικές κοινότητες σε μια ευρύτερη αστική περιοχή [48]. Η άλλη εκδοχή είναι αυτή του Τ. Venturi που απορρίπτει το ρόλο των αρχιτεκτονικών πρωτοποριακών ρευμάτων και σκοπός του, όπως και των οπαδών του, είναι «να σχεδιάσουν το χώρο με ένα περισσότερο προσωποποιημένο και εξατομικευμένο τρόπο, ακολουθώντας διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικές λειτουργίες και διαφορετικές κουλτούρες» [49]. Ο Venturi θεωρεί ότι ένας τέτοιος προσωποποιημένος τρόπος σχεδιασμού των πόλεων ανταποκρίνεται στα αιτήματα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, αγνοώντας βέβαια ότι δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα των λαϊκών και φτωχών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και των διαφόρων κοινωνικών μειονοτήτων αλλά ανταποκρίνεται σε μια καθαρά οικονομίστικη εισοδηματική λογική, υποτάσσεται δηλαδή στη λογική της αγοράς. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο ο μεταμοντερνισμός στην πολεοδομία λειτουργεί υπέρ της σύνδεσης της “ευέλικτης συσσώρευσης” με την “πόλη – θέαμα”, την “πόλη – κολλάζ” που αναμειγνύει στοιχεία του φανταστικού, του κατακερματισμού και του εκλεκτικισμού με την αίσθηση του εφήμερου και του χάους. Επειδή και στην αρχιτεκτονική όπως και σε διάφορους τομείς της καθημερινής μας ζωής κυριαρχεί η μόδα μπορούμε να συμφωνήσουμε με το Ν. Σπυριδωνίδη ότι «αυτό που πρόσφατα λεγόταν μόδα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, δεν απευθύνεται πια σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων αλλά έχει μαζικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αυξήσει την κατανάλωση όχι μόνο των ενδυμάτων αλλά, κυρίως, την κατανάλωση τρόπων ζωής και μαζί τους την κατανάλωση δραστηριοτήτων αναψυχής» [50]. Ο καπιταλισμός έτσι εμπορευματοποιεί ακόμη και την ίδια την πολιτισμική παραγωγή, κι έτσι η μόδα, τα προϊόντα, οι τεχνικές παραγωγής, οι διαδικασίες εργασίας, οι ιδέες και οι πρακτικές αντλούν τις μορφές και τα σχήματά τους από την πηγή αυτή.

V)Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ BLADE RUNNER.

Η ανίχνευση στοιχείων που αναφέρονται σε πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από μια κινηματογραφική ταινία και η αποκρυπτογράφησή τους προϋποθέτει πολλά επίπεδα και πολλαπλά πεδία ανάλυσης. Η συζήτηση που, εντός των πλαισίων της εργασίας αυτής, μπορεί να διεξαχθεί είναι λογικό να περιοριστεί στο πιο χαμηλό επίπεδο, δηλαδή στην απλούστερη δυνατόν καταγραφή των στοιχείων αυτών που κατά τη γνώμη μου απεικονίζουν τις σημερινές τάσεις. Η πρώτη ταινία για την οποία θα γίνει λόγος είναι αυτή του Ridley Scott, «Βlade Runner» [51].

H ταινία χαρακτηρίζεται ως αντιπροσωπευτική ενός είδους μετανεοτερικού ρεαλισμού από τον Paul Rabinow [52] στο βαθμό που όντως απεικονίζει μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν της σημερινής πόλης του Sao Paolo της Βραζιλίας (ύπαρξη βιομηχανιών ηλεκτρονικών υπολογιστών, αυτοκινήτων, συνύπαρξη δεκάδων μειονοτήτων στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής πόλης στην οποία σημαντικό ρόλο παίζει η Ιαπωνική με 1.000.000 μέλη, σχετικά ραγδαία οικονομική ιστορική ανάπτυξη) που χαρακτηρίζεται από τη συμπίεση του χωροχρόνου. Μια άλλη κριτική φωνή θα χαρακτηρίσει την ταινία ως το πάντρεμα του film noir [53] με την επιστημονική φαντασία [54] που καθίσταται δυνατό με την κυνικότητά του κατεστραμμένου οικονομικά και κοινωνικά ήρωά της ο οποίος με την τεχνική του voice – over παρουσιάζεται ως ο αφηγητής μας σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος : άρα πρόκειται για μια ταινία που κινείται ακόμη μέσα στα πλαίσια που ορίζονται από το νεοτερικό τρόπο αφήγησης [55]. Το γιατί η ταινία χαρακτηρίζεται ως επιστημονικής φαντασίας δεν χρειάζεται να επεξηγηθεί. Το ερώτημα είναι γιατί χαρακτηρίζεται ως film noir. Δεν είναι καθόλου τυχαία η αναβίωση του κινηματογραφικού είδους (genre) μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Πρόκειται για την έναρξη της περιόδου της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που συνεχίζεται ως σήμερα και σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της τεχνολογίας και της οργανωμένης αποδιοργάνωσης του καπιταλισμού της προηγούμενης φορντιστικής παραγωγής και του κράτους πρόνοιας πάνω στις εργασιακές σχέσεις. Το film noir πρωτοεμφανίστηκε σε αντίστοιχες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ των ετών μετά την κρίση του 1929 και ακόμη περισσότερο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «αναγγέλλοντας πένθιμα το τέλος του μύθου του Αμερικανικού Ονείρου της ανοδικής κινητικότητας και της απεριόριστης γενναιοδωρίας που μας περιμένει όλους» [56]. Η σύντομη σχετικά ζωή του είδους ως το 1950 οφείλεται ακριβώς στην επανέναρξη αυτή τη χρονιά της οικονομικό – κοινωνικής ανοδικότητας και της έκρηξης της αισιοδοξίας για το μέλλον της γενιάς του baby-boom που έβλεπε το φως της μέρας σ’ αυτή τη δεκαετία.

Ας εξετάσουμε όμως ποια είναι τα κύρια σημεία της ταινίας όπου μπορούμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα που μας αποκαλύπτουν πλευρές της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο Deckard είναι ένας συνταξιούχος blade runner, δηλαδή επίλεκτος αστυνομικός. Ανακαλείται στην ενεργό δράση δια της εμμέσου βίας (δεν έχει άλλη επιλογή εάν δεν θέλει να τον εντάξουν οι προϊστάμενοί του στα “ανθρωπάκια”) με ένα και μοναδικό στόχο να εντοπίσει και να “αποσύρει” από την κυκλοφορία τα εξεγερμένα “αντίγραφα”, δηλαδή να σκοτώσει τα ανδροειδή που κατασκευάστηκαν από την Εταιρεία Tyrell για την εκτέλεση βαριών εργασιών στα όρια της γήινης κυριαρχίας στο διάστημα και τα οποία έχουν πάρει τα όπλα με στόχο να επιτύχουν από τους κατασκευαστές τους την αύξηση του τετραετούς ορίου ζωής τους που είναι εγγεγραμμένο στα γενετικά τους κύτταρα. Όταν ο Roy, ο ηγέτης των αντιγράφων καταφέρνει να διεισδύσει στο άβατο της εταιρείας Τyrell ακούει δια στόματος του πατέρα Tyrell την εξής φράση : «να απολαύσεις τη φλόγα που καίει διπλά γιατί είναι τόσο έντονη σε σχέση με τη μισή ζωή που ζεις». Όταν έχουν εξολοθρευτεί με κάθε τρόπο όλα τα αντίγραφα πλην μιας, αντιλαμβανόμαστε το υπονοούμενο μήνυμα : «σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν». Η παραπομπή στο κραχ του 1929 είναι σαφής. Οι εργασιακές σχέσεις γίνονται ελαστικές. Η προσωρινότητα, η ανασφάλεια, η ανεργία θα είναι τα χαρακτηριστικά της εποχής που ξεκίνησε με την οικονομική κρίση του 1973 και εντάθηκε με την επιβολή των νεο-φιλελεύθερων πολιτικών της απορύθμισης των αγορών. Οι όποιες εξεγέρσεις είναι μάταιες γιατί δεν υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το ίδιο το σύστημα. Και ο blade runner συμβολίζει το τελευταίο οχυρό της καταστολής.

Κάποιες άλλες πλευρές της πραγματικότητας απεικονίζονται με πολύ παραστατικό, αλλά και με εντέχνως συμβολικό μερικές στιγμές, τρόπο. Στις κυρίαρχες ποσοτικά φυσιογνωμίες των Ασιατών με προεξάρχουσες αυτές των Κινέζων και Ιαπώνων, που βλέπει κανείς ανάμεσα στο πολυπληθές ανθρώπινο ποτάμι που κατακλύζει τους δρόμους του Los Angeles του έτους 2019 μπορεί να εντοπίσει κανείς τον “τριτοκοσμικό” χαρακτήρα της μελλοντικής (και σημερινής βεβαίως) μεγαλούπολης της Δύσης. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που οι άνθρωποί του μιλούν μια νέα γλώσσα που αποτελείται από Ιαπωνικές, Αγγλικές, Γερμανικές και Ισπανικές λέξεις. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που εργάζεται με τα νέα οργανωτικά εταιρικά σχήματα των υπεργολαβιών, οργανωτικό σχήμα που είναι νέο για την καπιταλιστική Δύση αλλά παραδοσιακό στον “τρίτο κόσμο” και στις παρυφές του “αναπτυγμένου πρώτου κόσμου”. Στα γενετικά εργαστήρια των μικρών αυτών επιχειρήσεων παράγονται όλα τα όργανα και μέλη των ανδροειδών και των τεχνητών ζώων, πουλιών κλπ. Οι επιχειρήσεις του θεάματος παρουσιάζουν γυμνό θέαμα αλλά θυμίζουν και μεσοπολεμικά καμπαρέ. Πρόκειται για έναν αποδιοργανωμένο καπιταλισμό που μεταφυτεύτηκε στην καρδιά του πρώτου κόσμου στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Να ένα στοιχείο που δείχνει, κατά τον David Harvey [57] , τη μεταφύτευση πλευρών της προνεοτερικότητας στη νεοτερική εποχή, χαρακτηριστικό του μεταμοντερνισμού. Αυτή η τάση φαίνεται χαρακτηριστικά και στην εικόνα του ουρανοξύστη που στεγάζει την εταιρεία του Τyrell. Πρόκειται για ένα μείγμα αρχιτεκτονικών προτύπων που συνδυάζει Αιγυπτιακές πυραμίδες, Ελληνορωμαϊκές κολώνες και αναφορές στην αρχιτεκτονική των Maya, των Αζτέκων, των Κινέζων και της Βικτοριανής περιόδου με σύγχρονα εμπορικά κέντρα (shopping malls).

Ας δούμε και μερικές ακόμα σκηνές. Κάποιος πρέπει να διαμεσολαβήσει και να παρουσιάσει τα εξεγερμένα αντίγραφα στον Τyrell. Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον J.F.Sebastian ο οποίος είναι ένας από τους σχεδιαστές του συγκεκριμένου μοντέλου αντιγράφων και που πάσχει από “επιταχυνόμενη γήρανση”, ταιριάζοντας αρμονικά με το παρηκμασμένο δομημένο περιβάλλον του που είναι ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Bradbury (χτίστηκες το 1893) και το οποίο βρίσκεται εν μέσω άδειων αποθηκών, ημικατεδαφισμένων κτιρίων, καταστάσεις που προδίδουν άκρατη αποβιομηχανοποίηση υπέρ του τριτογενούς τομέα που εκφράζουν καθαρά οι διαφημίσεις που υπερίπτανται και το μεγακτίριο του Tyrell. Δίπλα στον κόσμο της ανεργίας, της φτώχειας και των ερειπωμένων χώρων και ανθρώπων υπάρχει ο κόσμος των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (π.χ. Pan-Am) και της τεχνολογίας. Υπάρχει ζήτηση για γη, όχι βέβαια σ’ αυτόν τον κόσμο : «μια ευκαιρία να αγοράσεις ξανά σε μια νέα χρυσή γη» γράφει μια διαφήμιση θυμίζοντας την ιστορία της πολιτείας αυτής [58]. Ο Tyrell είναι ο κυρίαρχος όλων των επιχειρήσεων. Η βασική του επιχείρηση ειδικεύεται στη γενετική μηχανική. Σε μια σκηνή ο ίδιος σε μια κρίση ειλικρίνειας θα πει : «Το εμπόριο είναι πιο ανθρώπινο κι απ’ το ανθρώπινο είδος, αυτή είναι η δουλειά μας». Ο άνθρωπος αυτός εξέφρασε με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό που θέλει να δείξει αυτή η εργασία αλλά και πολλές από τις θεωρίες περί μετανεοτερικότητας από άλλη κατεύθυνση, δηλαδή την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο όπου παντρεύεται με τη νέα τεχνολογία οδηγούμενος στον “αποδιοργανωμένο καπιταλισμό” και στον υποβιβασμό των εργαζομένων στην τάξη των πρόσκαιρων, κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων ανδροειδών. Οι θεωρητικοί της μετανεοτερικότητας και του μεταδομισμού θα δουν σ’ αυτά τα λόγια το “θάνατο του υποκειμένου” [59]. Η εικόνα που εκφράζεται μέσα από τις φωτογραφίες προσώπων αναδεικνύει την έλλειψη ιστορικότητας των ανδροειδών που τις κατέχουν για να αποδεικνύουν ότι είχαν οικογένεια, μάνα, πατέρα, αδέλφια και πως δεν είναι κατασκευασμένα πράγματα και μηχανές. Η εικόνα σου παρέχει ταυτότητα, σε εντάσσει σε μια φαντασιακή κοινότητα, σε κάνει αναγνωρίσιμο εκτός των ορίων του σχήματος του εαυτού σου, είσαι το “υποκείμενο χωρίς υποκείμενο”.

VI) ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ Η ΕΓΧΡΩΜΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ.

- «Ποιος είμαι εγώ και όχι εσύ;»
- «Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;»
- «Πότε άρχισε ο χρόνος και που τελειώνει ο χώρος;»

Τα ερωτήματα που ο ίδιος ο Roy του Blade Runner έθετε με τον τρόπο του δίχως να πάρει απάντηση από το γήινο άνθρωπο στο τέλος της ταινίας. O Wim Wenders παρουσίασε τον άγγελο των Φτερών του Έρωτα [60] , τον Damian, που θα δώσει πέντε χρόνια αργότερα την απάντηση στο Roy με το δικό του κι αυτός τρόπο, μόνο που στη δική του περίπτωση συντελείται το αντίθετο δράμα από αυτό του Roy. Ο Damian πεθαίνει λόγω της διιστορικής αχρονίας των “ουρανών που είναι δικοί του” ενώ ο Roy γιατί κάποιοι άλλοι τον προγραμμάτισαν για μια πρόσκαιρη ιστορική κοινωνική ζωή. Ο Damian γεννιέται στα πλαίσια του ιστορικού χώρου και χρόνου ενώ ο Roy γεννιέται αποχωριζόμενος τον ιστορικό και μάταιο γι’ αυτόν χώρο και χρόνο. Ο Damian αποκτά την ταυτότητα που ο Roy δεν θα αποκτήσει ποτέ στη σύντομη ζωή του.

Ο Damian βλέπει με δυο μόνο χρώματα, λόγω της δικής του υπερβατικής ταυτότητας, τον κόσμο, την κοινωνία και τη ζωή. Όλα γι’ αυτόν είναι άσπρα και μαύρα. Παρά την (κριτική για άλλους) απόστασή του από τα τεκταινόμενα στο Βερολίνο των κατακερματισμένων ανθρώπινων συνόλων και χώρων τα πάντα μοιάζουν να μην κινούνται παρά μόνο «στο ίδιο αδιαφοροποίητο παρόν, όσο και αν η σύγχρονη κοινωνική ζωή κινείται στο αδιαφοροποίητο και ομογενοποιητικό ρεύμα του διεθνούς χρήματος» [61]. Η ιστορικότητα του χώρου και του χρόνου πλαισιώνεται από μια ακόμη ανθρώπινη ιδιότητα : το ζήτημα της λήψης της απόφασης [62]. Με την περιφορά και εστίαση του φακού στις εσωτερικές αυλές και στα δωμάτια των διαμερισμάτων των σπιτιών του Βερολίνου διαπιστώνουμε κι εμείς, όπως και οι άγγελοι, τις αποσυνδεδεμένες ανθρώπινες υπάρξεις που κάνουν απομονωμένες σκέψεις σε απομονωμένους χώρους σε μεμονωμένα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα. Τίποτε δεν συνδέει μεταξύ τους αυτούς τους ανθρώπους. Η παρουσία των αγγέλων δεν γίνεται αισθητή παρά την προσπάθειά τους να απαλύνουν τα αισθήματα των ανθρώπων κι αυτό γιατί είναι εκτός συγκεκριμένου ιστορικού τόπου και χρόνου, εκτός πλαισίου συμφραζομένων των ανθρώπων. Ο Damian μονολογεί : «ποτέ δεν μπορούμε να συμμετέχουμε πραγματικά, μόνο υποκρινόμαστε, σε όλα συμμετέχουμε φαινομενικά (…) καμιά φορά όμως, αυτό το πλήθος των πνευμάτων με κουράζει & τότε θέλω να πάψω να αιωρούμαι και νάχω μια βαρύτητα…για να μπορέσω ν’ αποκτήσω μια γήινη υπόσταση, θάθελα να φωνάζω “τώρα” σε κάθε βήμα μου…να πάψουν τα ανέκαθεν και τα αιωνίως». Ανάλογη και η κινηματογραφική ματιά : όλα τα στιγμιότυπα θυμίζουν φωτογραφίες παραταγμένες χωρίς ειρμό, η μια δίπλα στην άλλη. Το μόνο στοιχείο που μπορούσε να προσδώσει μια αίσθηση ταυτότητας στους Βερολινέζους σ’ εκείνη τη φάση ήταν το “τοίχος του αίσχους”. Ένας ταξιτζής θα το φιλοσοφήσει το ζήτημα ακόμη πιο πολύ : «Εδώ τελειώνει ο χώρος; Στο Βερολίνο είναι αδύνατο να χαθείς, γιατί μπορείς πάντα να βρίσκεις το τοίχος. Υπάρχουν ακόμη σύνορα; Περισσότερα από ποτέ. Έχουμε γίνει τόσα κομμάτια που το κάθε άτομο είναι κι ένα μίνι – κρατίδιο, όπου κάθε δρόμος έχει τα σύνορά του, που το περικυκλώνει μια αφιλόξενη χώρα, την οποία μόνο με το κατάλληλο παρασύνθημα μπορείς να τη διασχίσεις. Ακόμη και για να πας από το ένα άτομο στο άλλο χρειάζεται να πληρώσεις διόδια. Ανάμεσα στα οικόπεδα υπάρχουν ουδέτερες ζώνες. Τις κρύβουν λακκούβες γεμάτες νερό».

Ο γέρος που ακούει στο όνομα Όμηρος, θαμώνας της δημόσιας βιβλιοθήκης, τάχει χαμένα. Η αφήγησή του δεν ακούγεται πια από κανένα. Το κάθε άτομο έχει να αφηγηθεί το δικό του καημό, έχει το δικό του λόγο. Από τον παλιό καιρό έχουν ξεμείνει κάποιο άγγελοι κι ο γέρο-Όμηρος. Τα “γλωσσικά παιχνίδια” του καθενός έχουν αντικαταστήσει τη συνολική αφήγηση, τα συνολικά οράματα [63]. «Πες μου μούσα, για τον ποιητή, που τον πέταξαν στο περιθώριο του κόσμου. Τον αιωνόβιο…σαν παιδί. Γνώρισέ τον στον καθένα ! Οι ακροατές μου με τον καιρό έγιναν αναγνώστες μου. Δεν είναι πια σε κύκλο…Είναι μόνοι ! Και ο ένας δεν ξέρει τίποτε για τον άλλο».

Η ιστορικότητα του χωροχρόνου εκφράζεται με πολλούς τρόπους στην ταινία. Κατ’ αρχήν με το χρωματισμό των εικόνων από τη στιγμή που ο Damian αποφασίζει να ενταχθεί στο ανθρώπινο κοινωνικό πλαίσιο εγκαταλείποντας την ασπρόμαυρη αιωνιότητα του θεϊκού σύμπαντος. Η Marion είναι μια αποκομμένη από τις ρίζες της νέα γυναίκα που δουλεύει με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε ένα τσίρκο στο Βερολίνο το οποίο μετακομίζει στο Παρίσι απολύοντάς την και αφήνοντάς την κυριολεκτικά στο δρόμο. Η σχέση εργασίας είναι χαρακτηριστική των ελαστικών σχέσεων εργασίας της μεταφορντικής ή νεοφορντικής οπτικής. Οι φωτογραφίες που έχει στο κινητό καμαρίνι της είναι, όπως και στο Blade Runner, η απόδειξη της ύπαρξης ριζών. Το όνειρό της είναι να αποκτήσει μια σταθερή ερωτική σχέση ως απόδειξη της διιστορικότητας που ποθεί να αποκτήσει. Θέλει να “γίνει” κάτι και όχι απλώς να “είναι” κάτι.

Ο ρόλος του χρήματος στον ιστορικό χωροχρόνο του χρώματος είναι καθοριστικός. Παρακολουθούμε το Damien να ξυπνάει ως άνθρωπος μπροστά στο “τοίχος” από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου. Ζητά λίγα χρήματα από έναν περαστικό για να πιει καφέ, μπαίνει σε μια “αντικερύ” και ανταλλάσσει την πανοπλία με την οποία όλοι οι άγγελοι υποτίθεται ότι “κατεβαίνουν στη γη” για ένα πολύχρωμο συνολάκι ρουχισμού και ένα ρολόι. Το χρήμα είτε με τη μορφή της άμεσης ανταλλαγής σε είδος είτε με τη μορφή του νομίσματος ως γενικού ισοδύναμου ανταλλαγής εμπορευμάτων μπαίνει στη νέα κοινωνική ιστορική ζωή του. Το ρολόι θα συμβολίσει την επίσημη ένταξή του στα πλαίσια του ιστορικού χωροχρόνου.

VII) DIVA : ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ “ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ”

Η πρωταγωνίστρια, η ντίβα, σε συνέντευξη τύπου απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων : «Η μουσική έρχεται και φεύγει, δεν φυλακίζεται». Αρνείται να ενσωματωθεί σε μια νέα τάξη πραγμάτων, να αποτελέσει μέρος κατ’ αυτόν τον τρόπο ενός αναδυόμενου οικονομικού κυκλώματος που προσαρμόζει τις επιθυμίες και τα γούστα των διαφόρων ακροατηρίων στη λογική του χρήματος και των καλουπωμένων δίσκων βινυλλίου, των κασετών, των οπτικοακουστικών βιντεοταινιών, των ψηφιακών δίσκων. Αρνείται να χάσει την πνευματική, καλλιτεχνική, ψυχική και σωματική της αυτονομία και ανεξαρτησία και να παραδοθεί η ίδια στην ανθρωποβόρα χοάνη των mass media που καθηλώνουν συνειδήσεις, επιθυμίες και πνευματικές δημιουργίες στο επίπεδο του “λιγότερο από μηδέν”. Και ο δημοσιογράφος τη ρωτά με πλεονάζουσα δήθεν αφέλεια : «Είστε λοιπόν εναντίον του εμπορίου της τέχνης ;». Αγέρωχη η μαύρη ντίβα, η βασίλισσα της Αφρικής που θα αποκαλέσει σε μια σκηνή ένας μαύρος λαχειοπώλης θαυμαστής της, απαντά : «Το εμπόριο πρέπει να προσαρμόζεται στην τέχνη».

H Diva, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jean-Jacques Beineix [64] που γυρίστηκε το 1982, παρά το σενάριό της με τα χαρακτηριστικά ημι-αστυνομικής ταινίας, δίνει μερικά δείγματα ενός νέου κόσμου που ανατέλλει και περιβάλλει τον κόσμο της τέχνης [65] . Με αφορμή την ιστορία της ντίβας ο Beineix κάνει ένα σχόλιο για τη σχέση της τέχνης με το εμπόριο, μιας “λεοντείας ειρήνης” ανάμεσα στον κόσμο της μουσικής και στα νέα αφεντικά των επιχειρήσεων του χώρου της δισκογραφικής παραγωγής. Τα νέα αυτά αφεντικά πολλές φορές βρίσκονται στις νέες βιομηχανικές χώρες (ΝΒΧ) της Άπω Ανατολής [66] που αποκτούν με παράνομο, αρκετές φορές, τρόπο τα υλικά και τις πρώτες ύλες του προϊόντος τους [67] , που στηρίζουν την ανάπτυξή τους στη χαμηλά αμοιβόμενη μισθωτή εργασία στα πλαίσια ενός περιφερειακού φορντιστικού μοντέλου παραγωγής. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στις προσπάθειες δυο πρακτόρων δισκογραφικής εταιρείας από την Ταϊβάν οι οποίοι αφού δεν μπόρεσαν με άμεσο τρόπο να πείσουν την ντίβα να επιτρέψει τη μαγνητοφώνηση των κοντσέρτων της επιδόθηκαν στο έργο της καταδίωξης του νεαρού ταχυδρόμου – εραστή της όπερας που είχε μαγνητοφωνήσει κρυφά το κοντσέρτο.

Ο σχολιασμός του Beineix επεκτείνεται στις σχέσεις αστυνομίας με τον υπόκοσμο που ανατρέπουν τις βάσεις του μοντέρνου κράτους δικαίου εισάγοντας το στοιχείο του εκχρηματισμού στο κύκλωμα των οργάνων τήρησης της τάξης και της πρακτικής αυτονόμησης τμημάτων της στην κατεύθυνση της επιχειρηματικοποίησής της.

Με λίγα λόγια, μπορούμε συνολικά να ερμηνεύσουμε την ταινία του Beineix ως μια σειρά κριτικών σχολίων πάνω στο ρόλο του χρήματος και του κέρδους στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις και την εμπορευματικοποίησή τους – στοιχείο του σύγχρονου αποικισμού της καθημερινής ζωής από τον καπιταλισμό [68].

VIII) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, Ή ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ; ΚΙ ΟΜΩΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ.

Ένα βασικό στοιχείο της συζήτησης για το μεταμοντερνισμό, τους φορντισμούς και τις νέες εκδοχές του (νεοφορντισμός, μεταφορντισμός, afterφορντισμός) είναι και η επίπτωση των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στα πεδία της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνίας στο πεδίο του κράτους. Οι Joachim Hirsch [69] και Bob Jessop [70] προσδιορίζουν το φορντιστικό κράτος σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η ταξική πάλη και ταυτόχρονα το αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερη μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. Η κρίση του πολιτικού συστήματος της φορντικής περιόδου είναι συνέπεια της ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης που υπονομεύει τις κοινωνικές σχέσεις των μορφών αναπαραγωγής της προηγούμενης περιόδου. Το αποτέλεσμα είναι η κοινωνική αστάθεια και η εμφάνιση και μαζικοποίηση “νέων κοινωνικών κινημάτων” [71] που αποδιαρθρώνουν το θεσμοποιημένο ταξικό συμβιβασμό στα πλαίσια του φορντιστικού κοινωνικού κράτους πρόνοιας και, σύμφωνα με την ορολογία του B. Jessop, “ξεκοιλιάζουν” [72] το κράτος. Όμως το κράτος δεν αποδιοργανώνεται μόνο λόγω των νέων κοινωνικών κινημάτων αλλά και λόγω της στρατηγικής των αστικών αρχουσών τάξεων που βλέπουν στο ρυθμισμένο καπιταλισμό εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου, που με τη στρατηγική της παγκοσμιοποίησης, της απορύθμισης και του νεοφιλελευθερισμού, όπως ήδη τονίστηκε παραπάνω, οδηγούν στον αποδιοργανωμένο καπιταλισμό. Το κράτος χάνει το εξουσιαστικό μονοπώλιο [73]. Από αυτή την απώλεια του εξουσιαστικού μονοπωλίου του κράτους ωφελημένες βγαίνουν από τη μια οι μη πολιτικές θεωρητικά αλλά πολιτικές πρακτικά οικονομικές συνιστώσες όπως οι πολυεθνικές εταιρείες και από την άλλη τα άλλα δυο επίπεδα κρατικών εξουσιών όπως είναι οι υπερεθνικές θεσμικές πολιτικές οντότητες (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) και οι μικρότερου γεωγραφικού βεληνεκούς πολιτικές οντότητες (π.χ. περιφέρειες, νομοί, δήμοι, κοινότητες). Επίσης το κράτος παραχωρεί πολλές από τις λειτουργίες του στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (παιδεία, υγεία, αστυνόμευση – επιτήρηση, παραγωγή ενέργειας και τηλεπικοινωνίες κλπ.) όπου αυτές είναι κερδοφόρες αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω από την πίεση κοινωνικών κινημάτων σε αυτό-οργανωμένες ομάδες και κοινότητες (π.χ. θεραπευτικές κοινότητες σε αντίθεση με εθνικά συστήματα υγείας, εκπαιδευτήρια κλπ.). Συνεπώς η νέα κρατική ρύθμιση του μεταφορντιστικού κράτους επιτυγχάνεται μέσω της κρατικά ρυθμισμένης απορύθμισης και επέκτασης της εμπορευματικής καπιταλιστικής οικονομίας (αποικιοποίηση της καθημερινής ζωής). Στο σημείο αυτό συμφωνεί η E. Meiskins – Wood [74] παρ’ όλο που διαφωνεί με τη χρήση των όρων που περιέχουν το πρόθεμα “μετά-” (μεταφορντισμός, μεταμοντερνισμός κλπ.). Θεωρεί η Wood ότι ο όρος “μεταμοντερνισμός” δεν μπορεί να αποδώσει την πραγματικότητα πόσο μάλλον δε όταν συσχετίζεται και συναρθρώνεται σε ένα θεωρητικό σχήμα “τεχνολογικού ντετερμινισμού” . Ο καπιταλισμός είναι, κατά την άποψή της, ένα σύστημα που είναι από την ίδια του τη λογική υποχρεωμένο να προωθεί και να υιοθετεί τις πλέον ευφάνταστες και δημιουργικές καινοτομίες για να ξεπερνάει, επιλύοντάς τες, όλες τις βασικές του εσωτερικές αντιφάσεις. Κατά συνέπεια, δεν είναι σωστό να μιλάμε για το τέλος του καπιταλισμού και για την έλευση μιας τεχνοκρατούμενης κοινωνίας, όπως κάνουν πολλοί μεταμοντερνιστές ή μελλοντολόγοι [75]. Η μεταβατική αυτή περίοδος κατά την οποία ο αποδιοργανωμένος καπιταλισμός και οι ευέλικτες μορφές συσσώρευσης και εργασιακών σχέσεων επικρατούν είναι χαρακτηριστική της λογικής του καπιταλισμού και των δικών του “νόμων κίνησης”. Πρόκειται για μια εντατικοποίηση της διαδικασίας εξαγωγής υπεραξίας μέσω των νέων τεχνολογιών, της υιοθέτησης και εφαρμογής νέων ευέλικτων μορφών παραγωγής, διακίνησης και παραγωγής εμπορευμάτων και των νέων ευέλικτων σχέσεων εργασίας. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν νέο κοινωνικό σχηματισμό που είναι μόνο προϊόν των νέων τεχνολογιών και του αυτοποιητικού τους μηχανισμού αλλά που είναι κυρίως προϊόν τόσο των νόμων κίνησης του καπιταλισμού όσο και της ταξικής πάλης όπως εκφράζεται στη συγκυρία, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στις ιδιομορφίες των εθνικών επιπέδων [76]. Έτσι ο καπιταλισμός χωρίς το άλλοθι της ύπαρξης του Ανατολικού, δήθεν σοσιαλιστικού, στρατοπέδου, βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τις δικές του αντιφάσεις και με τα κοινωνικά κινήματα που δημιουργεί. Έχει επιβληθεί στο μεγαλύτερο μέρος όχι του πλανήτη αλλά έχει καλύψει σε μέγιστο βαθμό την καθημερινή ζωή μέσω της εμπορευματικοποίησής της. Το γεγονός ότι η εμπορευματικοποίηση της καθημερινής ζωής έχει γίνει το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία έχει τελειώσει ή ότι οι κοινωνικές τάξεις έχουν πλέον καταργηθεί [77] και, συνακόλουθα, η ταξική πάλη.

Τα μέτωπα πάλης για τα ριζοσπαστικά κινήματα στο σύγχρονο καπιταλισμό είναι πολλά και ενδιαφέροντα. Στο βαθμό που το ζήτημα της εργασίας δεν έχει χάσει ακόμη την επικαιρότητά του, η ταξική πάλη ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και στις κυριαρχούμενες συνεχίζεται με μορφές διαφορετικές απ’ ό, τι στο παρελθόν. Στο βαθμό που ο σύγχρονος καπιταλισμός δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερες στρατιές ανέργων, οι πηγές κοινωνικής έντασης θα αναβλύζουν τα χειμαρρώδη νερά των εξεγέρσεων. Αυτή είναι η μια πλευρά των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων για την οποία δεν μπορούμε από τώρα να διατυπώσουμε ποιες μορφές θα πάρουν στο μέλλον. Ήδη οι τυφλές εξεγέρσεις των καταραμένων στο Los Angeles, η διαρκής εξέγερση των Zapatistas στο Μεξικό [78] , οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στη Γαλλία και σε μικρότερους βαθμούς στην υπόλοιπη Ευρώπη [79] , δείχνουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός, η απορύθμιση και η κατεδάφιση των κοινωνικών κατακτήσεων δεν μπόρεσε να επιβληθεί χωρίς αντιστάσεις και πισωγυρίσματα. Αν όμως ο καπιταλισμός είναι ο κυρίαρχος σήμερα τρόπος συσσώρευσης κεφαλαίου και παραγωγής στους περισσότερους κοινωνικούς σχηματισμούς, το χαρακτηριστικό της μεταβατικής αυτής φάσης του είναι η κοινωνική ανασφάλεια που ωθεί τους πολίτες στην αναζήτηση νέων πολιτικών οικοδόμησης ταυτοτήτων. Η κοινωνία του ρίσκου και του ανακλαστικού εκσυγχρονισμού καθιστά υποχρεωτικές τις αναθεωρήσεις παλιών τρόπων σκέψης και δράσης. Οι κατευθύνσεις δεν είναι δεδομένες και εναπόκειται στους ίδιους τους πολίτες να αποφασίζουν. Από τη μια, συνέπεια των νεοφιλελεύθερων επιλογών, η κατεύθυνση είναι η πολιτική των στενών οριζόντων, του εθνικισμού, του ρατσισμού, του περιορισμού των δικαιωμάτων. Από την άλλη η κατεύθυνση είναι αυτή των νέων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, των εργαζομένων, των ανέργων, των γυναικών, της ειρήνης, του διεθνισμού, της προστασίας του περιβάλλοντος, της παιδείας, της διεύρυνσης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των ομοφυλόφιλων, των προσφύγων και μεταναστών, των κινημάτων για την ανθρώπινη και όχι εμπορευματική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου κλπ.

Είναι, συνεπώς, προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη νικηφόρα πορεία των νέων κοινωνικών και πολιτικών ριζοσπαστικών κινημάτων, η ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών καθώς και των αντιλήψεων, νοοτροπιών και των πολιτισμικών παραμέτρων που χαρακτηρίζουν αυτές τις κοινωνίες.

Η κοινωνία των αντιγράφων δεν μπορεί να είναι το μέλλον των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν όλα τα χρώματα της ζωής και να χαίρονται τα αγαθά του πολιτισμού. Οι γκρίζες περιοχές που είδαμε στο Blade Runner, οι απομονωμένες και σκυθρωπές φιγούρες που χαζέψαμε στα Φτερά του Έρωτα και η διαφθορά των ανθρώπων του νόμου και των ανερχόμενων οικονομικών δυνάμεων που διαπιστώσαμε στη Diva, είναι δημιουργήματα όχι της φαντασίας των σεναριογράφων και των σκηνοθετών, άντε και κάποιων ευφάνταστων θεωρητικολογούντων γκρινιάρηδων. Είναι πλευρές αυτής της καπιταλιστικής κοινωνίας που ζει ακόμη στην εποχή των … μετά.

Δια ταύτα ; Ας προβληματιστούμε για τις εναλλακτικές λύσεις στο νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση, την τεχνολογική ανεργία και την απορύθμιση. Παρά τις όποιες επί μέρους διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς με μερικές από τις απόψεις της Ellen Meiskins Wood, εν τούτοις δεν νομίζω ότι θα διαφωνούσε στην προτελευταία πρόταση ενός άρθρου της : «Αν οι παλιές μορφές πολιτικής δράσης σαν τη χτεσινή ρύθμιση του Κεϋνσιανισμού είναι ακόμη λιγότερο κατάλληλες σήμερα απ’ όσο ήταν στα πλαίσια μιας λιγότερο “παγκόσμιας” οικονομίας, αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα περιθώρια για πολιτική δράση οποιουδήποτε τύπου έχουν στενέψει. Σημαίνει απλώς ότι η πολιτική δράση δεν πρέπει να πάρει τη μορφή της παρέμβασης στην καπιταλιστική οικονομία αλλά πρέπει όλο και πιο πολύ να παίρνει τη μορφή της απόσπασης της ουσιαστικής ζωής από τη λογική του καπιταλισμού. Αυτό είναι το είδος των πραγμάτων για τα οποία πρέπει να σκέφτεται η Αριστερά, αντί να επιτρέπει στον εαυτό της να παραλύει μπροστά στον εφιάλτη της παγκοσμιοποίησης» [80].

Το νήμα, λοιπόν, που συνδέει τη “θεά”, τον “άγγελο” και το “παλικάρι” είναι η επιθυμία να ξεφύγουν από τα στενά πλαίσια που ορίζει η κυριαρχία με οποιοδήποτε τρόπο του κεφαλαίου στην επαγγελματική και την καθημερινή κοινωνική τους ζωή και να δουν με πραγματικά και όχι τεχνητά κι ασπρόμαυρα μάτια την ίδια την πραγματικότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. 1. Aglietta A., (1979), A Theory of Capitalist Regulation :The U.S. Experience, London, New Left Books.
2. 2. Βαλλιάνος Χ., 1997, «Η εργασία πηγή φτώχειας. Το ζοφερό τοπίο του νεοφιλελευθερισμού» στο περιοδικό Θέσεις, τεύχος 58, Ιαν.-Μαρτ. 1997, σ.σ. 119-132.
3. 3. Bartholomew D., 1994, «Science Fiction Films» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press , σ.σ.369-84
4. 4. Bech Ul., Giddens A., Lash Sc., (1993), Reflexive Modernity, London, Verso
5. 5. Bech Ul., (1996), Η Επινόηση του Πολιτικού : Για μια θεωρία του εκσυγχρονισμού, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α.Λιβάνη
6. 6. Bell D., (1973), The Coming of Post-Industrial Sοciety ; A Venture in Social Forecasting, New York, Basic Books
7. 7. Bell D., (1976), The Cultural Contradictions of Capitalism, New York, Basic Books.
8. 8. Blacburn Robin, (1997), «Reflections on Blair’s Velvet Revolution» in New Left Review, no. 223, May/June 1997.
9. 9. Βonefeld W. & Holloway J., (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος», Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
10. Βoyer R., (1989), H θεωρία της ρύθμισης, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
11. Γεωργακοπούλου Β., (1995), Αγορά Εργασίας και Σύγχρονες Εργασιακές Σχέσεις, Αθήνα, Έκδοση Ινστιτούτου Εργασίας Ο.ΤΟ.Ε.
12. Γεωργακοπούλου Β., (1996), Ευελιξίες της Επιχείρησης και της Εργασίας : Έννοια, βασικές διαστάσεις και επιλογές στις σύγχρονες συνθήκες, Αθήνα, Έκδοση Ινστιτούτου Εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε.
13. Γεωργιάδου Β., (1997), «Το πρόβλημα της ανεργίας των νέων στην Ευρώπη» στο περιοδικό Ευρωπαϊκή Έκφραση, Τεύχος 25, 2ο τρίμηνο 1997, σ.σ. 19-22.
14. Γεωργίου Θ., (1988), «”Η μεταμοντέρνα κατάσταση” : Απόρριψη του γενικού» στο συλλογικό έργο Μοντέρνο- Μεταμοντέρνο, Αθήνα, Εκδ. Σμίλη, σ.σ. 53 – 7
15. Γκέητς Μπ., (1997), «Μια δημοκρατική αγορά για τα ΜΜΕ» στο περιοδικό New Perspectives Quarterly (NPQ ελληνική έκδοση), τεύχος 3ο, Καλοκαίρι 1997, σ.σ. 62 – 6
16. Γκέητς Μπ. & Μ. Δερτούζος, (1997), «Ο καπιταλισμός χωρίς τριβές και οι ηλεκτρονικές μπουλντόζες» στο περιοδικό New Perspectives Quarterly (ΝPQ ελληνική έκδοση), Τεύχος 3ο, Καλοκαίρι 1997, σ.σ. 67 – 72.
17. Crook St., Pakulski J. & Waters M., (1992), Postmodernization : Change in Advanced Society, London, Sage.
18. De Rosnay J., (1995), L΄Homme Symbiotique, Paris, Editions du Sueil
19. De Rosnay J., (1997), «Η πληροφορική επανάσταση», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Μaniere de voir»), τεύχος 11, Μάιος, σ.σ.32-4
20. Δοξιάδης Κ., 1993, Ιδεολογία και τηλεόραση : Για τη διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα, Πλέθρον.
21. Klaus E., (1993), The New Politics of Class, London, Sage.
22. Featherstone M, (1992), «Postmodernism and the aesthetization of everyday life» in Lash S. αnd Friedman J. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell.
23. Ηabermas J., (1973), Legitimation Crisis, London, Heinemann
24. Habermas J., (1981), «Modernity Versus Postmodernity», New German Critique, Number 22.
25. Harvie D., (1997), «Review of Pakulski’s and Water’s The Death of Class» in Capital and Class, no.62, Summer 1997, σ.σ. 192 – 3
26. Harvey D., (1990), The Condition of Postmodernity : An Enquiry into the Origins of Cultural Change, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell
27. Heller A., (1993-4), «Παμφάγος νεοτερικότητα», Λεβιάθαν, τ.14, σ.σ.23-44.
28. Hirsch J., (1993), «Φορντισμός και μεταφορντισμός : η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο Werner Bonefeld & Holloway John, Mεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
29. Jameson Fr., (1982), «On Diva» in Social Text, no. 6, Fall 1982, σ.σ. 114 – 9.
30. Jameson Fr., (1988), «Postmodernism and the Consumer Society» in Kaplan E.A. (ed) Postmodernism and its Discontents : Theories, Practices, London, Verso
31. Jameson Fr., (1991), «Postmodernism or, The Cultural Logic of Late Capitalism»,New York, Verso.
32. Jessop B., (1994), «Post-Fordism and the State» in Ash A., Post-Fordism : A Reader, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell, σ.σ.251 – 279.
33. Κατσορίδας Δ., 1997, «Αντισταθμιστικές επιδράσεις στην απασχόληση από την εισαγωγή των νέων τεχνoλογιών» στο περιοδικό Θέσεις, τεύχος 58, Ιαν.-Μαρτ. 1997, σ.σ. 133-8.
34. Καυκαλάς Γ. & Κ.-Β. Σπυριδωνίδης (επιμ.), (1992), Μεταμοντέρνοι Καιροί, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής.
35. Kellner D., (1992), «Popular Culture and the construction οf postmodern identities» in Lash Sc. & Friedman Jon. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK-Cambridge USA, Blackwell.
36. Κennedy P, (1994), Προετοιμασία για τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη.
37. Lash Sc. & J. Urry, (1987), The End of Organized Capitalism, Cambridge, Polity Press.
38. Lash Sc. & J. Urry, (1994), Economies of Signs and Space, London, Sage
39. Lipietz Al., (1990), Aυταπάτες και θαύματα : Προβλήματα του περιφερειακού φορντισμού, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας
40. Lipietz Al., (1997), «To μέλλον των πολιτισμών», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Maniere de voir»), τεύχος 11, Μάϊος, σ.σ. 85-88
41. Λυμπεράκη Α. & Α. Μουρίκη, (1996), Νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
42. Μαυρουδέας Σταύρος, (1994), «Κριτική της θεωρίας της ρύθμισης», στο περιοδικό Αξιολογικά, Τεύχος 6ο, Δεκέμβριος 1994, σ.σ. 199-243.
43. Markoff J., (1997), «Really Existing Democracy : Learning from Latin America in the Late 1990’ s» in New Left Review, no.223, May/June 1997.
44. Μartin M. & Porter M. (Eds), (1996), Video Movie Guide 1996, New York, Ballantine Books (WWW page at http://www.randomhouse.com).
45. Μartinez Lucio M. & Stewart P., (1997), «The Paradox of Contemporary Labour Process Theory : The Rediscovery of Labour and the Disappearence of Collectivism» in Capital and Class, no. 62, Summer 1997, σ.σ. 49 – 79.
46. Marshall T.H. & Bottomore Tom, (1995), Ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη, Αθήνα, Εκδ. Gutenberg.
47. Μeller J., 1994, «Film Noir» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press, σ.σ. 137-144.
48. Παντελίδου-Μαλούτα Μ. (επιμ.), 1996, «Κοινωνικά Κινήματα και κοινωνικές επιστήμες», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 8ο, Νοέμβριος 1996, Eκδ. Θεμέλιο.
49. Pakulski I. & Waters M., (1996), The Death of Class, London, Sage.
50. Petras J., (1997), «Latin America : The Resurgence of the Left» in New Left Review, no.223, May/June 1997.
51. Rabinow P., (1992), «A Modern Tour in Brazil» in Lash S. and Friedman J. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell.
52. Rifkin J., (1996), Το τέλος της εργασίας, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη.
53. Σαγιάς Ι. & Σπουρδαλάκης Μ., (1993), «Συλλογική κατανάλωση : Διεθνής εμπειρία, Ελληνικές ιδιομορφίες» στο Γετίμης Π. – Γράβαρης Δ. (Επιμ.), Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική : Η σύγχρονη προβληματική, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, σ.σ. 413-443.
54. Simmel G., (1977), Philosophie de l’ argent, Paris, Presses Universitaires de France.
55. Sivanandan A., «Capitalism, Globalization, and Epochal Shifts : An Exchange» in Monthly Review, N.Y., Vol. 48/9, σ.σ. 19-21.
56. Smart B., (1993), Postmodernity, London, Routledge.
57. Toffler A., (1993), Νέες Δυνάμεις, Αθήνα, Εκδ. Κάκτος.
58. Toynbee A., (1954), A Study of History, Volume 8, London, Routledge
59. Φουκώ Μ., (1993), Οι λέξεις και τα πράγματα : Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, Αθήνα, Εκδ. Γνώση.
60. Ψυχοπαίδης Κ., (1993), «Κρίση θεωρίας στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες» στο Bonefeld W. & Holloway J., Mεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας, σ.σ. 262 – 81.
61. Ψυχοπαίδης Κ., (1995), «Εθνικισμός, εθνισμός και δημοκρατία» στο Επιστημονικό Συμπόσιο : Έθνος – Κράτος – Εθνικισμός, Αθήνα, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ.53-66.
62. Ψυχοπαίδης Κ., (1996), «Προς μια θεωρία της νεοτερικότητας» στο Μοντερνισμός : Η ώρα της αποτίμησης, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ. 9-28.
63. Wood Meiskins El., (1996), Democracy Against Capitalism, N.Y., Cambridge University Press.
64. Wood Meiskins El., (1996), «Modernity, Postmodernity or Capitalism» in Monthly Review , N.Y., Vol.48/3, July-August, σ.σ. 21 -39.
65. Wood Meiskins El., (1997), «A Reply to Sivanandan» in Monthly Review, N.Y., Vol. 48/9, σ.σ. 21-31.

Written by antiracistes

Απριλίου 7, 2009 at 12:55 μμ

Εκδήλωση-συζήτηση του ΟΠΕΚ: “Η αγορά εργασίας εν ώρα κρίσης: επισφαλής εργασία και ανεργία”

leave a comment »

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας (ΟΠΕΚ)
σας προσκαλεί στην εκδήλωση που διοργανώνει με θέμα:

“Η αγορά εργασίας εν ώρα κρίσης:
επισφαλής εργασία και ανεργία”

την Τετάρτη 8 Απριλίου 2009, ώρα 18.30

στη ν Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου Ελλάδος (Ακαδημίας 23)

1η ΕΝΟΤΗΤΑ
Ιστορικό πλαίσιο- Διεθνείς παράμετροι

Αντώνης Λιάκος (Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Βιργινία Μαντουβάλου (University of Leicester )

2η ΕΝΟΤΗΤΑ
Ελληνικές πτυχές

Αντιγόνη Λυμπεράκη (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Μάνος Ματσαγγάνης (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Σχολιασμός:
Εύη Χριστοφιλοπούλου (Βουλευτής ΠΑ.ΣΟ.Κ)

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Δημήτρης Παπούλιας (Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Ορισμένα από τα ερωτήματα που θα τεθούν κατά τη συζήτηση είναι:

Πόσο νέο φαινόμενο είναι η επισφαλής εργασία; Ταυτίζεται η επισφαλής εργασία με την ευέλικτη εργασία; Κατά πόσον ισχύει η διχοτόμηση των ανθρώπων σε δυο κόσμους: τον κόσμο των “εντός” προνομίων και προστασίας, και τον κόσμο των “εκτός”; Ως ποιο σημείο συμπίπτουν και πού αποκλίνουν τα συμφέροντα των “κανονι� �ών” εργαζομένων, των “επισφαλών” εργαζομένων και των ανέργων; Πόσο αντιπροσωπεύονται οι επισφαλώς εργαζόμενοι/ες και οι άνεργοι/ες από τα συνδικάτα; Υπάρχει “Ευρωπαϊκή διαδρομή” προς τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας; Μπορεί να προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις υπέρ των “εκτός” χωρίς να θιγούν τα κεκτημένα των “εντός”;

Written by antiracistes

Μαρτίου 28, 2009 at 8:28 πμ

ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΤΙΚΕΣ” ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

leave a comment »

ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

 του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

BLADE RUNNER, DIVA ΚΑΙ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ : ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΟΥΝ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ.

 

 

                «Ο νέος είναι ωραίος, μα ο παλιός είναι αλλιώς». Ένα ρητό που παλιότερα το ερμηνεύαμε μόνο στα πλαίσια των συμφραζομένων του λόγου της καθημερινότητας των στρατιωτών. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να σκύψουμε πάνω σε μια νέα εικόνα και να προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε χρησιμοποιώντας πολλές φορές νέα, και άγνωστα μέχρι τώρα, κριτήρια. Ένας από τους παράγοντες που αποτελούν κριτήριο ανάγνωσης αυτής της νέας πραγματικότητας την οποία όλοι και όλες αναγνωρίζουμε πως υφίσταται είναι ο παράγοντας χρόνος και η σημασία του για την κατανόησή της. Η Agnes Heller τονίζει ότι τόσο το μέλλον όσο και το παρελθόν, παρά την απέραντη διαφορετικότητά τους, συμπυκνώνουν σε μια στιγμή το χρόνο [1]. Μια από τις ερμηνείες που μπορούν να δοθούν για την παρατήρηση αυτή είναι ότι η στιγμή, το παρόν που βιώνουμε, είναι τμήμα μιας διαδικασίας μετάβασης, προς κάποιες νέες εποχές που κουβαλάνε πάνω τους στίγματα ενός κοινωνικού, ιστορικού παρελθόντος από το οποίο η διαφυγή είναι, όχι βέβαια αδύνατη, αλλά βασανιστική. Όσο γρήγορες και επιταχυνόμενες και αν είναι οι ενδιάμεσες αλλαγές και ανατροπές, τόσο οι αντιστάσεις και οι ενστάσεις δυναμώνουν και φουντώνουν. Το παρελθόν αξιολογείται με μύριες όσες μορφές, που καταλαμβάνουν όλες τις θέσεις και τα άκρα ενός φάσματος θετικών και αρνητικών αξιολογήσεων. Ίσως αυτό υπονοείται στη θέση του Barry Smart ότι οι νέες εποχές στις οποίες τυχαίνει να ζούμε εμπεριέχουν παλιές σκοτούρες, οικείες κι αναγνωρίσιμες προοπτικές και δυνατότητες καθώς και τέρψεις πάσης φύσεως [2]. Μια ιδέα που είναι αναγνωρίσιμη και αρκετά παλιά : εγγενές στοιχείο της νεoτερικότητας είναι η ίδια η μεταβατικότητα σε νέες εποχές [3].

 

Η συζήτηση αρχίζει από παλιά. Αν λάβουμε υπόψη μας δυο συγγραφείς της φιλελεύθερης, εν γένει, παράδοσης θα διαπιστώσουμε ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950-60 έχει αρχίσει να γίνεται λόγος για τη μετανεοτερική εποχή. Οι Α. Toynbee και D.Bell συνειδητοποιούν ότι κάτι αλλάζει στον κοινωνικό ορίζοντα και προσπαθούν να το περιγράψουν. Το άγχος του Toynbee για τη σταθερότητα των μεσοαστικών αξιών και της κυριαρχίας του αντίστοιχου αμερικάνικου τρόπου ζωής είναι φανερό [4]. Aυτό που ο ίδιος θεωρεί νεοτερικότητα, δηλαδή ο εργαλειακός λόγος[5] και οι συμπαραδηλώσεις του κινδυνεύουν από τη φρενήρη ανάπτυξη και τους τρελούς ρυθμούς της τεχνολογικής αλλαγής που επιταχύνεται σε καθημερινή βάση υπό την αιγίδα όχι μόνον της καπιταλιστικής επιχείρησης αλλά και του κράτους. Ο Toynbee βλέπει στην ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη και, εν μέρει, στη Βόρεια Αμερική, ένα διάπλατα ανοιχτό παράθυρο από το οποίο οι μάζες θα εισβάλλουν στον κόσμο της μεσοαστικής τάξης. Η αμφισβήτηση της νεοτερικότητας άρχισε, κατ’ αυτόν, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αποκαλείται ως ο πρώτος μετανεοτερικός πόλεμος. Η Σοβιετική Επανάσταση αντιπροσωπεύει, πάλι κατ’ αυτόν, την πρώτη μαζική επίθεση κατά της νεοτερικότητας όπως την όρισε. Η μεσοαστική τάξη του δεν φαίνεται να γνωρίζει πια την εποχή στην οποία ζει και αναπνέει, είναι μια εποχή που η ηγεμονία της φθίνει. Σε ένα πιο απαισιόδοξο τόνο ο D.Bell μιλά για τη μεταβιομηχανική κοινωνία που αντιπροσωπεύει την παρακμή του αστικού νεοτερικού πολιτισμού όπως επικεντρώθηκε στο βιομηχανικό ορθολογισμό. Οι πολιτισμικές αντιθέσεις του καπιταλισμού είναι τέτοιες που θα προκαλέσουν την αποσύνθεση αυτής της βιομηχανικής ορθολογικότητας και κοινωνίας. Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της νεοσυντηρητικής σκέψης του Βell. Eπικεντρώνοντας το βλέμμα του ιδιαίτερα στο χώρο της τέχνης, υποστηρίζει πως αυτή έχει υπονομεύσει την ηθικότητα του προτεσταντικού βιομηχανικού πνεύματος και πως η πουριτανική ηθική της εργασίας δίνει τη θέση της στην ηδονιστική αναζήτηση νέων αισθήσεων, εντυπώσεων και ικανοποιήσεων για λογαριασμό ενός ανεμπόδιστου κι ελεύθερου δεσμεύσεων και υποχρεώσεων εγώ [6]. Ο M. Featherstone τονίζει στην κριτική του ότι ο Βell υπερεκτιμά το ρόλο των πεποιθήσεων που απορρέει και από την υπερβολική έμφαση που δίνει στην παρουσία της τέχνης ως αποσταθεροποιητικής λειτουργίας της κοινωνικής ζωής χωρίς από τη μια αντιλαμβάνεται τις ίδιες τις πρακτικές της εμπορευματοποίησης της τέχνης που εντάσσουν μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος όποιες αντίπαλες προς αυτό κριτικές και από την άλλη την επιδίωξη πολλών από αυτούς τους κριτικούς αντιπάλους ιδιαίτερα του χώρου της τέχνης και της διανόησης να παίξουν ταυτόχρονα το δικό τους ανατρεπτικό παιχνίδι αλλά και το παιχνίδι στο τερραίν της εμπορευματοποίησης.

 

 

                Στα πλαίσια μιας, πιο νεότερης σχετικά, συζήτησης στη δεκαετία του ‘80 τίθενται επί τάπητος όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής κοινωνίας όπως τη γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα. Ο Umberto Eco σημειώνει τρεις χαρακτηριστικές πλευρές της νέας εποχής : την αποδιάρθρωση των συστημάτων που διατηρούσαν την ειρήνη και την τάξη [7], τη μεσαιωνοποίηση της πόλης, δηλαδή τη δημιουργία μιας πόλης με μικροκοινωνίες, θύλακες μειονοτήτων, συγκρούσεις και κατατμήσεις / θρυμματισμός του κοινωνικού σώματος με κοινωνικά αιτήματα την ασφάλεια και προστασία, και την καθολική εμπέδωση ενός κλίματος ρίσκου σε συνδυασμό με την πλήρη εμπορευματικοποίηση της ύστερης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Ο νεομεσαίωνας είναι, κατά τον Eco, η ονομασία που πρέπει να δώσουμε στα συμπτώματα ανασφάλειας που προκαλούνται από τις αρνητικές συνέπειες των αφηρημένων συστημάτων γνώσης και της συγκεκριμένης τους εφαρμογής στην τεχνολογία : μόλυνση περιβάλλοντος, παραγωγή δηλητηριωδών και επικίνδυνων άχρηστων προϊόντων, εξαφάνιση αγρίων ζώων κλπ. Η συλλογική και ατομική στρατηγική που προτείνει είναι η προσαρμογή στην κουλτούρα της συνεχούς αναπροσαρμογής.

 

                Την ερμηνεία της λέξης ρίσκο επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ο Ulrich Beck για να την εντάξει στο σώμα της θεωρίας του περί  ανακλαστικού εκσυγχρονισμού [8].

 

                H εκλεκτική στροφή στο παρελθόν, όχι όμως με την έννοια της κατανοούσας ιστοριογραφίας ή κοινωνιολογίας, είναι ένα χαρακτηριστικό της νέας τάξης πραγμάτων του μετανεοτερικού κόσμου. Ο Frederic Jameson θα μιλήσει για το φαινόμενο του μιμητισμού (pastiche) [9] περασμένων αισθητικών προτύπων ξεπερνώντας ακόμη και την παρωδία τους στο βαθμό που αυτή συσχετιζόταν άμεσα με το αυθεντικό αισθητικό πρότυπο και, μ’ αυτήν την έννοια, εντασσόταν στα πλαίσια της νεοτερικότητας. Το νέο στοιχείο που ο Jameson προσθέτει είναι ο θάνατος του υποκειμένου στην εποχή των μεγάλων επιχειρήσεων και της δημογραφικής επέκτασης. O D.Kellner [10] θεωρεί ότι η ταυτότητα ενός υποκειμένου σήμερα γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη και ασταθής, με αποτέλεσμα να θεωρείται μύθος και αυταπάτη.  . Ο Mike Featherstone κάνει λόγο για το φαινόμενο της αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής [11] που περιλαμβάνει τα υπο-φαινόμενα της διάβρωσης των ορίων υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, τέχνης και καθημερινής ζωής, της μετατροπής της ζωής σε έργο τέχνης, της έντονης ροής σημείων και εικόνων που διαπερνούν το οικοδόμημα της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη κοινωνία, δείγματα των οποίων συναντά κανείς και στα έργα συγγραφέων που αναφέρονται στην περίοδο της ίδιας της νεοτερικότητας – αν μπορούμε να ορίσουμε μια αρχή της και ένα τέλος της, βέβαια – όπως πχ οι C.Baudelaire [12], G.Simmel [13], W.Benjamin [14]  και J. Ηabermas [15]. Μια από τις προσφερόμενες ερμηνείες, που προσφεύγει ήδη στο Μεσαιωνικό καρναβάλι, άρα σε προ-νεοτερική εποχή, για να εξηγήσει το φαινόμενο της αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής είναι αυτή των P. Stallybrass και A. White [16] περί της συμβολικής σημασίας του γκροτέσκο Άλλου που εντάσσει αυτό το, αποκλεισμένο από το σύστημα σχηματισμού ταυτότητας, Άλλο των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων και μαζών στα πλαίσια της παραγωγής ονείρων και ιδεατών μοντέλων, δηλαδή αποκτά την δική του θέση ως αντικείμενο επιθυμίας. Μέσα από τη διαδικασία της ανάπτυξης της εμπορευματικοποίσης και της επικράτησης της βιομηχανικής ορθολογικότητας αυτή η, σχετικά, ανατρεπτική εκδήλωση μετατρέπεται σε οργανωμένη δραστηριότητα που εντάσσει εντός ορίων την επιθυμία. Στη μετανεοτερική περίοδο βλέπουμε καθαρά το ρόλο πολυεθνικών πια εταιρειών να οργανώνουν την αποδιοργάνωση : η περίπτωση Disneyland είναι ενδεικτική της έννοια της οργανωμένης αποδιοργάνωσης. Το φαντασιακό Άλλο είναι πια μια γλυκιά εμπορευματικοποιημένη διαδικασία που κρατάει τους κινδύνους εντός πλαισίων. Η ίδια μέσες- άκρες διαδικασία είναι αυτή των πανηγυριών, των συναυλιών, των θεαμάτων, των θεματικών πάρκων, των υπερκαταστημάτων – εμπορικών κέντρων (malls) και, πάνω απ’ όλα, του τουρισμού.

 

               

                Όσα αναφέρθηκαν ως τώρα δεν μπορούν να αποκοπούν από τις εξελίξεις στο σκέλος της οικονομίας. Η οικονομική ιστορία της νεοτερικότητας και η ερμηνεία της μετανεοτερικότητας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένες. Η συζήτηση οφείλει να περιλάβει σε πρώτο πλάνο τις εξελίξεις από τη μια στη συσσώρευση κεφαλαίου και τις σχέσεις παραγωγής και από την άλλη στην αγορά της εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις. Και στις δύο συνιστώσες της συζήτησης εμπλέκονται και εγγράφονται στα συμπεράσματά της οι παράγοντες του χρόνου και του τόπου, με διαφορετική σημασία και επίδραση στις κάθε φορά διαφορετικά διαμορφούμενες συνθήκες.

 

                Η κύρια συζήτηση που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών είναι  αυτή που εστιάζεται γύρω από το ζήτημα του τι διαδέχεται το φορντιστικό μοντέλο παραγωγής. Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να δούμε ποιο είναι αυτό το μοντέλο, ποια τα κύρια χαρακτηριστικά του και, κυρίως, να εντοπίσουμε ποια από αυτά τα χαρακτηριστικά του χάνονται, ποια τροποποιούνται και ποια διατηρούνται μέσα στο πέρασμα του χρόνου και πώς εντοπίζουμε – αν  εντοπίζουμε, βέβαια – την κρίση του μοντέλου αυτού για να μπορέσουμε, κατόπιν, να σκιαγραφήσουμε τα χαρακτηριστικά μιας νέας περιόδου και την απάντηση στο ερώτημα του αν αυτή είναι μια περίοδος νεο-φορντισμού, μετα-φορντισμού ή ο,τιδήποτε άλλο.

 

                Σύμφωνα με την άποψη του Α. Aglietta [17] χρειάζεται να αναφερθούμε πρώτ’ απ’ όλα στη γενική θεωρία του καπιταλισμού για να αντλήσουμε το πλαίσιο των εννοιών μέσα στο οποίο θα εργαστούμε για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε νέες έννοιες ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών σχέσεων βάσει των οποίων θα μελετήσουμε και θα κατανοήσουμε τους μετασχηματισμούς που υφίστανται οι καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι νέες έννοιες που προτείνει ο Aglietta και οι οποίες θα γίνουν για πολλά χρόνια τα εργαλεία με τα οποία μια σειρά ολόκληρη από θεωρητικούς οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες θα αναλύουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Οι επιστήμονες αυτοί θα αποτελέσουν τη σχολή της ρύθμισης, μια σχολή που στους κόλπους της θα αναπτύσσονται συνέχεια διαφορετικές απόψεις έως και αντιθετικές κατευθύνσεις [18]. Οι έννοιες που θα κυριαρχήσουν ως εργαλεία ανάλυσης είναι αυτές του καθεστώτος συσσώρευσης και του τρόπου ρύθμισης. Στην πορεία των ερευνών, και ανάλογα με το αντικείμενος σπουδής και μελέτης, θα αναδειχθούν και άλλες έννοιες, συνολικές ή μερικές, που θα βοηθήσουν, κατά τον εκάστοτε συγγραφέα, την ανάδειξη των βασικών πλευρών των κοινωνικών μετασχηματισμών. Με άλλα λόγια, η γενική μέθοδος των κυριοτέρων εκπροσώπων είναι, με αφετηρία εκκίνησης την αναφορά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να εξεταστούν οι διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης και μετασχηματισμού των κοινωνιών με βάση τα εκάστοτε χωροχρονικά συμφραζόμενα, δηλαδή ανάλογα με την ιστορική εθνική ανάπτυξη και μετασχηματισμό των ίδιων των κοινωνιών και την εξαγωγή γενικότερων θεωρητικών συμπερασμάτων. Οι πιο σοβαρές κριτικές της γενικής γραμμής της σχολής από μια μαρξιστική μεθοδολογική σκοπιά εντοπίζουν στις κατευθύνσεις της μια τάση ιστορικιστικής υπερσχετικοποίησης της γενικής μεθόδου που ανέπτυξε ο Μαρξ που φτάνει ως την υιοθέτηση ατομικιστικών μεθοδολογικών χαρακτηριστικών οπτικών γωνιών ανάλυσης[19]

 

                Έχοντας, λοιπόν, υπόψη ότι η ουσία του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος είναι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή ο καπιταλισμός, ο Αglietta θεωρεί ότι οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις μπορούν να αναζητήσουν στρατηγικές ή καθεστώτα συσσώρευσης, ανάλογα με τις συνθήκες που σχετίζονται κάθε φορά με την κοινωνία αναφοράς, την πολιτική συγκυρία και την κατάσταση της τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική συσσώρευσης προσαρμόζεται αναφορικά με την αγορά στην οποία το κεφάλαιο προσδοκά να επενδύσει και να κερδοφορήσει, δηλαδή αν δίνει προτεραιότητα στην εγχώρια (εθνική) αγορά ή στη διεθνή αγορά. Επίσης εξαρτάται από τον χαρακτήρα της στρατηγικής σε σχέση με την τεχνολογία, δηλαδή αν ενδιαφέρεται για την εκτατική ή την εντατική ανάπτυξη. Στην πρώτη περίπτωση το κεφάλαιο θα ακολουθήσει μια στρατηγική βασισμένη στη θεωρία της αύξησης της παραγωγής σχετικής υπεραξίας και στην επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης, στη δε δεύτερη περίπτωση θα προσπαθήσει να εντάξει νέες ζώνες, σφαίρες, περιοχές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, θα χρησιμοποιήσει πολιτική χαμηλών ημερομισθίων και θα επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα. Κάθε στρατηγική ή καθεστώς συσσώρευσης απαιτεί για να λειτουργήσει αποτελεσματικά και, ει δυνατόν απρόσκοπτα, την επιβολή ενός τρόπου ρύθμισης. Ο τρόπος ρύθμισης είναι η επιβολή μιας πολιτικοϊδεολογικής ηγεμονικής δομής και αντίστοιχου πολιτικού συστήματος που να καταπιέζει ή να ενσωματώνει τον ταξικό ανταγωνισμό της εργατικής τάξης στα πλαίσια ενός θεσμοποιημένου συστήματος ταξικών σχέσεων. Αυτό το σύστημα μπαίνει σε μια διαδικασία κρίσης όταν δεν είναι πλέον δυνατή η κινητοποίηση αντίρροπων τάσεων στην πτώση του ποσοστού του κέρδους μακροχρόνια και όταν για να καταστεί δυνατή η επανακερδοφορία του κεφαλαίου χρειάζεται ένας ριζικός μετασχηματισμό της δομής του καπιταλιστικού σχηματισμού : μια εσωτερική, δηλαδή,  επανάσταση στα πλαίσια του καπιταλισμού που συστήνει εκ νέου ένα νέο ιστορικό ηγεμονικό μπλοκ με την έννοια που δίνει ο Gramsci. Η διαδικασία συσσώρευσης συνεχίζεται πλέον με μια καινούργια κοινωνική βάση, κατά τον J. Hirsch [20].

               

 

                Oι ίδιες οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν επίσης χαρακτήρα στα πλαίσια του αποδιοργανωμένου καπιταλισμού και της ευέλικτης ειδίκευσης. Ένας βασικός παράγοντας που συντελεί στη  αναδιαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων είναι η νέα τεχνολογία της πληροφορικής. Η μηχανή αλλάζει και μαζί της αλλάζει η ίδια η αντίληψη του ανθρώπου γι’ αυτές και για την εργασία του. Ας δούμε μερικές όψεις αυτής της αλλαγής.

               

                Σύμφωνα με τον Joel de Rosnay [21] διαλύονται οι παραδοσιακές κοινωνικές δομές και οι παραδοσιακές ανθρώπινες αναφορές. Εκεί που παλιά υπήρχαν τρεις ενότητες αναφοράς, ο τόπος, ο χρόνος και οι λειτουργίες σήμερα τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αποκεντρωμένες αρμοδιότητες, ο αποσυγχρωνισμένος κύκλος δραστηριοτήτων και η απο-ύλωση των συναλλαγών. Τα δίκτυα αντικαθιστούν τις πυραμίδες εξουσίας, οι αλληλοεξαρτώμενοι πυρήνες τις ιεραρχικές κλίμακες, το πληροφοριακό οικοσύστημα τις γραμμικές βιομηχανικές θυγατρικές. Οι συνέπειες στην πολιτική είναι ορατές : οι πολιτικοί τα έχουν χαμένα γιατί λειτουργούν ακόμα με τη λογική της αναλογικών εξελίξεων και της ποσοστικοποίησης που δίνει μέτρα σύγκρισης της πολιτικής τους αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής τους απήχησης. Το Internet τους τρομάζει γιατί εμφανίζει τις μορφές και τα πρόσωπα των ανθρώπων που δημιουργούν την ιστορία. Αυτά τα πρόσωπα είναι οι δυνητικοί δημιουργοί, οι νευρώνες ενός παγκοσμίου, εν εξελίξει, εγκεφάλου. Η λογική αυτή, κατά τον de Rosnay θα έχει ως μια βασική της κατάληξη, την μονοπρόσωπη πολυεθνική επιχείρηση : «ένα άτομο χειριζόμενο καλά αυτά τα εργαλεία είναι σε θέση να ανταγωνιστεί βιομηχανίες πολύχρονης λειτουργίας» [22].

ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ BLADE RUNNER.

 

                Η ανίχνευση στοιχείων που αναφέρονται σε πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από μια κινηματογραφική ταινία και η αποκρυπτογράφησή τους προϋποθέτει πολλά επίπεδα και πολλαπλά πεδία ανάλυσης. Η συζήτηση που, εντός των πλαισίων της εργασίας αυτής, μπορεί να διεξαχθεί είναι λογικό να περιοριστεί στο πιο χαμηλό επίπεδο, δηλαδή στην απλούστερη δυνατόν καταγραφή των στοιχείων αυτών που κατά τη γνώμη μου απεικονίζουν τις σημερινές τάσεις. Η πρώτη ταινία για την οποία θα γίνει λόγος είναι αυτή του Ridley Scott, «Βlade Runner»[23].

 

                H ταινία χαρακτηρίζεται ως αντιπροσωπευτική ενός είδους μετανεοτερικού ρεαλισμού από τον Paul Rabinow [24] στο βαθμό που όντως απεικονίζει μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν της σημερινής πόλης του Sao Paolo της Βραζιλίας (ύπαρξη βιομηχανιών ηλεκτρονικών υπολογιστών, αυτοκινήτων, συνύπαρξη δεκάδων μειονοτήτων στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής πόλης στην οποία σημαντικό ρόλο παίζει η Ιαπωνική με 1.000.000 μέλη, σχετικά ραγδαία οικονομική ιστορική ανάπτυξη) που χαρακτηρίζεται από τη συμπίεση του χωροχρόνου. Μια άλλη κριτική φωνή θα χαρακτηρίσει την ταινία ως το πάντρεμα του film noir [25] με την επιστημονική φαντασία [26] που καθίσταται δυνατό με την κυνικότητά του κατεστραμμένου οικονομικά και κοινωνικά ήρωά της ο οποίος με την τεχνική του voice – over παρουσιάζεται ως ο αφηγητής μας σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος : άρα πρόκειται για μια ταινία που κινείται ακόμη μέσα στα πλαίσια που ορίζονται από το νεοτερικό τρόπο αφήγησης [27]. Το γιατί η ταινία χαρακτηρίζεται ως επιστημονικής φαντασίας δεν χρειάζεται να επεξηγηθεί. Το ερώτημα είναι γιατί χαρακτηρίζεται ως film noir. Δεν είναι καθόλου τυχαία η αναβίωση του κινηματογραφικού είδους (genre) μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Πρόκειται για την έναρξη της περιόδου της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που συνεχίζεται ως σήμερα και σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της τεχνολογίας και της οργανωμένης αποδιοργάνωσης του καπιταλισμού της προηγούμενης φορντιστικής παραγωγής και του κράτους πρόνοιας πάνω στις εργασιακές σχέσεις. Το film noir πρωτοεμφανίστηκε σε αντίστοιχες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ των ετών μετά την κρίση του 1929 και ακόμη περισσότερο μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, «αναγγέλλοντας πένθιμα το τέλος του μύθου του Αμερικανικού Ονείρου της ανοδικής κινητικότητας και της απεριόριστης γενναιοδωρίας που μας περιμένει όλους» [28]. Η σύντομη σχετικά ζωή του είδους ως το 1950 οφείλεται ακριβώς στην επανέναρξη αυτή τη χρονιά της οικονομικο – κοινωνικής ανοδικότητας και της έκρηξης της αισιοδοξίας για το μέλλον της γενιάς του baby-boom που έβλεπε το φως της μέρας σ’ αυτή τη δεκαετία.

 

                Ας εξετάσουμε όμως ποια είναι τα κύρια σημεία της ταινίας όπου μπορούμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα που μας αποκαλύπτουν πλευρές της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο Deckard είναι ένας συνταξιούχος blade runner, δηλαδή επίλεκτος αστυνομικός. Ανακαλείται στην ενεργό δράση δια της εμμέσου βίας (δεν έχει άλλη επιλογή εάν δεν θέλει να τον εντάξουν οι προϊστάμενοί του στα ανθρωπάκια) με ένα και μοναδικό στόχο να εντοπίσει και να αποσύρει από την κυκλοφορία τα εξεγερμένα αντίγραφα, δηλαδή να σκοτώσει τα ανδροειδή που κατασκευάστηκαν από την Εταιρεία Tyrell για την εκτέλεση βαριών εργασιών στα όρια της γήινης κυριαρχίας στο διάστημα και τα οποία έχουν πάρει τα όπλα με στόχο να επιτύχουν από τους κατασκευαστές τους την αύξηση του τετραετούς ορίου ζωής τους που είναι εγγεγραμμένο στα γενετικά τους κύτταρα. Όταν ο Roy, ο ηγέτης των αντιγράφων καταφέρνει να διεισδύσει στο άβατο της εταιρείας Τyrell ακούει δια στόματος του πατέρα Tyrell την εξής φράση : «να απολαύσεις τη φλόγα που καίει διπλά γιατί είναι τόσο έντονη σε σχέση με τη μισή ζωή που ζεις». Όταν έχουν εξολοθρεφτεί με κάθε τρόπο όλα τα αντίγραφα πλην μιας, αντιλαμβανόμαστε το υπονοούμενο μήνυμα : «σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν». Η παραπομπή στο κραχ του 1929 είναι σαφής. Οι εργασιακές σχέσεις γίνονται ελαστικές. Η προσωρινότητα, η ανασφάλεια, η ανεργία θα είναι τα χαρακτηριστικά της εποχής που ξεκίνησε με την οικονομική κρίση του 1973 και εντάθηκε με την επιβολή των νεο-φιλελεύθερων πολιτικών της απορύθμισης των αγορών. Οι όποιες εξεγέρσεις είναι μάταιες γιατί δεν υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το ίδιο το σύστημα. Και ο blade runner συμβολίζει το τελευταίο οχυρό της καταστολής.

 

                Κάποιες άλλες πλευρές της πραγματικότητας απεικονίζονται με πολύ παραστατικό, αλλά και με εντέχνως συμβολικό μερικές στιγμές, τρόπο. Στις κυρίαρχες ποσοτικά φυσιογνωμίες των Ασιατών με προεξάρχουσες αυτές των Κινέζων και Ιαπώνων, που βλέπει κανείς ανάμεσα στο πολυπληθές ανθρώπινο ποτάμι που κατακλύζει τους δρόμους του Los Angeles του έτους 2019 μπορεί να εντοπίσει κανείς τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα της μελλοντικής (και σημερινής βεβαίως) μεγαλούπολης της Δύσης. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που οι άνθρωποί του μιλούν μια νέα γλώσσα που αποτελείται από Ιαπωνικές, Αγγλικές, Γερμανικές και Ισπανικές λέξεις. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που εργάζεται με τα νέα οργανωτικά εταιρικά σχήματα των υπεργολαβιών, οργανωτικό σχήμα που είναι νέο για την καπιταλιστική Δύση αλλά παραδοσιακό στον τρίτο κόσμο και στις παρυφές του αναπτυγμένου πρώτου κόσμου. Στα γενετικά εργαστήρια των μικρών αυτών επιχειρήσεων παράγονται όλα τα όργανα και μέλη των ανδροειδών και των τεχνητών ζώων, πουλιών κλπ. Οι επιχειρήσεις του θεάματος παρουσιάζουν γυμνό θέαμα αλλά θυμίζουν και μεσοπολεμικά καμπαρέ. Πρόκειται για έναν αποδιοργανωμένο καπιταλισμό που μεταφυτεύτηκε στην καρδιά του πρώτου κόσμου στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Να ένα στοιχείο που δείχνει, κατά τον David Harvey [29] , τη μεταφύτευση πλευρών της προνεοτερικότητας στη νεοτερική εποχή, χαρακτηριστικό του μεταμοντερνισμού. Αυτή η τάση φαίνεται χαρακτηριστικά και στην εικόνα του ουρανοξύστη που στεγάζει την εταιρεία του Τyrell. Πρόκειται για ένα μείγμα αρχιτεκτονικών προτύπων που συνδυάζει Αιγυπτιακές πυραμίδες, Ελληνορωμαϊκές κολώνες και αναφορές στην αρχιτεκτονική των Maya, των Αζτέκων, των Κινέζων και της Βικτοριανής περιόδου με σύγχρονα εμπορικά κέντρα (shopping malls).

 

                Ας δούμε και μερικές ακόμα σκηνές. Κάποιος πρέπει να διαμεσολαβήσει και να παρουσιάσει τα εξεγερμένα αντίγραφα στον Τyrell. Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον J.F.Sebastian ο οποίος είναι ένας από τους σχεδιαστές του συγκεκριμένου μοντέλου αντιγράφων και που πάσχει από επιταχυνόμενη γήρανση, ταιριάζοντας αρμονικά με το παρηκμασμένο δομημένο περιβάλλον του που είναι ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Bradbury (χτίστηκε το 1893) και το οποίο βρίσκεται εν μέσω άδειων αποθηκών, ημικατεδαφισμένων κτιρίων, καταστάσεις που προδίδουν άκρατη αποβιομηχανοποίηση υπέρ του τριτογενούς τομέα που εκφράζουν καθαρά οι διαφημίσεις που υπερίπτανται και το μεγακτίριο του Tyrell. Δίπλα στον κόσμο της ανεργίας, της φτώχειας και των ερειπωμένων χώρων και ανθρώπων υπάρχει ο κόσμος των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (π.χ. Pan-Am) και της τεχνολογίας. Υπάρχει ζήτηση για γη, όχι βέβαια σ’ αυτόν τον κόσμο : «μια ευκαιρία να αγοράσεις ξανά σε μια νέα χρυσή γη» γράφει μια διαφήμιση θυμίζοντας την ιστορία της πολιτείας αυτής [30]. Ο Tyrell είναι ο κυρίαρχος όλων των επιχειρήσεων. Η βασική του επιχείρηση ειδικεύεται στη γενετική μηχανική. Σε μια σκηνή ο ίδιος σε μια κρίση ειλικρίνειας θα πει : «Το εμπόριο είναι πιο ανθρώπινο κι απ’ το ανθρώπινο είδος, αυτή είναι η δουλειά μας». Ο άνθρωπος αυτός εξέφρασε με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό που θέλει να δείξει αυτή η εργασία αλλά και πολλές από τις θεωρίες περί μετανεοτερικότητας από άλλη κατεύθυνση. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο όπου παντρεύεται με τη νέα τεχνολογία οδηγούμενος στον αποδιοργανωμένο καπιταλισμό και στον υποβιβασμό των εργαζομένων στην τάξη των πρόσκαιρων, κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων ανδροειδών. Οι θεωρητικοί της μετανεοτερικότητας και του μεταδομισμού θα δουν σ’ αυτά τα λόγια το θάνατο του υποκειμένου [31]. Η εικόνα που εκφράζεται μέσα από τις φωτογραφίες προσώπων αναδεικνύει την έλλειψη ιστορικότητας των ανδροειδών που τις κατέχουν για να αποδεικνύουν ότι είχαν οικογένεια, μάνα, πατέρα, αδέλφια και πως δεν είναι κατασκευασμένα πράγματα. Η εικόνα σου παρέχει ταυτότητα, σε εντάσσει σε μια φαντασιακή κοινότητα, σε κάνει αναγνωρίσιμο εκτός των ορίων του ατομικού σου περίγυρου, είσαι το υποκείμενο χωρίς υποκείμενο.

 

               

 

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ Η ΕΓΧΡΩΜΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ

 

                - «Ποιος είμαι εγώ και όχι εσύ ;»    

                - «Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί ;»

                - «Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο χώρος ;»

               

                Τα ερωτήματα που ο ίδιος ο Roy του Blade Runner έθετε με τον τρόπο του χωρίς να πάρει απάντηση από τον γήινο άνθρωπο στο τέλος του Blade Runner. O άγγελος των Φτερών του Έρωτα, ο Damian θα του δώσει την απάντηση με το δικό του κι αυτός τρόπο, μόνο που στην δική του περίπτωση συντελείται το αντίθετο από αυτή του Roy. Ο Damian πεθαίνει από την διιστορική αχρονία των ουρανών ενώ ο Roy από το πρόσκαιρο της προγραμματισμένης του ιστορικά και κοινωνικά ζωής. Ο Damian γεννιέται στα πλαίσια του ιστορικού χώρου και χρόνου ενώ ο Roy γεννιέται αποχωριζόμενος τον ιστορικό και μάταιο γι’ αυτόν χώρο και χρόνο. Ο Damian αποκτά την ταυτότητα που ο Roy δεν θα αποκτήσει ποτέ του.

 

                O Damian βλέπει με δύο μόνο χρώματα, λόγω της δικής του υπερβατικής ταυτότητας, τη ζωή και την κοινωνία : άσπρη και μαύρη. Παρά την (κριτική για άλλους) απόστασή του από τα τεκταινόμενα στο Βερολίνο των κατακερματισμένων ανθρώπινων συνόλων και χώρων  τα πάντα μοιάζουν να μην κινούνται παρά μόνο «στο ίδιο αδιαφοροποίητο παρόν, όσο και αν η σύγχρονη κοινωνική ζωή κινείται στο αδιαφοροποίητο και ομογενοποιητικό ρεύμα του διεθνούς χρήματος» [32]. Η ιστορικότητα του χώρου και του χρόνου πλαισιώνεται από μια ακόμη ανθρώπινη ιδιότητα : το ζήτημα της λήψης της απόφασης [33] .  Η περιφορά και εστίαση του φακού στις εσωτερικές αυλές και στα δωμάτια των διαμερισμάτων των σπιτιών του Βερολίνου διαπιστώνουμε και εμείς, όπως και οι άγγελοι, τις αποσυνδεδεμένες μεταξύ του ανθρώπινες υπάρξεις που κάνουν απομονωμένες σκέψεις σε απομονωμένους χώρους σε μεμονωμένα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα. Τίποτε δεν συνδέει μεταξύ τους αυτούς τους ανθρώπους.  Η παρουσία των αγγέλων δεν γίνεται αισθητή αρά την προσπάθειά τους να απαλύνουν τα αισθήματα των ανθρώπων κι αυτό γιατί είναι εκτός συγκεκριμένου ιστορικού τόπου και χρόνου, εκτός συμφραζομένων. Ο Damian μονολογεί : «ποτέ δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε πραγματικά, μόνο υποκρινόμαστε, σε όλα συμμετέχουμε φαινομενικά (…) καμιά φορά όμως, αυτό το πλήθος των πνευμάτων με κουράζει. Τότε θέλω να πάψω να αιωρούμαι και νάχω μια βαρύτητα…για να μπορέσω ν’ αποκτήσω μια γήινη υπόσταση, θάθελα να φωνάζω τώρα σε κάθε βήμα μου…να πάψουν τα ανέκαθεν και τα αιωνίως. Ανάλογη και η κινηματογραφική ματιά : όλα τα στιγμιότυπα θυμίζουν φωτογραφίες παρατεταγμένες χωρίς ειρμό η μία δίπλα στην άλλη. Το μόνο στοιχείο που μπορεί να προσδώσει μια αίσθηση ταυτότητας στους Βερολινέζους ήταν τότε το Τοίχος του Αίσχους. Ένας ταξιτζής θα το φιλοσοφήσει το ζήτημα ακόμη παραπέρα : «Εδώ τελειώνει ο χώρος ; Στο Βερολίνο είναι αδύνατο να χαθείς, γιατί μπορείς πάντα να βρίσκεις το τοίχος. Υπάρχουν ακόμα σύνορα ; Περισσότερα παρά ποτέ. Έχουμε γίνει τόσα κομμάτια που το κάθε άτομο είναι κι ένα μίνι-κρατίδιο ûόπου κάθε δρόμος έχει τα σύνορά του, που το περικυκλώνει μια αφιλόξενη χώρα που μόνο με το κατάλληλο παρασύνθημα μπορείς να τη διασχίσεις. Ακόμη και για να πας από το ένα άτομο στο άλλο χρειάζεται να πληρώσεις διόδια. Ανάμεσα στα οικόπεδα υπάρχουν ουδέτερες ζώνες. Τις κρύβουν λακκούβες γεμάτες νερό». Ο γερο-Όμηρος, ο θαμώνας της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, τάχει χαμένα. Η αφήγησή του δεν ακούγεται πια από κανένα. Το κάθε άτομο έχει να αφηγηθεί το δικό του καημό, έχει το δικό του λόγο. Από τον παλιό καιρό έχουν μείνει κάποιοι άγγελοι κι ο Όμηρος. Τα «γλωσσικά παιχνίδια» του καθενός έχουν αντικαταστήσει τη συνολική αφήγηση, τα συνολικά οράματα [34]. «Πες μου μούσα, για τον ποιητή, που τον πέταξαν στο περιθώριο του κόσμου. Τον αιωνόβιο…σαν παιδί. Γνώρισέ τον στον καθένα ! Οι ακροατές μου με τον καιρό έγιναν αναγνώστες μου. Δεν είν’ πια σε κύκλο… Είναι μόνοι ! Και ο ένας δεν ξέρει τίποτε για τον άλλο».

DIVA

 

                Η ίδια σε συνέντευξη τύπου απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων : «Η μουσική έρχεται και φεύγει, δεν φυλακίζεται». Αρνείται να ενσωματωθεί σε μια νέα τάξη πραγμάτων, να αποτελέσει μέρος έτσι ενός αναδυόμενου οικονομικού κυκλώματος που προσαρμόζει τις επιθυμίες και τα γούστα των διαφόρων ακροατηρίων στη λογική του χρήματος και των καλουπωμένων δίσκων βινυλλίου, των κασετών, των οπτικοακουστικών κασετών και των ψηφιακών δίσκων. Αρνείται να χάσει την πνευματική, καλλιτεχνική, ψυχική και σωματική αυτονομία και ανεξαρτησία της και να παραδοθεί η ίδια στην ανθρωποβόρα χοάνη των mass media που καθηλώνουν συνειδήσεις, επιθυμίες και πνευματικές δημιουργίες στο επίπεδο του λιγότερο από μηδέν [35]. Και ο δημοσιογράφος την ρωτά με περισσή αφέλεια: «Είστε λοιπόν εναντίον του εμπορίου της τέχνης ;». Αγέρωχα η μαύρη ντίβα απαντά : «Το εμπόριο πρέπει να προσαρμόζεται στην τέχνη».

               

               

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.    Bartholomew D., 1994, «Science Fiction Films» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press , σ.σ.369-84.

2.    Bech Ul., Giddens Ant., Lash Sc., (1993), Reflexive Modernity, London, Verso

3.    Bech Ul., 1996, H Eπινόηση του Πολιτικού : Για μια θεωρία του εκσυγχρονισμού, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α.Λιβάνη.

4.    Bell D., (1973), The Coming of Post-Industrial Sοciety ; A Venture in Social Forecasting, New York, Basic Books

5.    Bell D., (1976), The Cultural Contradictions of Capitalism, New York, Basic Books

6.    Γεωργίου Θ., (1988), «Η μεταμοντέρνα κατάσταση : Απόρριψη του γενικού» στο συλλογικό έργο Μοντέρνο-Μεταμοντέρνο, Αθήνα, Σμίλη, σ.σ.53-57

7.    De Rosnay J., (1995), L΄Homme Symbiotique, Paris, Editions du Sueil

8.    De Rosnay J., (1997), «Η πληροφορική επανάσταση», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Μaniere de voir»), τεύχος 11, Μάϊος, σ.σ.32-4

9.    Δοξιάδης Κ., 1993, Ιδεολογία και τηλεόραση : Για τη διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα, Πλέθρον.

10.Featherstone M, (1992), «Postmodernism and the aesthetization of everyday life» in Lash S. And Friedman J. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell

11.Foucault M., (1973), The Order of Things : An Archeology of the Human Sciences, N.Y., Vintage Books

12.Habermas J., (1981), «Modernity Versus Postmodernity», New German Critique, Number 22

13.Harvey D., (1990), The Condition of Postmodernity : An Enquiry into the Origins of Cultural Change, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell

14.Heller A., (1993-4), «Παμφάγος νεοτερικότητα», Λεβιάθαν, τ.14, σ.σ.23-44.

15.Hirsch J., (1994), «Φορντισμός και μεταφορντισμός : η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο Werner Bonefeld & Holloway John, Mεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.

16.Jameson Fr., (1988), «Postmodernism and the Consumer Society» in Kaplan E.A. (ed) Postmodernism and its Discontents : Theories, Practices, London, Verso

17.Jameson Fr., (1991), «Postmodernism or, The Cultural Logic of Late Capitalism»,New York, Verso

18.Kellner D., (1992), «Popular Culture and the construction pf postmodern identities» in Lash Sc. & Friedman Jon. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK-Cambridge USA, Blackwell.

19.Lipietz Al., (1997), «To μέλλον των πολιτισμών», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Maniere de voir»), τεύχος 11, Μάϊος, σ.σ. 85-88

20.Μartin M. & Porter M. (Eds), (1996), Video Movie Guide 1996, New York, Ballantine Books (http://www.randomhouse.com).

21. Μeller J., 1994, «Film Noir» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press, σ.σ. 137-144.

22.Rabinow P., (1992), «A Modern Tour in Brazil» in Lash Scott and Friedman J. (Eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell.

23.Simmel G., (1977), Philosophie de l’ argent, Paris, Presses Universitaires de France.

24.Smart B., (1993), Postmodernity, London, Routledge.

25.Toynbee A., (1954), A Study of History, Volume 8, London, Routledge

26.Ψυχοπαίδης Κ., (1996), «Προς μια θεωρία της νεοτερικότητας» στο Μοντερνισμός : Η ώρα της αποτίμησης, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ. 9-28

27.Ψυχοπαίδης Κ., (1995), «Εθνικισμός, εθνισμός και δημοκρατία» στο Επιστημονικό Συμπόσιο : Έθνος – Κράτος – Εθνικισμός, Αθήνα, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ.53-66


[1] Με τα δικά της λόγια : «Πρόταγμα και νοσταλγία είναι εντελώς διαφορετικά, αλλά ταιριάζουν γιατί το παρόν τρέφεται από το μέλλον και το παρελθόν». Βλ. Heller A., 1993-4, o.ε.π.,σ.25

[2] Βλ. Smart B., 1993, ο.ε.π., σ.15

[3]  Ο J.Habermas σημείωσε πριν από 16 χρόνια ότι «η συνείδηση μιας εποχής που σχετίζει τον εαυτό της με το παρελθόν … ούτως ώστε να θεωρήσει τον εαυτό της ως το αποτέλεσμα μιας μετάβασης από το παλιό στο νέο» είναι αυτό που εκφράζεται ουσιαστικά από την ιδέα της  νεοτερικότητας. Βλ. Habermas J., 1981, ο.ε.π., σ.3, ειδάλλως βλ. παραπομπές κειμένου Smart B., 1993, o.ε.π., σ.15.

[4] Βλ. Τoynbee A., 1954, και αναφορά σ’ αυτόν και τις απόψεις του στο Smart B., 1993, ο.ε.π., σ.σ. 24-5

[5]  Πώς ορίζεται ο επιθετικός προσδιορισμός του λόγου της νεοτερικότητας ως εργαλειακός και ποιος είναι ο μη εργαλειακός ; Μέχρι πού μπορεί να φτάσουν ορισμένες αντιδράσεις προς την εργαλειοποίηση του λόγου της νεοτερικότητας (πχ εθνικισμός) ; Βλ. Ψυχοπαίδης Κ., 1995 και 1996 ο.ε.π. , σ.σ. 53-66 και 9-28 αντίστοιχα.

[6]  Την αντίθεσή του στις μεταβιομηχανικές αισθητικές αντιλήψεις και ηθικές περί εργασίας ο ίδιος αναπτύσσει στο Bell D., 1976, ο.ε.π. Η εκτίμηση που παραθέτω μη έχοντας διαβάσει το βιβλίο αυτό βρίσκεται στο Featherstone M., 1992, ο.ε.π. σ.σ.275-82.

[7] Προφανώς αναφέρεται στην κρίση της Pax Americana που ήδη διαφαινόταν στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 όταν ήδη οι οικονομικές επιδόσεις των αμερικανικών βιομηχανιών έπεφταν από το κακό στο χειρότερο. Βλ. Εco U., 1987, ο.ε.π., σ.σ.64-80

[8]  Κατά μια άλλη εκδοχή θα μπορούσαμε να μιλάμε για αυτοπαθή εκσυγχρονισμό . Επειδή όμως θα ήταν περισσότερο γραμματική αυτή η ερμηνεία με κίνδυνο να μην γίνεται καθαρότερη η εικόνα της κοινωνίας που σκιαγραφεί ο Beck (1993) ας χρησιμοποιήσουμε ως ερμηνεία του όρου reflexive modernization την απόδοσή του από τη Γερμανική γλώσσα σύμφωνα με την επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Αριάδνης Αλαβάνου και την επεξήγηση του μεταφραστή Κων/νου Καβουλάκου : «αποδίδω τους όρους reflexiv και Reflexivitaet ως ανακλαστιοκός και ανακλαστικότητα αντίστοιχα. Μςε τους όρους αυτούς ο Μπεκ προσδιορίζει την έννοια της νεωτερικότητας και του εκσυγχρονισμού, διαφοροποιώντας όμως τη σημασία τους από την παραδοσιακή σημασία που έχει ο όρος Reflεxion και τα παράγωγά του στην αναστοχαστική φιλοσοφία. Στα σημεία του κειμένου όπου διατηρείται αυτή η σημασία, αποδίδω το Reflexion (και Selbstreflexion) ως αναστοχασμός (και αυτοστοχασμός). Πολύ γενικά, η διαφορά μεταξύ ανακλαστικότητας και αναστοχασμού (με τη σημασία που έχουν στο παρόν βιβλίο) αναλογεί στ διαφορά μεταξύ ακούσιου, μη συνειδητού και εκούσιου, συνειδητού. Η διαφορά μεταξύ της ανακλαστικότητας και του αναστοχασμού ξεκαθαρίζεται από τον ίδιο τον Μπεκ παρακάτω (Σ.τ.Μ.)» Βλ. Βwech Ul., 1996, ο.ε.π.,σελ. 49 βλ. επίσης και πρόλογο Ν.Κοτζιά στο ίδιο σ.σ.13-44.

[9] Pastiche= (απο)μίμηση//συρραφή διαφόρων μελωδιών, ξεν. ποτ – πουρί, σύμφωνα με το Αγγλο-Ελληνικό Λεξικό, 1989 Penguin-Hellenews, Αθήνα. Σύμφωνα με το Collins English Dictionary πρόκειται εκτός από την περίπτωση του έργου τέχνης που αναμιγνύει στυλ, υλικά κλπ. και για την περίπτωση που ένα έργο που μιμείται το στυλ ενός άλλου καλλιτέχνη ή περιόδου. Για τις απόψεις του περί pastiche βλ. Jameson F., 1988, ο.ε.π.,σ.σ. 13-29. 

[10] Βλ. Κellner D., 1992, ο.ε.π., σ.σ.143-5

[11] Βλ. Featherstone Mike, 1992, ο.ε.π.268-75 περί των τριών τρόπων με τους οποίους γίνεται αισθητή η αισθητικοποίηση της καθημερινής ζωής.

[12] Bλ. Baudelaire C., 1964, ο.ε.π., σ.σ. 1-13

[13]  Βλ. Simmel G., 1977, ο.ε.π. , σ.σ. 21-48 και 545-603

[14]  Βλ. Βenjamin W., 1973, o.ε.π. σ.σ. 169 και 194 και Featherstone M., 1992, o.ε.π., σ.σ. 276-7.

[15]  Βλ. Habermas J., 1981, o.ε.π. σ.σ. 4-7 όπου αναπτύσσει βασιζόμενος στη θεωρία του Max Weber περί νεοτερικότητας την έννοια της διαφοροποίησης.

[16]  Βλ. Stallybrass P. & White A., 1986, o.ε.π. και περιληπτικά Featherstone M., 1992, o.ε.π., σ.σ. 282-6.

[17]  Βλ. Aglietta A., 1979, ο.ε.π., σ. 380.

[18]  Για μια συνολική κριτική της σχολής της ρύθμισης αλλά και των επί μέρους απόψεων των μελών της, βλ. Μαυρουδέας Σ., 1994, ο.ε.π., σ.σ. 199-243.

[19]  Βλ. Μαυρουδέας Σ., 1994, ο.ε.π. αλλά και Wood E., 1986, o.ε.π. σ.σ. 60 – 78 και Ψυχοπαίδης Κ., 1994, ο.ε.π. ιδιαίτερα τις σ.σ. 271-6 όπου ασκεί κριτική στο πέρασμα από το στουκτουραλισμό στο γυμνό αυθορμητισμό.

[20]  Bλ. Hirsch J., 1994, o.ε.π., σ.σ. 21-2

[21] Βλ. De Rosnay J., 1997, o.ε.π., σ.σ. 32-34 και του ίδιου, 1995, ο.ε.π.,σ.σ. 22-24 «Σύμφωνα με μια τέτοιαν οπτική το παλαιό ερώτημα για τη φύση του ανθρώπου του μέλλοντος παίρνει άλλο νόημα. Ούτε υπεράνθρωπος, ούτε βιορομπότ, ούτε υπερμηχανή λογιστική ούτε μεγαμηχανή, ο άνθρωπος του μέλλοντος θα είναι απλώς ο συμβιωτικός άνθρωπος, σε στενή συνεργασία – αν γίνεται να τον κατασκευάσουμε – με το κοινωνιακό σύστημα που τον έχει εξωτερικεύσει από την ευφυΐα του, τις αισθήσεις, τις δυνάμεις του. Ένας υπεροργανισμός που γαλουχείται, ζώντας τη ζωή των κυττάρων, αυτών των νευρώνων της Γης στην τροχιά της οποίας βρισκόμαστε» (σελ.23). 

[22]  Βλ. De Rosnay J., 1997, o.ε.π., σ.24

[23]  Η ταινία γυρίστηκε το 1982. Πρωταγωνιστούν : Harrison Ford, Rutger Hauer, Sean Young, Daryl Hannah, Joanna Cassidy, Edward James Olmos, M.Emmet Walsh. Σύμφωνα με κριτικούς κινηματογράφου στο Mick M. & Porter M., 1996, o.ε.π., σελ.108 και οι οποίοι του απονέμουν 4,5 άστρα με άριστα τα 5, «…η παραγωγή προκαλεί τη σκέψη και τον εντυπωσιασμό της όρασης. Ο Harrison Ford παριστάνει έναν Philip Marlow του μέλλοντος που προσπαθεί να βρει και να σκοτώσει τα τελευταία εξεγερμένα ανδροειδή του κόσμου στο Los Angeles του 2019. Η ταινία μπορεί να μην ταιριάζει με τα γούστα του καθενός, αυτοί όμως που θα την εκτιμήσουν θα είναι αυτοί που προσέχουν τα ουσιαστικά πράγματα».

[24]  Bλ. Rabinow Paul, 1992, o.ε.π. σελ.253.

[25]  Βλ. Mellen Joan, 1994, ο.ε.π. σελ. 144.

[26]  Βλ. Βartholomew D., 1994, ο.ε.π., σ.σ. 382-3

[27]  Βλ. Δοξιάδης Κ., 1992, ο.ε.π. για το θεωρητικό μέρος.

[28]  Βλ. Μellen Joan, 1994, o.ε.π. σελ. 137.

[29]  Βλ. Harvey D., 1990, o.ε.π. σ.σ.308-14

[30]  Ως γνωστόν η California εκτός από Μεξικανούς και Εγχώριους Αμερικανούς κατοικήθηκε από χρυσοθήρες κατά το 19ο αιώνα.

[31]  Βλ. Foucault M., 1973, o.ε.π. Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου είναι χαρακτηριστική :

[32]  Βλ. Harvey D., 1990, ο.ε.π. σελ. 315.

[33]  ΒλΨυχοπαίδης Κ., 1996, ο.ε.π. σελ.     που αναφέρει το ζήτημα της ικανότητας λήψης απόφασης ως ένα από τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του νεοτερικού ανθρώπου του Διαφωτισμού.

[34]  Βλ. Γεωργίου Θ., 1987, ο.ε.π. σ.53-57 για κριτική της άποψης περί γλωσσικών παιγνίων από έναν υπερασπιστή της θέσης για την επεξεργασία της διαλεκτικής του εξορθολογισμού.

[35] Βλ. Έλλις Μπρέστον, 1983, Λιγότερο από μηδέν, Αθήνα, Εκδ. Σέλας

Written by antiracistes

Μαρτίου 27, 2009 at 12:30 μμ

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ … ΜΕΤΑ

leave a comment »

         Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ … ΜΕΤΑ

 

                Σεκάνς πρώτη

               

                «Να απολαύσεις τη φλόγα που καίει διπλά γιατί είναι έντονη σε σχέση με το μισή ζωή που ζεις» λέει ο Tyrell, ο κατασκευαστής των «αντιγράφων», στο Roy, τον ηγέτη τους, ο οποίος έχει διεισδύσει στο άβατο σχεδιαστήριο. Τα «αντίγραφα» έχουν πάρει τα όπλα, εξεγειρόμενα με στόχο να αυξήσουν το όριο ζωής τους που είναι εγγεγραμμένο από τον Tyrell στα γενετικά του κύτταρα. Πρόκειται για ανδροειδή που ζουν για τέσσερα χρόνια και εργάζονται στα σύνορα της γήινης αυτοκρατορίας κάπου στο διάστημα. Ο Roy αποκαλεί τις συνθήκες εργασίας των συναδέλφων του αντιγράφων ως μισθωτή σκλαβιά.

 

                Σεκάνς δεύτερη

 

                Ο Deckard, συνταξιούχος επίλεκτος αστυνομικός, ανακαλείται στην ενεργό δράση με στόχο να εντοπίσει και να αποσύρει από την κυκλοφορία τα αντίγραφα που εξεγέρθηκαν ενάντια στον πλάστη τους. Η πρόσκαιρη αυτή επανένταξη στο σώμα του Deckard δεν γίνεται βέβαια οικειοθελώς. Η απειλή του υποβιβασμού του από τις αρχές στο  status του μικρού προσώπου λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του  Deckard.

 

                Σεκάνς τρίτη

 

                Κάποιος πρέπει με κάποιο τρόπο να διαμεσολαβήσει τα αντίγραφα στον Tyrell. Αυτός δεν είναι άλλος από τον J.F.Sebastian, που είναι ένας από τους σχεδιαστές του συγκεκριμένου μοντέλου αντιγράφων και ο οποίος πάσχει από επιταχυνόμενη γήρανση. Το περιβάλλον του είναι ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Bradbury που χτίστηκε το 1893 και το οποίο βρίσκεται εν μέσω άδειων αποθηκών, ημικατεδαφισμένων κτιρίων, καταστάσεις που προδίδουν άκρατη αποβιομηχανοποίηση. Ζητιάνοι, αλήτες και ψευδοπροφήτες αναζητούν τροφή στα όρη των σκουπιδιών και ζεστασιά στους ατμούς που βγαίνουν από τις σχάρες του μετρό του Los Angeles. Όμως Los Angeles δεν είναι μόνο τα ερείπια. Είναι κι ένας νέος κόσμος, αυτός των υψηλής τεχνολογίας συγκοινωνιακών και επικοινωνιακών μοντέλων, των διαφημίσεων (μια διαφήμιση γράφει μια ευκαιρία να αγοράσεις ξανά σε μια νέα χρυσή γη δείχνοντάς μας ότι ακόμη και το 2019 υπάρχει ζήτηση για γη και πόσο μάλλον σε μια περιοχή σαν την California που πρωτοκατοικήθηκε από χρυσοθήρες), των επιχειρήσεων. Ο Tyrell είναι ο κυρίαρχος όλων των επιχειρήσεων. Η βασική του επιχείρηση ειδικεύεται στη γενετική μηχανική. Σε μια σκηνή ο ίδιος σε μια κρίση ειλικρίνειας ομολογεί το βασικό ιδεώδες του : «Το εμπόριο είναι πιο ανθρώπινο κι από το ανθρώπινο είδος, αυτή είναι η δουλειά μας».

 

                Σεκάνς τέταρτη

 

                Los Angeles, 2019. Αν ο Γιώργος Κοινούσης ζει τότε ας αναθεωρήσει τους στίχους του για τη Νέα Υόρκη. Το Los Angeles θα τον εμπνέει περισσότερο γιατί θα είναι η πραγματική κατάσταση που αντανακλάται στους στίχους και στις στροφές του. Στις κυρίαρχες ποσοτικά φυσιογνωμίες των Ασιατών, και ιδιαίτερα των Κινέζων, που βλέπει κανείς ανάμεσα στο πολυπληθές ανθρώπινο ποτάμι που κατακλύζει τους δρόμους της πόλης εντοπίζει κανείς έναν τρίτο κόσμο στον κόσμο της Καλιφορνέζικης μεγαλούπολης. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που οι άνθρωποί του  μιλούν μια νέα μικτή γλώσσα που αποτελείται από παραφθαρμένες Γιαπωνέζικες, Αγγλικές, Ισπανικές, Γερμανικές και άλλες λέξεις και νοήματα. Είναι ο κόσμος των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων που δουλεύει με το νέο οργανωτικό σχήμα, τις υπεργολαβίες που αποτελούσαν μορφές οργάνωσης της εργασίας στον τέως υπαρκτό τριτοκοσμισμό. Σ’ ένα go-go club, που θυμίζει όμως και καμπαρέ της δεκαετίας του 1920, το δέρμα του φιδιού που τυλίγει το γυμνό λαιμό της Zhora, και του οποίου η γλώσσα κατεβαίνει επικίνδυνα, είναι παρασκευασμένο γενετικά σ’ ένα μικρό εργαστήριο όπου παράγονται γενετικά και τα μάτια και άλλα όργανα των αντιγράφων.

 

                Σεκάνς πέμπτη

 

                O μεταμφιεσμένος Roy κοιτά το κτίριο που ανήκει στον Tyrell και στις επιχειρήσεις του προσπαθώντας να καταλάβει. Είναι ένα μείγμα αρχιτεκτονικών προτύπων που συνδυάζει Αιγυπτιακές πυραμίδες, Ελληνορωμαϊκές κολώνες και αναφορές στην αρχιτεκτονική των Maya, των Αζτέκων, των Κινέζων και εν γένει των Ασιατών και της Βικτοριανής περιόδου με σύγχρονα εμπορικά κέντρα (αμερικανικού τύπου shopping malls).

 

                Ο Ridley Scott ίσως να μην είχε υπόψη του την ερμηνεία του David Harvey για την ταινία του όταν την σκηνοθετούσε με στόχο τα box office των κινηματογραφικών αιθουσών της δεκαετίας του ‘80. Ίσως να μην θεωρούσε τον εαυτό του το χαρακτηριστικότερο δείγμα μεταμοντερνιστικού κινηματογράφου. Όμως και έτσι ακριβώς να είναι, εμείς ως γνήσια τέκνα της εποχής της μεταμοντέρνας κατάστασης νομιμοποιούμαστε να θεωρούμε ότι δεν υφίσταται μεταξύ σημείου και σημαινόμενου η μονοσήμαντη σχέση και πως όλ’ αυτά «συνεχώς αποσυντίθεται στα εξ ων συνετέθησαν και ανασυντίθενται σε νέους συνδυασμούς» όπως έγραφε ο Derrida ή και γιατί όχι ο γενειοφόρος εκείνος κύριος που όλο και χλευάζουμε τώρα τελευταία και ο οποίος έλεγε πως «ό,τι είναι σταθερό, διαλύεται στον αέρα» και ονομαζόταν Marx. H συνέχεια είτε επί της οθόνης είτε επί του διαλόγου. Η ταινία ονομάζεται «Blade Runner» και πρωταγωνιστεί ο Harrison Ford.

 

            H κοινωνία των αντιγράφων

 

                Ο χώρος και ο χρόνος αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις σε σχέση με το παρελθόν διαμορφώνοντας νέες σχέσεις των ανθρώπων με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Ποιες όμως ήταν οι παλιές διαστάσεις της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας έτσι ώστε να τις συγκρίνουμε με τις σημερινές; Ποιες είναι οι σημερινές διαστάσεις;  Σύμφωνα με τη φορντιστική θέση, όπως εκφράζεται από τον Α.Aglietta [1] και άλλους/ες οικονομολόγους ως επί το πλείστον, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘ 60 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 το φορντιστικό μοντέλο παραγωγής εισέρχεται σε μια μακρά διαδικασία κρίσης για να τεθεί σε κίνηση ένα νέο μοντέλο που αποκαλείται μεταφορντιστικό ή νεοφορντιστικό. Το φορντιστικό μοντέλο χαρακτηριζόταν πρώτα απ’ όλα από τη μαζική παραγωγή μέσω της διαδικασίας της αλυσίδας παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, δύο πλευρές του συστήματος που συναρθρώνονταν στη βάση της αύξησης των μισθολογικών πληρωμών (άμεσα και έμμεσα). Βασικά επίσης χαρακτηριστικά ήταν η παραγωγή εντός μεγάλων εργοστασίων, η έντονη κρατική παρέμβαση στη βάση κεϋνσιανών αρχών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους δικαίου, η ανάδειξη των μαζικών εργατικών συνδικάτων σε ρυθμιστικό παράγοντα διαπραγμάτευσης και διαμόρφωσης των κρατικών πολιτικών κλπ. Το μεταφορντιστικό ή νεοφορντιστικό μοντέλο, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από νέες μεθόδους παραγωγής, διάθεσης και αποθήκευσης προϊόντων (just-in-time system) [2], μέθοδοι που με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από την ολοένα και εντατικότερη και ποιοτικότερη χρήση των συνεχών καινοτομιών στην υψηλή νέα τεχνολογία. Χαρακτηρίζεται επίσης : από ευέλικτες εργατικές πρακτικές, μείωση έως εκμηδενισμό του ειδικού βάρους του εργατικού συνδικαλισμού, από υπερτονισμό του στοιχείου της εξατομίκευσης στην εργασιακή, και όχι μόνο, σχέση, από μείωση της οικονομικής και κοινωνικής παρέμβασης του κράτους – ή και επιστροφή στο κράτος-νυχτοφύλακα -, από αλλαγή στη σχέση παραγωγής και κατανάλωσης που γέρνει προς την πλευρά της κατανάλωσης κλπ. Με λίγα λόγια προσχωρούμε στο καθεστώς της ευέλικτης συσσώρευσης εν αντιθέσει με το προηγούμενο καθεστώς της σταθερής συσσώρευσης κεφαλαίου, σύμφωνα με την ορολογία του David Harvey [3]. Το νέο καθεστώς χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από την αύξηση του μεριδίου της ανόργανης σύνθεσης σε βάρος της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου. Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι φανερές πλέον σε πολλά επίπεδα. Κατά πρώτον, σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις : αύξηση της μερικής, part-time, απασχόλησης, της εποχιακής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, των υπερωριών αλλά και της απλήρωτης υπερεργασίας και πάνω απ’ όλα επανεμφάνιση, και επανενίσχυση όπου δεν είχε εκμηδενιστεί, της μορφής της υπεργολαβίας σε τομείς εκτός του χώρου των κατασκευών. Στην πράξη οι εργαζόμενοι που έχουν ακόμη μόνιμη απασχόληση βλέπουν τις αποδοχές τους να αποσταθεροποιούνται και να κυμαίνονται ανάλογα με τα ποσοτικά αποτελέσματα του επιχειρησιακού ισολογισμού. Διαπιστώνουμε την επανεμφάνιση των μικρών, οικογενειακών, πατερναλιστικών και sweatshop εργοστασίων και επιχειρήσεων. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας σε συνδυασμό με τις ανάγκες υπέρβασης της κρίσης υπερσυσσώρευσης από το κεφάλαιο οδηγεί σε διαθεσιμότητες, σε απολύσεις και στην υπέρογκη αύξηση της ανεργίας όχι μόνο ανειδίκευτων εργατών αλλά ειδικευμένων και πτυχιούχων. Ο εφεδρικός στρατός του καπιταλισμού είναι ο μεγαλύτερος από την εποχή του μεσοπολέμου. Υπό αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς τείνουν να ενισχύονται σε όλο το φάσμα του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι συλλογικές πρακτικές και διαδικασίες συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης. Αν σ’ αυτό το σχήμα εντάξουμε και το γιαπωνέζικο μοντέλο των ομάδων παραγωγής [4] που στηρίζεται στην εξάλειψη, βοηθούσης και της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής, μεσαίων διευθυντικών στρωμάτων που σχετίζονται με το γραφειοκρατικό και διαχειριστικό των πληροφοριών τμήμα μιας επιχείρησης, τότε η υψηλής ευκρινείας εικόνα που εμφανίζεται δεν έχει χώρο για το γραφείο του συνδικάτου. Οι νέες συνθήκες περιλαμβάνουν και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις που αναδεικνύονται σε βασικούς, αν όχι κυρίαρχους, πόλους του παιχνιδιού σε παγκόσμιο επίπεδο μεταφέροντας τμήματα της βιομηχανικής τους παραγωγής σε ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις του τρίτου κόσμου ή σε χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού με φτηνά μεροκάματα και ημι-ειδικευμένο (και σε μερικές περιπτώσεις ειδικευμένο π.χ. Ινδία) εργατικό προσωπικό. Η εξειδίκευση περιοχών ολόκληρων του πλανήτη σε συγκεκριμένες τεχνολογικές βιομηχανίες (π.χ. Sillicon Valley) ή σε συγκεκριμένα μικρομεσαία παραγωγικά μεγέθη με αύξηση της παραοικονομικής δραστηριότητας (π.χ. Terza Italia) είναι μια νέα εξέλιξη που δείχνει την επέκταση των δυνατοτήτων του καπιταλισμού σε νέες περιοχές οι οποίες ως σήμερα διατηρούσαν ιδιόμορφες σχέσεις παραγωγής. Συνοψίζοντας τις σκέψεις μας θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων υπό το καθεστώς της ευέλικτης καπιταλιστικής συσσώρευσης οι αντίστοιχες μορφές εργασιακής ευελιξίας είναι οι εξής : ευελιξία αμοιβών εργασίας, εξωτερική (σε σχέση με την επιχείρηση) ποσοτική εργασιακή ευελιξία, εσωτερική ποσοτική ευελιξία της εργασίας ή ευελικτοποίηση κι αναδιοργάνωση του χρόνου εργασίας και, τέλος, ποιοτική ή λειτουργική ευελιξία της εργασίας.

 

                Ο David Harvey εξηγεί πως στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλάζουν ή μάλλον διευρύνονται οι έννοιες του χώρου και του χρόνου και προσλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο από τους ανθρώπους της μεταβατικής κοινωνικής συγκυρίας. Η αντανάκλαση της μεταβολής της έννοια του χωροχρόνου γίνεται φανερή τόσο στην ίδια την καθημερινή μας ζωή όσο και στις αντιλήψεις μας. Επιστρέφοντας στην ταινία μας διαπιστώνουμε πως τα αντίγραφα έχουν πεπερασμένα όρια ζωής και ίσως ο σεναριογράφος μας να εκφράζει με τον τρόπο αυτό την έννοια της ευέλικτης εργασιακής σχέσης, της μερικής απασχόλησης, της εποχιακότητας της απασχόλησης, της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Οι αρχιτεκτονικές αναμίξεις δεν εκφράζουν μόνο μια τεχνοτροπία και μια συγκεκριμένη αντίληψη αλλά λαμβάνουν υπόψη τους το παραδοσιακό, το νεωτερικό και το φουτουριστικό στοιχείο των ευέλικτων σχέσεων παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων. Η ίδια καθώς φαίνεται άποψη εκφράζεται και μέσα από τις σχέσεις παραγωγής που υφίστανται στις μικρομεσαίες παραδοσιακές επιχειρήσεις των Ασιατών και άλλων φυλών που διαβιούν, εργάζονται και παράγουν στη συγκεκριμένη πολυεθνική κοινωνία του Los Angeles και μας τονίζεται ότι πρέπει σ’ όλο τον κόσμο, σ’ όλες τις μητροπόλεις να συνηθίσουμε στην ιδέα της συνάντησης πολλών φυλών μέσα στην ίδια πόλη ανεξάρτητα από ιθαγένεια. Η κίνηση κεφαλαίων που ήδη σήμερα διεξάγεται από το Tokyo στο Λονδίνο και από τη Νέα Υόρκη στο Αμβούργο με ταχύτητες που ξεπερνούν πλέον τα nanosecond ανά συναλλαγή απαιτεί ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπων (ως επί το πλείστον θεωρουμένων ως εμπορευμάτων). Μια άλλη διάσταση που ανοίγεται μπροστά μας καθώς συζητάμε την ταχύτητα διακίνησης κεφαλαίων μέσω των συστημάτων τραπεζικής πληροφορικής είναι αυτή της υπεραυτονόμησης του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την παραγωγική βιομηχανική βάση της οικονομίας. Οι χρηματαγορές σε ένα μεγάλο βαθμό καθορίζουν με τις ευαισθησίες τους στις διακυμάνσεις των τιμών των νομισμάτων και των διεθνών επιτοκίων τις τύχες ανθρώπων, οικονομιών και κρατών. Ο τομέας των υπηρεσιών είναι ο οικονομικός εκείνος τομές που αυξάνει τις θέσεις εργασίας σε αντίθεση με τους τομείς της γεωργίας και της βιομηχανίας  που βλέπουν τις θέσεις εργασίας τους να μειώνονται λόγω της αλλαγής καταναλωτικών προτύπων και της επιτάχυνσης των εξελίξεων του τομέα της νέας τεχνολογίας παραγωγής [5]. Δεν είναι τυχαία και η αναφορά της ταινίας στις διαφημιστικές ηλεκτρονικές αφίσες εταιριών όπως η Pan-Am.

 

            Ζει ο βασιλιάς καπιταλισμός ;

 

                ‘Ένα δεύτερο επίπεδο στο οποίο οι επιπτώσεις είναι φανερές είναι σε αυτό του κράτους. Εδώ η συζήτηση παίρνει έντονες μορφές. Ο Joachim Hirsch και ο Bob Jessop μιλούν για το φορντιστικό κράτος προσδιορίζοντάς το σε σχέση με την ταξική πάλη και ταυτόχρονα ως ιδιαίτερη μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. Η κρίση του φορντιστικού πολιτικού συστήματος είναι συνέπεια της ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης που υπονομεύει τις κοινωνικές σχέσεις των μορφών αναπαραγωγής της προηγούμενης περιόδου. Το αποτέλεσμα είναι η κοινωνική αστάθεια και η εμφάνιση και μαζικοποίηση των νέων κοινωνικών κινημάτων που αποδιαρθρώνουν το θεσμοποιημένο ταξικό συμβιβασμό του φορντιστικού κράτους. Η κρατική ρύθμιση του μεταφορντιστικού κράτους επιτυγχάνεται μέσα από την κρατικά ρυθμισμένη εμπορευματικοποίηση της αστικής κοινωνίας. Αυτό το τελευταίο σημείο είναι εκείνο με το οποίο συμφωνεί στην ανάλυσή της για το μεταμοντερνισμό και τον καπιταλισμό η Ellen Meiskins Wood [6] Η συγγραφέας του έργου Democracy Against Capitalism αμφισβητεί τον όρο και την έννοια του μεταμοντερνισμού θεωρώντας ότι δεν μπορεί να αποδώσει την πραγματικότητα πόσο δε μάλλον όταν συναρθρώνεται με τη θεωρία του τεχνολογικού ντετερμινισμού [7] σε ένα νέο θεωρητικό σχήμα. Η Wood θεωρεί πως ο καπιταλισμός είναι όντως ένα σύστημα που είναι υποχρεωμένο από την ίδια του τη φύση και τη λογική να ωθεί και να υιοθετεί τις πιο ευφάνταστες και δημιουργικές καινοτομίες για να ξεπερνάει και να επιλύει τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Θεωρεί, συνεπώς, ότι δεν μπορούμε να μιλάμε, όπως κάνουν πολλοί οπαδοί του μεταμοντερνισμού, για ρήξη του καπιταλισμού και των νέων ευέλικτων μορφών συσσώρευσης και εργασίας που περιγράφονται ως μετακαπιταλιστικές. Η μεταβατική περίοδος είναι για την Wood χαρακτηριστική της λογικής του καπιταλισμού και των δικών του νόμων κίνησης. Πρόκειται για μια εντατικοποίηση της διαδικασίας εξαγωγής υπεραξίας μέσα από τις νέες τεχνολογίες, την υιοθέτηση και εφαρμογή των νέων ευέλικτων μορφών παραγωγής, διακίνησης και αποθήκευσης εμπορευμάτων και των νέων ευέλικτων σχέσεων εργασίας.  Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν νέο κοινωνικό σχηματισμό που είναι προϊόν των νέων τεχνολογιών και του αυτοποιητικού τους μηχανισμού αλλά για αποτέλεσμα τόσο των νόμων κίνησης του καπιταλισμού όσο και της ταξικής πάλης όπως αυτή εκφράζεται στη σημερινή συγκυρία. Ο καπιταλισμός χωρίς το άλλοθι του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος μόνο με τις εσωτερικές του αντιφάσεις που δημιουργούν νέα κοινωνικά κινήματα. Ως σύστημα έχει επιβληθεί στην ανθρωπότητα όχι μόνο λόγω της χωρικής επέκτασής του σε παγκόσμιο επίπεδο παρακάμπτοντας εθνικές και κοινωνικές αντιστάσεις ή ιδιομορφίες αλλά και σε όλους τους τομείς της καθημερινής και προσωπικής ζωής του δυτικού πολίτη, που κλεισμένος μέσα στο πλήρως εμπορευματικοποιημένο του περιβάλλον αρχίζει να αμφισβητεί τη χρησιμότητα της ίδιας της πολιτικής του ταυτότητας. Όσοι διανοούμενοι εκ της παραδοσιακής αριστεράς, αλλά και της νέας αριστεράς, ανοίγουν τα φτερά τους για να πετάξουν πάνω από την Ικαρία του μεταμοντερνισμού πρέπει να γνωρίζουν ότι η Wood θα τους καταρρίψει ως γνήσια παιδιά μιας ιδιαίτερης συγκυρίας του μεταπολεμικού καπιταλισμού και που είχαν θεωρήσει ως δεδομένες και σταθερές τις συνθήκες του baby-boom.

 

            Ο star-trek ριζοσπαστισμός

               

 

                Ο A.Sivanandan από την πλευρά του, παρά το ότι έχει πρώτος ανοίξει πυρ κατά των απόψεων της Wood, αποτολμά με θάρρος, θράσος αλλά και αυτοσαρκαζόμενος ίσως, να αυτο-αναγορευτεί σε τεχνολογικό ντετερμινιστή. Εφορμά από τις όντως εντυπωσιακές νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που ραγδαία αλλάζουν σε καθημερινή βάση, δηλαδή την αποσύνθεση και αποειδίκευση της εργατικής τάξης, την υπερδιεθνιστική τάση του κεφαλαίου αντί να εισάγει εργατικό δυναμικό να στήνει εργοστάσια στα νέα Ελντοράντο του φθηνού από πλευράς εργασιακού κόστους τρίτου κόσμου και του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού, την παρακμή ως και διάλυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, την εξάλειψη της έντασης κεφαλαίου και εργασίας, την υποταγή των κυβερνήσεων στα κελεύσματα των mass media και των πολυεθνικών, την αποεθνικοποίηση των εθνικών αστικών τάξεων από τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου, τη γένεση μιας νέας εργατικής αριστοκρατίας στα πλαίσια της επιστήμης της πληροφορικής – οι εργάτες της γνώσης, για να ισχυριστεί ότι «οι ποιοτικές αλλαγές που προκλήθηκαν στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων έχουν προξενήσει αλλαγές στον τρόπο παραγωγής  οι οποίες, με τη σειρά τους, έχουν οδηγήσει σε αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις. Ο Sivanandan έχει δίκιο να επισημαίνει τη λαθεμένη άποψη της Wood περί των αριστερών διανοουμένων του baby-boom που δεν αντέχουν να αντιμετωπίσουν κατάματα την πραγματικότητα, δεν μπορεί όμως και αυτός με τη σειρά του να ξεφύγει από το οικονομίστικο προπατορικό αμάρτημα των Μαρξιστών που αναζητούν το επαναστατικό υποκείμενο που θα αδράξει την τεχνολογική ευκαιρία για να ανοίξει το δρόμο για ένα λαμπρό σοσιαλιστικό μέλλον για την τεχνολογικά κυριαρχούμενη ανθρωπότητα – έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη προφητεύουν οι τεχνολογικοί ντετερμινιστές ως αποτέλεσμα μιας νέας θεωρίας των σταδίων.

 

            Ο χώρος και ο χρόνος υπό συμπίεση

 

                Η μετατροπή των οικονομιών της αναπτυγμένης καπιταλιστικής δύσης από βιομηχανικές σε οικονομίες του τριτογενούς τομέα έχει και άλλες συνέπειες εκτός από το επίπεδο των εργασιακών σχέσεων και της απασχόλησης. Αλλάζουν οι αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο. Είδαμε στο κινηματογραφικό έργο ότι η πόλη του Los Angeles απεικονίζεται ως μια μικρογραφία του μίγματος των κουλτουρών, των πολιτισμών και των αρχιτεκτονικών τεχνοτροπιών. Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική αντιπαρατίθεται με έναν κριτικό τρόπο στις αρχιτεκτονικές πεποιθήσεις των μοντερνιστών που εκφράζανε στο χώρο αυτό την τάση του γιγαντισμού, της ομοιομορφίας και της μονολειτουργικότητας. Η μοντερνιστική πόλη αποδείχτηκε αντιοικολογική, αντιοικονομική και , κυρίως, φτωχή συμβολικά και αισθητικά. Η νέα τάση απορρίπτει τις οριζόντιες ή κάθετες υπερσυγκεντρώσεις ξεχωριστών χρήσεων σε μια αστική ζώνη, σε ένα κτίριο, κάτω από μια στέγη. Mια από τις εκδοχές που προτείνονται είναι αυτή του Leon Krier που θεωρεί ως το καταλληλότερο μοντέλο το  σύνολο πόλεων μέσα στην πόλη. Το ζήτημα είναι να δημιουργηθούν, να πολλαπλασιαστούν και να και να τελειωθούν αστικές κοινότητες μέσα σε μια ευρύτερη αστική περιοχή. Η άλλη εκδοχή είναι αυτή του T.Venturi που απορρίπτει το ρόλο των αρχιτεκτονικών πρωτοποριακών ρευμάτων και σκοπός του, όπως και των οπαδών του, είναι «να σχεδιάσουν το χώρο με ένα περισσότερο προσωποποιημένο και εξατομικευμένο τρόπο, ακολουθώντας διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικές λειτουργίες και διαφορετικές κουλτούρες»[8]. Οι πόλεις – πρότυπα στη δεύτερη περίπτωση είναι το Las Vegas και η Disneyland. Ο ίδιος ο Venturi θεωρεί ότι ένας τέτοιος προσωποποιημένος σχεδιασμός των πόλεων  ανταποκρίνεται στα αιτήματα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, αγνοώντας βέβαια ότι δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα των λαϊκών και φτωχών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και των διαφόρων κοινωνικών μειονοτήτων αλλά ανταποκρίνεται σε μια καθαρά οικονομίστικη εισοδηματική λογική, υποτάσσεται δηλαδή στη λογική της αγοράς. Αυτή φαίνεται να είναι και η εικόνα της μεταμοντέρνας πόλης όπως τη διακρίνουμε στην ταινία του Scott. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο μεταμοντερνισμός στην πολεοδομία λειτουργεί υπέρ της σύνδεσης της ευέλικτης συσσώρευσης με την πόλη – θέαμα. Ο David Harvey χρησιμοποιεί κατά κόρον την πολεοδομική ανάπλαση της μεγαλύτερης πόλης – λιμάνι της πολιτείας του Maryland,  τη Βαλτιμόρη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ανάπλαση που δημιούργησε μια πόλη – κολάζ η οποία αναμειγνύει στοιχεία του φανταστικού, του κατακερματισμού και του εκλεκτικισμού με την αίσθηση του εφήμερου και του χάους. Έχοντας προσωπική πείρα τόσο από την μοντερνιστική εποχή της πόλης αυτής στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 όσο και από την πρόσφατη μεταμοντερνιστική μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη του Harvey : παλιότερα υπήρχαν ουσιαστικά 3 ζώνες, αυτή του κέντρου της πόλης που ταυτιζόταν με τις διοικητικές, χρηματοπιστωτικές και βιομηχανικές δραστηριότητες, αυτή του λιμανιού και των λειτουργιών του (φτηνή διασκέδαση, διακίνηση εμπορευμάτων) και αυτή των υπνουπόλεων (συμπεριλαμβανομένων των ζωνών-γκέτο των φυλετικών μειονοτήτων). Η σημερινή εικόνα της είναι αρκετά διαφορετική περιλαμβάνοντας βέβαια και στοιχεία από το παρελθόν. Το λιμάνι έχει μετατραπεί σε τουριστική περιοχή και περιοχή κατοικίας για οικογένειες υψηλών εισοδημάτων, κάθε αστική περιοχή έχει τις δικές της διοικητικές, χρηματοπιστωτικές αλλά όχι πια βιομηχανικές δραστηριότητες. Οι υπνουπόλεις αποκτούν σιγά-σιγά άλλο χαρακτήρα καθώς γεμίζουν από πνευματικά κέντρα, κολέγια και πανεπιστήμια, εμπορικά κέντρα και πολυκινηματογράφους κλπ. Βεβαίως τώρα το ύψος του εισοδήματος παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ όσο στο παρελθόν για την επιλογή της ζώνης κατοικίας. Εκείνο που χαρακτηρίζει, συνεπώς, την μεταμοντέρνα Βαλτιμόρη είναι η συμπίεση του χώρου όσον αφορά τις λειτουργίες του. Όσον αφορά τη συμπίεση του χρόνου ως ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του μεταμοντέρνου και μεταφορνιστικού καθεστώτος της ευέλικτης συσσώρευσης ήδη εντοπίστηκε στην ταινία η άποψη περί σύντμησης του χρόνου ζωής της εργασιακής ικανότητας με το όριο ζωής που προσδιορίστηκε από το δημιουργό των αντιγράφων. Στη σημερινή εποχή δεν είναι μόνο ο χρόνος εργασίας και οι διαφορετικές πλευρές του που την χαρακτηρίζουν αλλά και η ίδια μας η καθημερινότητα: πληρώνουμε με πιστωτικές κάρτες, παίρνουμε μετρητά από ΑΤΜ για να αποφύγουμε την καθυστέρηση του γκισέ, ήδη συναλλαγές γίνονται ηλεκτρονικά από το σπίτι μέσω του internet, η τηλεργασία είναι στα σπάργανα αλλά υπολογίζεται ότι οι τηλεργαζόμενοι θα δεκαπλασιαστούν σε δύο χρόνια με στόχο το 2004 το ποσοστό τους να υπερβαίνει το 25% των εργαζομένων (το ποσοστό αυτό στις υπηρεσίες θα αυξηθεί πιο γρήγορα). Εδώ όντως μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία τεχνολογικού ντετερμινισμού). Από την άλλη μεριά η ανάγκη για πιο γρήγορη ανακύκλωση του κεφαλαίου για να επιτυγχάνονται πιο γρήγορα κέρδη και να επανεπενδύονται εκ νέου ολοκληρώνοντας αενάως το κύκλωμα παραγωγής – διάθεσης δημιουργεί την ανάγκη για πιο αποτελεσματικό marketing και κατάλληλες public relations. Η μόδα και τα παράγωγά της φανερώνουν μια αλλαγή στην έννοια του φθαρτού και συνεπώς του χρόνου. Και όπως χαρακτηριστικά συμπεραίνει ο Ντίνος Σπυριδωνίδης [9], «αυτό που πρόσφατα λεγόταν μόδα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, δεν απευθύνεται πια σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων αλλά έχει μαζικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αυξήσει την κατανάλωση όχι μόνο των ενδυμάτων και των ειδών διακόσμησης αλλά, κυρίως, την κατανάλωση τρόπων ζωής και μαζί τους την κατανάλωση δραστηριοτήτων αναψυχής». Ο καπιταλισμός έτσι εμπορευματοποιεί ακόμη και την ίδια την πολιτισμική παραγωγή, κι έτσι η μόδα, τα προϊόντα, οι τεχνικές παραγωγής, οι διαδικασίες εργασίας, οι ιδέες, οι ιδεολογίες, οι αξίες και οι πρακτικές αντλούν τις μορφές και τα σχήματά τους από την πηγή αυτή. Αν έχει νόημα η αναζήτηση μιας νέας ριζοσπαστικής στρατηγικής για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, τότε η αναζήτηση αυτή πρέπει να πατάει γερά πάνω στη νέα πραγματικότητα χωρίς όμως να παρασύρεται από την αίσθηση του εφήμερου και του στιγμιαίου που χαρακτηρίζουν αυτή την πραγματικότητα.

 

 

                                                                                                                                              ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

 


 

 

 

                Halal W., (1986), The New Capitalism, New York

Παλιός καπιταλισμός (βιομ. παράδειγμα) / Νέος καπιταλισμός (μεταβιομ. παράδειγμα)

Μέτωπο προόδου

Υψηλή ανάπτυξη

 Έξυπνη ανάπτυξη

Οργάνωση

Μηχανιστική δομή

Δίκτυα αγορών

Λήψη αποφάσεων:

Αυταρχικές εντολές            

Συμμετοχική ηγεσία                   

Θεσμικές Αξίες:

Χρηματοοικονομικοί στόχοι  

Πολλαπλότητα στόχων

Εστίαση management:   

Λειτουργικότητα

Στρατηγική

Οικονομικό μακροσύστημα:

Κερδοκεντρική     μεγάλη επιχείρηση

Ελεύθερη δημοκρατική επιχείρηση

 

Παγκόσμιο σύστημα:

Καπιταλισμός ενάντια   στο σοσιαλισμό

Υβρίδια καπιταλισμού και σοσιαλισμού   

Lash, S. & J.Urry, (1987), The End of Organised Capitalism, Oxford

Oργανωμένος Καπιταλισμός                 

Αποδιοργανωμένος Καπιταλισμός         

Συγκέντρωση και συγκεντροποίηση   του βιομηχανικού, τραπεζικού και εμπορικού κεφαλαίου σε ρυθμισμένες εθνικές αγορές                                           

Αποσυγκέντρωση της ραγδαία αυξανόμενης επιχειρησιακής εξουσίας εκτός εθνικών αγορών. Αυξανόμενη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και σε μερικές περιπτώσεις διαχωρισμός του βιομηχανικού από το τραπεζικό κεφάλαιο

Αυξανόμενος διαχωρισμός της ιδιοκτησίας από τον έλεγχο και ανάδυση σύνθετων διευθυντικών ιεραρχιών     

Συνεχιζόμενη επέκταση των διευθυντικών στρωμάτων που αρθρώνουν τις δικές τους ατομικές και πολιτικές ατζέντες αρκετά διακριτές από την ταξική πολιτική                  

Ανάπτυξη νέων τομέων διευθυντικής, επιστημονικής, τεχνολογικής διανόησης και γραφειοκρατίας από μεσαίες τάξεις              

Σχετική και απόλυτη παρακμή της εργατικής τάξης

 

Ανάπτυξη συλλογικών οργανώσεων και διαπραγματεύσεων μέσα στις περιφέρειες των εθνικών κρατών

Πτώση αποδοτικότητας/αποτελεσματικότητας των εθνικών συλλογικών διαπραγματεύσεων

Στενή συνάρθρωση κράτους και μεγάλων μονοπωλιακών κεφαλαιακών συμφερόντων και αύξηση του ταξικά βασισμένου προνοιακού κρατισμού     

Αυξανόμενη ανεξαρτητοποίηση των μεγάλων μονοπωλίων από την κρατική ρύθμιση και ποικιλία αμφισβητήσεων της συγκεντροποιημένης κρατικής γραφειοκρατίας και εξουσίας

Ενσωμάτωση των ποικίλλων ταξικών συμφερόντων εντός μιας εθνικής ατζέντας μέσω διαπραγματεύσεων, συμβιβασμών και γραφειοκρατικών ρυθμίσεων

Συνολική πτώση των ταξικά βασισμένων πολιτικών και θεσμών

Επέκταση των οικονομικών αυτοκρατοριών και ελέγχου υπερπόντιων αγορών και παραγωγής

Εκβιομηχάνιση του τρίτου κόσμου και ανταγωνιστική αποβιομηχάνιση των βασικών χωρών που μετατρέπονται σε ειδικευμένες στις υπηρεσίες

Ηγεμονία της τεχνικής επιστημονικής ορθολογικότητας               

Πολιτισμικός κατακερματισμός και πλουραλισμός σε συνδυασμό με την υπονόμευση των παραδοσιακών ταξικών ταυτοτήτων

Συγκεντροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων                

Διάχυση των καπιταλιστικών σχέσεων εντός σχετικά λίγων βιομηχανικών περιοχών σε πολλούς τομείς και περιοχές

Eξαγωγικές – μεταποιητικές βιομηχανίες κυρίαρχες πηγές απασχόλησης       

Παρακμή των εξαγωγικών – μεταποιητικών βιομηχανιών και άνοδος των βιομηχανιών οργάνωσης και υπηρεσιών

Ισχυρή περιοχική συγκεντρωποίηση και ειδίκευση σε τομείς εξαγωγικής μεταποίησης

Διάχυση – διαφοροποίηση του τοπικού – χωρικού καταμερισμού εργασίας

Αναζήτηση οικονομιών κλίμακας μέσω αύξησης του μεγέθους των εγκαταστάσεων και του εργατικού δυναμικού       

 

Μείωση μεγεθών εγκαταστάσεων μέσω της γεωγραφικής διασποράς, της αύξησης των υπεργολαβιών, των παγκόσμιων συστημάτων παραγωγής

Αύξηση μεγάλων βιομηχανικών πόλεων που κυριαρχούν σε περιοχές μέσω της εξασφάλισης συγκεντροποιημένων υπηρεσιών (εμπορικών και χρηματοπιστωτικών)

Παρακμή των βιομηχανικών πόλεων και αποσυγκέντρωση από τα κέντρα των πόλεων σε περιφερειακές και ημι-αγροτικές περιοχές με αποτέλεσμα την όξυνση των προβλημάτων των εσωτερικών συνοικιών των πόλεων

 

Πολιτισμική – ιδεολογική ισχύς του μοντερνιστικού σχήματος              

Πολιτισμική – ιδεολογική ισχύς του μεταμοντερνιστικού σχήματος

Swyngedow, E. (1986), The Socio-spatial Implications of Innovations in Industrial Organization, Working Paper No.20, Johns Hopkins European Center for Regional Planning and Research, Lille

Φορντιστική Παραγωγή

(βάσει οικονομιών κλίμακας)

Just-in-time Παραγωγή

(βάσει οικονομιών σκοπού)

Α) Η Διαδικασία Παραγωγής           

Μαζική παραγωγή ομογενοποιημένων αγαθών

Παραγωγή μικρών ποσοτήτων

Ομοιομορφία και τυποποίηση

Ευέλικτη παραγωγή μικρών ποσοτήτων ποικίλων τύπων προϊόντων

Μεγάλα αποθέματα προς απογραφή-απόσβεση

Καθόλου αποθέματα

Έλεγχος ποιότητας εκ των υστέρων (απορρίψεις και λάθη ανιχνεύονται αργά)

Ποιοτικός έλεγχος μέρους της διαδικασίας (άμεση ανίχνευση λαθών)

Τα απορριφθέντα αποκρύπτονται στα προς απόσβεση αποθέματα

Άμεση απόρριψη ελαττωματικών κομματιών

Απώλεια παραγωγικού χρόνου εξαιτίας μεγάλων χρονικών διαστημάτων οργάνωσης και λειτουργίας, στενοτήτων κλπ.

Μείωση χαμένου χρόνου, ελάττωση του πορώδους της εργάσιμης ημέρας, πολλών ελαττωματικών κομματιών, απογραφικών

Προσανατολισμός στους πόρους

Προσανατολισμός στη ζήτηση

Κάθετη και (σε μερικές περιπτώσεις) οριζόντια ενσωμάτωση

(Ημι-)κάθετη ενσωμάτωση υπεργολαβίας

Μείωση κόστους μέσω ελέγχου μισθών

Μάθηση δια της πράξεως ενσωματωμένη στο μακροχρόνιο σχεδιασμό

Β) Εργασία

Εκτέλεση ενός μοναδικού καθήκοντος από τον εργάτη

Πολλαπλότητα καθηκόντων

Πληρωμή κατά διαβαθμίσεις (βάσει κριτηρίων εργασιακού σχεδιασμού)

Πληρωμή κατά άτομο (λεπτομερειακό σύστημα bonus)

Υψηλός βαθμός εργασιακής εξειδίκευσης

Ελαχιστοποίηση εργασιακών διαχωρισμών

Καθόλου ή ελάχιστη μάθηση δια της πράξεως

Μακρά διάρκεια μάθησης δια της πράξεως

Κάθετη εργατική οργάνωση

Περισσότερο οριζόντια εργατική οργάνωση

Καμία μαθησιακή εμπειρία

Μάθηση δια της πράξεως στην εργασία

Έμφαση στην ελαχιστοποίηση της εργατικής υπευθυνότητας (πειθάρχηση του εργατικού δυναμικού)

Έμφαση στη συνυπευθυνότητα του εργάτη

Καμία ασφάλιση απασχόλησης

Υψηλής ποιότητας ασφάλιση απασχόλησης για τους εργάτες αιχμής (απασχόληση εφ’ όρου ζωής), καμία ασφάλιση απασχόλησης και φτωχές συνθήκες εργασίας για τους προσωρινούς εργάτες

Γ) Χώρος

Λειτουργική χωρική εξειδίκευση (συγκεντρωποίηση- αποκέντρωση)

Χωρική ομαδοποίηση  και συσσώρευση

Χωρικός καταμερισμός εργασίας

Χωρική ενσωμάτωση

Ομοιογενοποίηση των περιοχικών αγορών εργασίας (χωρικά τμηματοποιημένες αγορές εργασίας)

Διαφοροποίηση αγορών εργασίας (επιτόπια τμηματοποίηση αγοράς εργασίας)

Παγκόσμια προέλευση των εξαρτημάτων και των υπεργολάβων

Χωρική εγγύτητα/αμεσότητα κάθετα ημιενσωματωμένων εταιριών

Δ) Κράτος

 

Ρύθμιση

Απορύθμιση / αναρύθμιση

Ακαμψία

Ευελιξία

Συλλογική διαπραγμάτευση

Διαίρεση / ατομικοποίηση, τοπικές ή ανά επιχείρηση διαπραγματεύσεις

Κοινωνικοποίηση της πρόνοιας (κράτος πρόνοιας)

Ιδιωτικοποίηση των συλλογικών αναγκών και της κοινωνικής ασφάλισης

Συγκεντροποίηση

Αποκέντρωση και όξυνση διαπεριοχικών / διαστεακών ανταγωνισμών

Κράτος / πόλη επιδοτήσεων

Κράτος / πόλη επιχειρηματίας

Έμμεση παρέμβαση στις αγορές μέσω πολιτικών τιμών και εισοδημάτων

Άμεση κρατική παρέμβαση στις αγορές μέσω των προμηθειών

Εθνικές περιφερειακές πολιτικές

«Τοπικές περιφερειακές πολιτικές   (τριμερούς μορφής)

Έρευνα και ανάπτυξη χρηματοδοτούμενες από το κράτος

Έρευνα και ανάπτυξη χρηματοδοτούμενες από τις επιχειρήσεις

Βιομηχανικά καθοδηγούμενες καινοτομίες

Κρατικά καθοδηγούμενες καινοτομίες

 

Ε) Ιδεολογία

 

Μαζική κατανάλωση σταθερών καταναλωτών : η κοινωνία της κατανάλωσης        

Εξατομικευμένη κατανάλωση: γιάππικη κουλτούρα

Μοντερνισμός     

Μεταμοντερνισμός

Ολικότητα / δομική μεταρρύθμιση

Ειδίκευση / προσαρμογή

Κοινωνικοποίηση

Ατομικοποίηση / ιδιωτικοποίηση: η κοινωνία του θεάματος

 

 

 

                              


[1] Βλ. Aglietta, A. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, The U.S. Experience, New Left Books, London και Bonefeld, W. & Holloway, J. (1994), Μεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα. Για τις θεωρίες της Γαλλικής σχολής της ρύθμισης, την άποψη περί κινητήριου μοχλού της τεχνολογίας, το Ιαπωνικό υπόδειγμα κλπ βλ.επίσης και: Λυμπεράκη, Α. & Α.Μουρίκη, (1996), Νέες Μορφές Οργάνωσης της Παραγωγής και της Εργασίας, Εκδ. Gutenberg, Αθήνα, Βοyer, R. (1989), Η θεωρία της ρύθμισης, Εκδ.Εξάντας, Αθήνα, Lipietz, A. (1990), Aυταπάτες και θαύματα : προβλήματα του περιφερειακού φορντισμού, Εκδ.Εξάντας, Αθήνα, Bonefeld, W & J.Holloway (επιμ.), (1994), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Εκδ.Εξάντας, Αθήνα και Γεωργακοπούλου,Β. (1995), Αγορά Εργασίας και Σύγχρονες Εργασιακές Σχέσεις, Έκδοση «Ινστιτούτο Εργασίας Ο.Τ.Ο.Ε.», Αθήνα.

[2] Just-in-time = σύστημα ελέγχου αποθεμάτων, σύμφωνα με το οποίο τα υλικά προγραμματίζονται να φθάσουν όταν ακριβώς χρειάζονται στη γραμμή παραγωγής. Τα συστήματα Just-in-time είναι σχεδιασμένα ώστε να περιορίζουν το επίπεδο αναγκών σε αποθέματα στο μηδέν. Συχνά αυτά τα συστήματα αναφέρονται ως «συστήματα χωρίς αποθέματα» ή «συστήματα μηδενικών αποθεμάτων» ή «συστήματα Kanban». Κεντρικό στοιχείο τους είναι ότι οι προμηθευτές παραδίδουν τα υλικά ακριβώς τη στιγμή που είναι απαραίτητα, μειώνοντας έτσι τις ανάγκες των αποθεμάτων σε πρώτες ύλες στο μηδέν. Τα υπό κατεργασία προϊόντα ελαχιστοποιούνται, επειδή παράγονται την κατάλληλη στιγμή που χρειάζονται στο επόμενο στάδιο παραγωγής. Τα αποθέματα τελικών προϊόντων ελαχιστοποιούνται, επίσης με το να αντιστοιχίζεται η παραγωγή του με τις ανάγκες πωλήσεων. Έτσι, η επιχείρηση μειώνει δραστικά τα έξοδά της, αφού μειώνει τα έξοδα τήρησης αποθεμάτων (αποθήκευση, συντήρηση, κόστος κεφαλαίου κλπ). Τα συστήματα αυτά εφαρμόστηκαν πρώτα στην Ιαπωνία και ήταν τέκνα της ανάγκης οικονομιών μετά τον πόλεμο, αλλά αργότερα η εφαρμογή τους επεκτάθηκε στη Β.Αμερική και τη Δ.Ευρώπη.)

[3] Βλ. Harvey, D. (1990), The Condition of  Postmodernity : An Enquiry into the Origins of Cultural Change, Blackwell, Cambridge MA & Oxford UK.

[4] Βλ. Γεωργακοπούλου, Β. (1996), Ευελιξίες της Επιχείρησης και της Εργασίας : Έννοια, βασικές διαστάσεις και επιλογές στις σύγχρονες συνθήκες, Έκδοση Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ, Αθήνα

[5]  Βλ. Rifkin, J. (1996), Το τέλος της εργασίας, Εκδ.Λιβάνη, Αθήνα.

[6]  Βλ. Wood Meiskins, E. (1996) , Modernity, Postmodernity or Capitalism ? in Monthly Review, Vol.48/3, July – August, N.Y. σ.σ. 21- 39 και της ίδιας (1997) , A Reply to A.Sivanandan, in Monthly Review, Vol.48/9, February, N.Y. Xχρήσιμη και η αναφορά στα άλλα έργα της : Democracy Against Capitalism, 1996, Cambridge University Press, N.Y. The Pristine Culture of Capitalism, 1991, Peasant-Citizen and Slave, 1991 και The Retreat from Class, 1986 (κέρδισε το Βραβείο Deutscher Memorial.

[7]  Ως οπαδοί του τεχνολογικού ντετερμινισμού έχουν κατηγορηθεί πολλοί/ές σύγχρονοι/ες επιστήμονες όπως ο Jeremy Rifkin και o Alvin Toffler για να αναφέρουμε τους γνωστότερους και με διαφορετικές απόψεις θεωρητικούς. Επίσης για τεχνολογικό ντετερμινισμό μπορούμε να μιλήσουμε και στην περίπτωση του νεο-Σουμπετεριανού υποδείγματος που στηρίζεται στη λογική των κυμάτων Κοndratief. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Λυμπεράκη, Α. & A. Μουρίκη, (1996), ο.ε.π., σ.σ.47-58 και Amin, A. (Ed), (1994), Post-Fordism : A Reader, Blackwell, Oxford.

[8] Βλ. Καυκαλάς, Γ. & Κ.-Β. Σπυριδωνίδης (επιμ.), (1992), Μεταμοντέρνοι Καιροί, Εκδ.Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, σ.σ.103-129

[9]  Βλ. Καυκαλάς Γ. & Κ.-Β. Σπυριδωνίδης (επιμ.) , ο.ε.π. σ.σ.132-156

Written by antiracistes

Μαρτίου 27, 2009 at 12:26 μμ

Φορντισμός και μεταφορντισμός και τα ενδιάμεσα

leave a comment »

Φορντισμός και μεταφορντισμός και τα ενδιάμεσα

του Θανάση Τσακίρη

Αλυσίδα συναρμολόγησης (Assembly line)
Η γραμμή παραγωγής είναι μια διαδικασία μεταποίησης στην οποία ανταλλάξιμα μέρη προστίθενται σε ένα προϊόν κατά τρόπο αλληλοδιάδοχο ώστε να δημιουργηθεί ένα τελικό προϊόν.
Μέχρι το 19ο αιώνα, οι τεχνίτες κατασκεύαζαν κάθε κομμάτι του προϊόντος ξεχωριστά, τα συναρμολογούσαν, κάνοντας αλλαγές στα κομμάτια ώστε να ταιριάζουν (αποκαλούμενο και Αγγλικό σύστημα μεταποίησης).
Η γραμμή παραγωγής πρωτοεισήχθη από τον Eli Whitney για την κατασκευή τυφεκίων που παρήγγελνε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Το 1799 ο Whitney επινόησε το Αμερικανικό σύστημα μεταποίησης χρησιμοποιώντας τις ιδέες του καταμερισμού της εργασίας (division of labor) και του μηχανικού περιθωρίου ανοχής (engineering tolerance) ώστε να παράγονται συναρμολογούμενα προϊόντα από τα μέρη κατά επαναληπτικό τρόπο
Αργότερα, ο Henry Ford εισήγαγε την κινούμενη γραμμή (ταινία) παραγωγής στο εργοστάσιό του παραγωγής αυτοκινήτων ώστε να περικόψει τα έξοδα μεταποίησης και να παράγει φθηνότερο προϊόν.

Αυτή η γραμμική διαδικασία συναρμολόγησης (αλυσίδα συναρμολόγησης) επέτρεψε σε σχετικά ανειδίκευτους εργάτες να προσθέτουν απλά κομμάτια σε ένα προϊόν. Καθώς τα μέρη είχαν ήδη κατασκευαστεί το μόνο που απέμενε ήταν η συναρμολόγησή τους.
Παρ’ όλο που η ποιότητά τους δεν ήταν αυτή των χειροποίητων προϊόντων, η σχεδίασή τους με τη χρήση της διαδικασίας της αλυσίδας συναρμολόγησης απαιτούσε λιγότερες γνώσεις και, συνεπώς, θα μπορούσαν να κατασκευαστούν με χαμηλότερο κόστος.

Ο Henry Ford εγκατέστησε την πρώτη κινούμενη αλυσίδα συναρμολόγησης την 1η Δεκεμβρίου 1919 στο πλαίσιο μιας σειράς καινοτομιών με σκοπό την περικοπή κόστους και την εξασφάλιση μαζικής παραγωγής. Η ιδέα ήταν προσαρμογή του συστήματος που χρησιμοποιούσαν στα εργοστάσια επεξεργασίας κρεάτων του Chicago και των ταινοδρόμων που χρησιμοποιούσαν στους αλευρόμυλους. Με τη μεταφορά των μερών στους εργάτες υπήρξε σημαντική εξοικονόμηση χρόνου.
Συνεπώς ο Φορντισμός είναι συνέχεια και προσαρμογή του Τεϋλορισμού.

vΌμως, παρ’ όλο που η ιδέα μπήκε σε εφαρμογή αρχικά από τον Whitney (τυφέκια και βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές) και τέθηκε σε μαζική εφαρμογή από τον Ford, δεν ήταν καινούργια. Αναπτύχθηκε μερικούς αιώνες νωρίτερα στη Βενετία όπου η παραγωγή πλοίων γινόταν με προκατασκευασμένα κομμάτια, με χρήση αλυσίδων συναρμολόγησης και μαζικής παραγωγής. Το οπλοστάσιο της Βενετίας κατασκεύαζε περίπου ένα πλοίο την ημέρα και στην ουσία αποτελούσε το πρώτο εργοστάσιο στην ιστορία.

Ο Φορντισμός διαφέρει από τον Τεϋλορισμό κατά το ότι δεν ασχολείται μόνο με την παραγωγή των προϊόντων αλλά και με την κατανάλωσή τους από το αγοραστικό κοινό. Δεν ήταν μόνο θέμα μείωσης κόστους παραγωγής. Σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν συντονισμένα δίκτυα προώθησης και πώλησης των προϊόντων που επικοινωνούσαν με τους αγοραστές και επηρέαζαν μ’ αυτό τον τρόπο, με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων πώλησης (μάρκετινγκ), τις καταναλωτικές συνήθειες. Μαζική παραγωγή => (και προϋποθέτει) μαζική κατανάλωση. Συνεπώς, ο φορντισμός έγινε ένα μοντέλο ρύθμισης σε γενικότερη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο εργάτης δεν αντιμετωπίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος ως απλός φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που ο ίδιος παράγει.

nΠρακτική έκφραση του ορθολογισμού: σχεδιασμός, τμηματοποίηση και εξειδίκευση των επιμέρους έργων και καθηκόντων με σαφή και κανονιστικό τρόπο.

nΠρόταση δύο βασικών στοιχείων: σημασία συντονισμού και εξειδίκευσης στην ιεραρχικά δομημένη πυραμίδα – εκτέλεση των καθημερινών εργασιών πρέπει να γίνεται από τους υφιστάμενους και ο προϊστάμενος να μπορεί απερίσπαστος να αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις που ξεφεύγουν από τα τα καθημερινά πλαίσια.

nΟ Fayol εισάγει στην οργανωτική θεωρία μια σειρά στοιχείων που βοηθούν στην πληρέστερη διερεύνηση της οργανωτικής συμπεριφοράς: εξουσία, πειθαρχία, καταμερισμός και εξειδίκευση, ανταμοιβή εργαζόμενου, μονιμότητα του προσωπικού.

nΗ εξουσία παύει να θεωρείται προνόμιο της θέσης και έτσι εννοιολογείται και ως προσωπικό χάρισμα του ηγέτη, αποκτώντας τη διάσταση του μηχανισμού επίλυσης και διευθέτησης των συγκρούσεων και των αντιθέσεων των συμφερόντων των εργατών και της διοίκησης.

nΗ μονιμότητα αναλύεται ως ψυχολογικό στοιχείο που προσφέρει ουσιαστική αφοσίωση του εργαζόμενου στο καθήκον του. Παράλληλα προφέρει και στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων εξομαλύνοντας τις αντιθέσεις δημιουργώντας κλίμα συνέχειας και αναπαραγωγής των σχέσεων.

nΑντίστοιχα και οι υπόλοιπες έννοιες αναλύθηκαν στο πλαίσιο μιας λογικής κατανόησης κάθε διάστασής τους, κάτι που δεν πρόσφεραν οι κλασικές οργανωτικές θεωρίες που αντιμετώπιζε τις δομές της οργάνωσης ως τυποποιημένες.

nΤο πρόβλημα της θεωρίας του Fayol ήταν ότι κινιόταν σε αφηρημένο επίπεδο διατύπωσης τυποποιημένων και αφηρημένων αρχών χωρίς εξέταση ιδιομορφιών.

nΣυνέπεια της θεωρίας του Fayol ήταν να εγκαθιδρυθεί μια νέα σχολή αυτή των Ανθρωπίνων Σχέσεων από τον Elton Mayo.

nΗ κριτική του εστιάστηκε στο ότι η κυρίαρχη μέχρι τότε θέση στην οργανωτική θεωρία ήταν μονομερής και αντιμετώπιζε το οργανωτικό φαινόμενο στη βάση μιας ψυχρής ορθολογικότητας και υποστήριζε ότι βασική παράμετρος που κατευθύνει τις εκάστοτε συμπεριφορές ήταν η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους.

nΟ βασικός πυρήνας των απόψεων της νέας σχολής προήλθε από μια σειρά πειραμάτων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των ερευνών Hawthorn (προάστιο του Chicago όπου ήταν ο εργοστάσιο ανταλλακτικών τηλεφωνικών συσκευών της Western Electric Co.) για τη μελέτη της στάσης και της συμπεριφοράς των εργαζομένων.

nΧρήση ψυχολογίας για την καλύτερη κατανόηση της οργανωτικής συμπεριφοράς.

nΧρησιμοποίησαν διάφορες μεθόδους: πείραμα, συμμετοχική παρατήρηση, συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια.

nΣτόχος η διερεύνηση όσο το δυνατόν πιο εξαντλητικά της εργασιακής συμπεριφοράς για να ελεγχθεί η επιρροή των συνθηκών εργασίας στην παραγωγικότητας. Δηλ. έρευνα σχέσης μεταξύ παραγωγικότητας και συνθηκών εργασίας.

nΠέρασμα από το μακροσκοπικό στο μικροσκοπικό επίπεδο.

nΜε τη χρησιμοποίηση της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας η ανθρώπινη συμπεριφορά θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα πολύπλοκο σύνολο του οποίου η παρακίνηση μέσω οικονομικών κινήτρων αποτελούσε μόνο μία πτυχή.

nΟ εργαζόμενος θα μπορούσε να συμμετάσχει πιο ενεργά στην αύξηση της παραγωγικότητας με χρησιμοποίηση και άλλων τεχνικών (κοινωνικών, ψυχολογικών).

nΒασική θέση: η αύξηση της παραγωγικότητας (εξαρτημένη μεταβλητή) επηρεάζεται από 3 παράγοντες (ανεξάρτητες μεταβλητές).

Α) φυσικό περιβάλλον της επιχείρησης

Β) εργασιακή συμπεριφορά των εργαζομένων

Γ) οικονομικά κίνητρα

ØΤα πειράματα που επακολούθησαν στηρίχτηκαν στη λογική της ανακάλυψης του ενός καλύτερου τρόπου οργάνωσης της παραγωγής και εκτέλεσης του κάθε εργασιακού καθήκοντος, με στόχο την ανακάλυψη των αιτιακών σχέσεων μεταξύ της εξαρτημένης και των ανεξάρτητων μεταβλητών.

nΕλέγχθηκε η επιρροή που ασκούν πάνω στην αύξηση της παραγωγικότητας μια σειρά από παράγοντες:

-Χρόνος εργασίας και χρόνος διαλείμματος

-Συνθήκες καθημερινής διαβίωσης, θέρμανσης, υγρασίας

-Οικονομικά κίνητρα

-Δημιουργία ευχάριστου εργασιακού περιβάλλοντος

-Εισαγωγή μουσικής

-Κόπωση, ανία κλπ.

nΌμως, η αντίληψη τόσο του Τεϋλορισμού όσο και του Φορντισμού αγνοεί τις ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προσεγγίσεις της εργασιακής συμπεριφοράς, μελετώντας την σε εργαστηριακό κενό και με ατομικιστικό τρόπο.

nΗ εστίαση στο τυπικό επίπεδο των οργανωτικών σχέσεων και η εργαλειακή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως στοιχείου της παραγωγής, το οποίο στο πλαίσιο της μηχανιστικής λογικής μπορεί να ρυθμιστεί κατά βούληση χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα υπόλοιπα στοιχεία πλην της εργασιακής δυνατότητας, τα οποία συγκροτούν την προσωπικότητά του, προσδίδει μονομέρεια στη συγκεκριμένη θεώρηση της οργάνωσης. Κι αυτό το κενό ήλθε να καλύψει η θεωρία των ανθρωπινών σχέσεων, με πρόδρομο τον Henri Fayol.

Σε αντίθεση με τον Taylor o Fayol ερεύνησε το φαινόμενο της οργάνωσης της εργασίας στο μακρο-επίπεδο.

Προσπάθησε να διατυπώσει κάποιους γενικούς αφηρημένους κανόνες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως το βασικό πλαίσιο συγκρότησης της οργανωτικής πραγματικότητας. Ακολουθώντας τον επικρατούντα θετικισμό, θεώρησε τον ορθολογισμό ως την κύρια έννοια γύρω από την οποία θα έπρεπε να συγκροτηθεί η ανάλυση του οργανωτικού φαινομένου και ως μεθοδολογικό εργαλείο για την εξήγηση και κατά βούληση τροποποίηση της οργανωτικής δομής και συμπεριφοράς. Η εξορθολογικοποίηση της οργάνωσης τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό (ομαδικό) ή ατομικό μπορεί να οδηγήσει στη λειτουργική αναδιάρθρωση της οργάνωσης.

nΜεθοδολογία ceteris paribus, δηλαδή ανάλυση μεμονωμένα της συμβολή του καθένα παράγοντα στην αύξηση της παραγωγικότητας όταν οι υπόλοιποι μένουν αμετάβλητοι ή απουσιάζουν.

nΟι εξωτερικοί παράγοντες (φωτισμός, θέρμανση κ.α.) είχαν σε λογικά πλαίσια μικρή σημασία.

nΟι σχέσεις μεταξύ υλικών συνθηκών και επίδοσης δεν ήταν απλώς σχέση αιτίου και αιτιατού αλλά υπήρχαν πολλοί παράγοντες που ασκούσαν επιρροή.

nΑποτελέσματα των ερευνών ήταν να θεσπιστούν:

-Ομαδική αμοιβή κατά τεμάχιο

-Διακοπές και διαλείμματα εργασίας

-Ημέρα ανάπαυσης το Σάββατο και πενθήμερη εβδομάδα

nΜε τα πειράματα των μελετών αυτών διαρρήχθηκε το παραδοσιακό, τεχνοκρατικό και μηχανοποιημένο μοντέλο, και ο εργάτης προσλαμβάνεται ως ενεργό και δυναμικό στοιχείο της παραγωγής.

nΟι έρευνες πήραν πλέον έναν κοινωνικά-ψυχολογικό και όχι μονοδιάστατα οικονομικό προσανατολισμό εστιάζοντας στη μελέτη της εργασιακής συμπεριφοράς στο πλαίσιο των μικρών εργοστασιακών ομάδων και ομαδοποιήσεων.

nΟι μεταβλητές που αφορούσαν τα «φυσικά» αίτια (θέρμανση, υγρασία, κούραση) αντιμετωπίσθηκαν πλέον όχι αυτόνομα αλλά μέσω της σημασίας που αποκτούν μέσα από την διαμεσολάβηση των ατόμων. Η περιβαλλοντική διάσταση εν υπάρχει από μόνη της αλλά αποκτά υπόσταση μόνο μέσα από το νόημα που της δίνει το άτομο τόσο ως ατομικότητα όσο και ως μέλος μίας ομάδας.

nΣτα νέα πειράματα του Mayo διερευνάται:

Α) Η συμπεριφορά των εργατών απέναντι στην εργασία τους, και

Β) η συμπεριφορά των εργατών όχι ως ατόμων αλλά ως μελών μιας ομάδας, δηλαδή ως συλλογικών και όχι ως ατομικών υποκειμένων.

Η δεύτερη διάσταση είναι που έφερε στην οργανωτική θεωρία την ανάλυση των άτυπων σχέσεων.

Έτσι, σημασία πλέον αποκτούν για τη εξήγηση της οργανωτικής συμπεριφοράς συνολικά η κοινωνική οργάνωση και οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στο πλαίσιο του εργοστασίου, που περιβάλλουν και «κοινωνικοποιούν» τον εργαζόμενο διαμορφώνοντάς του μία συγκεκριμένη στάση απέναντι σε καταστάσεις και γεγονότα. Για πρώτη φορά έρχεται στο φως η οργανωτική πραγματικότητα ως ένα πολύπλοκο δίκτυο διαντιδράσεων και συμπεριφορών, δηλαδή ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια από καμία καταγραφή όσο λεπτομερής και αν είναι.

vΟι νέες βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η κατανόηση της εργασιακής συμπεριφοράς ήταν:

Α) η ομάδα

Β) οι ενδοομαδικοί κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς

Γ) η άτυπη μορφή οργάνωσης

-Η καθημερινή επαφή του μεμονωμένου εργαζόμενου με την ομάδα των εργαζομένων, τα κοινά συμφέροντα και η κοινή ιδεολογία «δένουν» τον εργαζόμενο.

-Η ισχύς αυτών των άτυπων σχέσεων είναι τόσο δεσμευτική ώστε τις περισσότερες μορφές κυριαρχεί απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία του ατόμου, ακόμη και σε εντολές της διοίκησης της επιχείρησης. Η ανάγκη ένταξης σε μία ομάδα, η επιβεβαίωση, η επιβράβευση, η αποδοχή από τους ομοίους αποτελούν ισχυρούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν την μη οικονομικά ορθολογική συμπεριφορά των εργαζομένων.

nΒέβαια, και η αντιμετώπιση του εργαζόμενου ως υποκειμένου από την «Σχολή των Ανθρωπίνων Σχέσεων» παρά τον ουμανιστικό της τίτλο κινείται, σε τελευταία ανάλυση, στα πλαίσια μιας άλλης εκδοχής εργαλειακής και μηχανιστικής λογικής εξυπηρέτησης των συμφερόντων της διοίκησης και δεν ασχολείται με την χειραφέτηση-απελευθέρωση του υποκειμένου.

nΗ ύπαρξη των ομαδοποιήσεων γίνεται αποδεκτή από τη διοίκηση γιατί αποτελεί μια μη ακυρώσιμη πραγματικότητα. Συνεπώς, μόνο η εργαλειακή υπαγωγή τους στα συμφέροντα της διοίκησης υπάρχει ως δυνατότητα, εφόσον οι ομάδες μπορούν να καλύψουν τις περισσότερες από τις ψυχολογικές ανάγκες των εργαζομένων. Αυτό που επιδιώκεται είναι η ενσωμάτωση των ομαδοποιήσεων στα συμφέροντα και τις επιταγές της επιχείρησης μέσα από τη συνεργασία.

 

·Η βασική κριτική είναι ότι η προσέγγιση της σχολής αυτής εστιάζει στο ατομικό και ομαδικό επίπεδο και όχι στο σύνολο της οργάνωσης ή στη θέση της στη δομή της συνολικής κοινωνίας.

·Επίσης δεν λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα, πάνω στην εργασιακή συμπεριφορά, της ζωής και των εμπειριών των ατόμων έξω από την επιχείρηση στην ευρύτερη κοινωνία στην οποία ζει και κοινωνικοποιείται.

·Τέλος, ασκήθηκε κριτική στο ότι η θεωρία παίρνει ως δεδομένο πως υπάρχουν κοινές ανάγκες σε όλους τους εργαζόμενους, που δεν είναι αληθές καθώς οι ανάγκες ποικίλουν όπως έδειξε ο Maslow με την πυραμίδα των αναγκών.

·Η κύρια κριτική είναι ότι η θεωρία αυτή «δεν κοιτά πέρα από το εργοστάσιο.»

 

·Ο A. Maslow (Motivation and Personality, New York: Harper and Row, 1970) προσπάθησε να απαντήσει στο ερώτημα της δυνατότητας καταγραφής των χαρακτηριστικών εκείνων που θα μπορούσαν να κάνουν τη διοίκηση περισσότερο αποτελεσματική στο έργο της, επιτυγχάνοντας να υποκινήσει τους εργαζόμενους ώστε να ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στο εργασιακό καθήκον τους.

Η διαδικασία της υποκίνησης του εργαζόμενου αποτελεί ένα πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ των αναγκών του εργαζόμενου από τη μια και από την άλλη των στόχων της επιχείρησης με τη μεσολάβηση μεταξύ των δύο αυτών, των κινήτρων, που χρησιμοποιεί η διοίκηση για να οδηγήσει τον εργαζόμενο στην αύξηση της εργασιακής του παραγωγικότητας.

 

 

·     Πρόκειται για δυναμική κατάσταση όπου το πρωταρχικό στοιχείο είναι η ύπαρξη συνειδητών ή/και ακόμα ασυνείδητων αναγκών

·     Η ανάγκη παράγει τα κίνητρα. Το κίνητρο είναι μια μορφή πίεσης προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες.

·     Το κίνητρο οδηγεί στον προσδιορισμό κάποιων στόχων, που δεν είναι τίποτε άλλο από την κάλυψη της ίδιας της ανάγκης.

·     Η πραγματοποίηση του στόχου στη συνέχεια οδηγεί στην κάλυψη της ανάγκης που τον δημιούργησε και, σε τελευταία ανάλυση, στην κατάργηση του κινήτρου, εφόσον πραγματοποίησε το έργο του.

·     Η υποκίνηση, βέβαια, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, διαστάσεις του οποίου αποτελούν μια πληθώρα εξωτερικών και εσωτερικών μεταβλητών, που μεταβάλλοντα χωροχρονικά.

 

·     Βασική θέση της θεωρίας του Maslow είναι ότι ο άνθρωπος αποτελεί μια οντότητα η οποία αδιάκοπα προσβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών του.

·     Η διαδικασία κάλυψης των αναγκών είναι αδιάκοπη, μιας και μόλις καλυφθούν κάποιες ανάγκες, το άτομο στρέφεται αυτόματα στην κάλυψη κάποιων άλλων επόμενων αναγκών.

·     Ταξινόμηση των αναγκών με κριτήριο την ένταση της επιθυμίας ή της ανάγκης για κάλυψή τους ξεκινώντας από ανάγκες κατώτερου επιπέδου (φυσιολογικές, επιβίωσης) και προχωρώντας σε ανάγκες υψηλότερου επιπέδου (ασφάλειας και σιγουριάς, κοινωνικές, εκτίμησης ή αναγνώρισης, αυτοπραγμάτωσης).

·     Βέβαια, δεν υπήρξαν εμπειρικά στοιχεία για την επιβεβαίωση της ιεράρχησης των κατά Maslow αναγκών (π.χ. τι συμβαίνει στην οικονομική κρίση;) και της λειτουργίας τους.

·     Αντιθέτως, άλλες έρευνες έδειξαν ότι η ιεράρχηση των αναγκών επηρεάζεται από κοινωνικά και δημοκρατικά στοιχεία του ατόμου (τόπος κατοικίας, κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, φύλο, ηλικία), την προσωπικότητά του, τις ενδοομαδικές σχέσεις, τη μορφή οργάνωσης στην οποία ανήκει και την χωροχρονικά προσδιορισμένη ιστορική κοινωνία στην οποία εντάσσεται.

·     Επίσης, πολλές φορές η ικανοποίηση μιας ανάγκης δεν οδηγεί στην εξαφάνισή της αλλά στην περαιτέρω ανάπτυξή της.

·     Όμως, παρά τη σχηματικότητά της και την έλλειψη εμπειρικής τεκμηρίωσής της, η θεωρία του Maslow είχε ορισμένα αποτελέσματα στη διοικητική σκέψη.

·     Π.χ. αν θέλουν οι διοικήσεις να κινητοποιήσουν την εργασιακή συμπεριφορά οφείλουν να λάβουν υπόψη τους το αίσθημα ασφάλειας που επιθυμούν να αισθάνονται οι εργαζόμενοι, που είναι ιδιαίτερα ισχυρό στην εποχή μας (λ.χ. μαζικές απολύσεις λόγω τεχνολογικής και οργανωτικής αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων).

·     Η πρακτική έκφραση των προτάσεων του Maslow είναι η διαμόρφωση ενός εργασιακού περιβάλλοντος στο οποίο το άτομο (ή ορθότερα η οργάνωση) θα κατορθώνει να καλύπτει τις ανάγκες του ατόμου για ικανοποίηση και αυτοεπιβεβαίωση.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΥΠΟΚΙΝΗΣΗΣ-ΥΓΙΕΙΝΗΣ

·     Το βιβλίο του Frederick Herzberg «The Motivation to Work» (1959) αποτελεί την πρώτη εφαρμογή της θεωρίας του για την υποκίνηση στο χώρο εργασίας. Αρχικά εργάστηκε με 200 μηχανικούς και λογιστές του Pittsburgh και αυτό το έργο-πείραμά του επαναλήφθηκε πάρα πολλές φορές στο πεδίο της εργασιακής ψυχολογίας.

·     Έδειξε ότι η ικανοποίηση και η απογοήτευση από την εργασία σχεδόν πάντοτε προκύπτει από διαφορετικούς παράγοντες και δεν ήταν απλώς αντιδράσεις εναντίωσης στους ίδιους παράγοντες, όπως ήταν η συνήθης πεποίθηση στο παρελθόν. Ορισμένοι παράγοντες πράγματι υποκινούν («υποκινητές-κίνητρα») ενώ άλλοι έχουν την τάση να προκαλούν απογοήτευση («υγιεινής»).

·     Ο άνθρωπος έχει δύο ειδών ανάγκες: ως ζώον έχει ανάγκη να αποφύγει τον πόνο και ως άνθρωπος έχει την ανάγκη να αναπτυχθεί φυσιολογικά.

 

·     Χρησιμοποίησε το Βιβλικό παράδειγμα: Ο Αδάμ μετά την έξωσή του από τον Παράδεισο είχε την ανάγκη τροφής, ζεστασιάς, στέγης, ασφάλειας κλπ – οι παράγοντες «υγιεινής». Ο Αβραάμ, που ήταν ικανός, επιτύγχανε μεγάλους στόχους μέσω της αυτοανάπτυξης – ανάγκες «υποκίνησης». (Θυμίζει Maslow ;).

·     Η έρευνα του Herzberg απέδειξε ότι οι άνθρωποι θα αγωνιστούν για την ικανοποίηση των αναγκών υγιεινής επειδή είναι δυστυχισμένοι χωρίς αυτές αλλά από τη στιγμή που θα ικανοποιηθούν η επίδραση θα σβήσει καθώς η ικανοποίηση είναι προσωρινή. Παραδείγματα «υγιεινής» στο χώρο της εργασίας είναι: η πολιτική της επιχείρησης, οι διαπροσωπικές σχέσεις στους χώρους εργασίας με τους προϊστάμενους, τους υφιστάμενους και τους συναδέλφους, οι συνθήκες εργασίας και εκμετάλλευσης, η μορφή άσκησης του διοικητικού ελέγχου, η κοινωνική θέση και η ασφάλεια της εργασίας, η οποία είχε σχέση με το μη μόνιμο καθεστώς και τους χαμηλούς μισθούς.

 

·     Οι αληθινοί υποκινητές («κίνητρα» είναι άλλοι εντελώς διαφορετικοί παράγοντες και μπορούν να υποκινήσουν τους εργαζόμενους στην ενεργό συμμετοχή στην αύξηση της παραγωγικότητας: αναγνώριση από την επιχείρηση της συνεισφοράς σ’ αυτήν των εργαζομένων, ανάληψη ευθύνης, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, μη παθητική συμμετοχή, προαγωγή ως αναγνώριση της προσφοράς, δυνατότητα ανάπτυξης δεξιοτήτων και εξέλιξης, και, σε τελευταία ανάλυση, μια σειρά στοιχείων που αναφέρονται στο περιεχόμενο της εργασίας (καθήκον, ενδιαφέρον εργασίας, δημιουργικός χαρακτήρας, δυσκολία εκτέλεσης καθήκοντος κλπ).

·     Η ανυπαρξία παραγόντων ικανοποίησης δεν δυσαρεστεί τα άτομα, απλώς δεν τα ικανοποιεί.

·     Το θεμελιώδες στοιχείο της θεωρίας των κινήτρων και των παραγόντων υγιεινής είναι ότι τα άτομα αποτελούν ανθρώπινες συνειδητοποιημένες οντότητες, οι οποίες αποφασίζουν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη της επιχείρησης και την αύξηση της παραγωγής, μόνον όταν τους δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα, που, όμως δεν εξαντλούνται στην απλή χορήγηση χρημάτων.

·     Οι πρακτικές συνέπειες της θεωρίας είναι ότι η διοίκηση της επιχείρησης οφείλει να αναπτύξει ένα νέο σχέδιο οργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας, στο οποίο η εργασία του κάθε μεμονωμένου εργαζόμενου θα έχει εκείνο το περιεχόμενο που θα ικανοποιεί τις παραπάνω αναφερόμενες ανάγκες.

·     Κάθε εργαζόμενος θα πρέπει για να μην είναι δυσαρεστημένος με το πλαίσιο εργασίας του, εκτός από την εργασία του, να λαμβάνει μέρος και σε διαδικασίες που του επιτρέπουν τη συμμετοχή στη διαχείρισή της (δημιουργικότητα της εργασίας).

·     Παράλληλα, θα πρέπει να αλλάζει εργασιακό καθήκον ανά χρονικά διαστήματα προκειμένου η εργασία να χάνει τη μονότονη διάστασή της και να τον ωθήσει να εμπλακεί ενεργά στην πολιτική αύξησης της παραγωγής, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα νοιώθει πλέον ενεργό στέλεχος της επιχείρησης και όχι εργάτης.

·     Εν κατακλείδι, η δράση της διοίκησης θα πρέπει να συμπληρωθεί από ενεργά μέτρα δημιουργίας (κίνητρα) των συνθηκών εκείνων που θα προτρέπουν τους εργαζόμενους να εργαστούν πιο συνειδητά προς όφελος της επιχείρησης.

 

Η ΘΕΩΡΙΑ «Χ» ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ «Υ»

·     Ο Douglas McGregor στο βιβλίο του ‘The Human Side Of Enterprise‘ (1960) διατύπωση την «Χ-Υ Θεωρία», που παρά τις κριτικές για την έλλειψη σαφήνειας παραμένει μια «έγκυρη βασική αρχή» με βάση την οποία αναπτύσσονται στυλ και τεχνικές θετικής διοίκησης και κρίσιμης σημασίας για την οργανωτική ανάπτυξη και την βελτίωση της οργανωτικής κουλτούρας.

·     Υπενθυμίζει τους φυσικούς κανόνες για την διαχείριση των ανθρώπων, που πολύ εύκολα ξεχνιόνται υπό τις πιέσεις της καθημερινής διεξαγωγής των επιχειρηματικών εργασιών.

·     Ο McGregor υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις για τη διαχείριση των ανθρώπων. Πολλοί managers τείνουν προς την θεωρία Χ και γενικά παράγουν πολύ φτωχά αποτελέσματα. Οι φωτισμένοι managers χρησιμοποιούν την θεωρία Υ, η οποία αποφέρει καλύτερες επιδόσεις και αποτελέσματα και αφήνει χώρο στους ανθρώπους να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν.

 

·     Θεωρία Χ

·     («αυταρχική διοίκηση-authoritarian management»)

·     Ο μέσος άνθρωπος απεχθάνεται την εργασία και όποτε μπορεί θα προσπαθεί να την αποφύγει.

·     Ως εκ τούτου, ο περισσότεροι άνθρωποι θα πρέπει να να εξαναγκάζονται με την απειλή τιμωρίας να εργαστούν για τους αντικειμενικούς σκοπούς της επιχείρησης.

·     Ο μέσος άνθρωπος προτιμά να τον διευθύνουν, δεν έχει φιλοδοξίες και θέλει την ασφάλειά του πάνω απ’ όλα.

 

·     Θεωρία Υ

·     («συμμετοχική διοίκηση-participative management»)

·     Η προσπάθεια και η επίδοση στην εργασία είναι τόσο φυσική όσο φυσικό είναι η εργασία και το παιχνίδι.

·     Οι άνθρωποι θα αυτοελέγχονται και θα αυτοδιευθύνονται στην επιδίωξη επίτευξης των αντικειμενικών σκοπών της επιχείρησης χωρίς τον εξωτερικό έλεγχο ή την απειλή της τιμωρίας.

·     Η δέσμευση και η κινητοποίηση για στόχους είναι μια λειτουργία ανταμοιβών που σχετίζονται με την επίτευξή τους. Συνήθως οι άνθρωποι αποδέχονται και συχνά επιδιώκουν την ανάληψη ευθυνών.

·     Η ικανότητα κινητοποίησης ενός υψηλού βαθμού φαντασίας, επινοητικότητας, εφευρετικότητας και δημιουργικότητας στην επίλυση επιχειρηματικών και οργανωτικών προβλημάτων είναι ευρέως κατανεμημένη, και όχι περιορισμένη, στον πληθυσμό.

·     Στη βιομηχανία το πνευματικό/διανοητικό δυναμικό του μέσου ατόμου μόνο εν μέρει χρησιμοποιείται και ελάχιστα αξιοποιείται.

Θεωρίες για την οργάνωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων

·     ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ο Chris Argyris επιδίωξε την πρακτική εφαρμογή των ιδεών της συμμετοχικής διοίκησης. Θεώρησε ότι η η οργανωτική ανάπτυξη μπορεί να επέλθει με την αλλαγή και ικανοποίηση των αναγκών της εργασιακής συμπεριφοράς.

·     Δύο τύποι συμπεριφοράς των διοικητικών: «Α» και «Β» ως επεξεργασία των τύπων «Χ» και «Υ» του MacGregor.

·     Πρότεινε μεθόδους μετάβασης από συμπεριφορά «ΧΑ» σε συμπεριφορά «ΥΒ».

·     Εμπειρική παρατήρηση: Στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες οι διοικήσεις των πολύπλοκων οργανώσεων είχαν απαιτήσεις από τους εργαζόμενου, οι οποίες θεωρούνταν από αυτούς αλλά και γενικότερα από άτομα μετρίου επιπέδου ως μη συμβατές με τις ανάγκες (κοινωνικές και ψυχολογικές) τις οποίες έχει ένας άνθρωπος.

Θεωρίες για την οργάνωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων

·     Οι εργαζόμενοι ερμήνευαν αυτό το γεγονός ως ένδειξη αδιαφορίας εκ μέρους της οργάνωσης για την ύπαρξή τους και οδηγούσε σε έλλειψη ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις στην οργάνωση =>> προβλήματα στη σχέση διοίκησης και εργαζομένων.

·     Ακραίες εκφράσεις η ενεργητική επιθετική και εχθρική συμπεριφορά που ξεπερνούσε την παθητική μορφή αντίδρασης.

·     Argyris: πρόταση διαμόρφωσης ενιαίου καταλόγου αναγκών τόσο της επιχείρησης όσο και των ατόμων. «Κατασκευή» αναγκών ως ενιαίου και αδιαφοροποίητου συνόλου για την ενσωμάτωση του εργαζόμενου στην επιχείρηση, ως αλληλένδετου τμήματος της οργάνωσης.

·     Εισαγωγή και ανάπτυξη προγραμμάτων που στοχεύουν στη διεύρυνση αυτού που αποτελεί την εργασία για τον εργαζόμενο, προσφέροντάς μια ευρύτερη συμμετοχή στην λειτουργία της οργάνωσης.

 

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΜΕ ΟΡΟΥΣ ΕΞΟΥΣΙΑ-ΕΛΕΓΧΟΥ

·     Στη βάση των ιδεών του Max Weber, ο A. Etzioni ανέπτυξε την άποψη της «Κοινωνίας Οργανώσεων» (organizational society): «γεννιόμαστε σε οργανώσεις, εκπαιδευόμαστε από οργανώσεις και οι περισσότεροι από εμάς περνάμε όλη μας τη ζωή δουλεύοντας για οργανώσεις».

·     Η πρώτη κοινωνική επανάσταση επήλθε με την ανάπτυξη της μεγάλης επιχείρησης ή γενικά με την μοντέρνα οργάνωση, που πρόσφερε την κοινωνιολογική μηχανή, τον πιο αποτελεσματικό τρόπο του «να κάνουμε πράγματα»(getting things done)

·     Η δεύτερη κοινωνική επανάσταση αφορά τον έλεγχο από τις δεύτερης τάξης οργανώσεις των πρώτης τάξης οργανώσεων που κάνουν τη δοιυλειά – με άλλα λόγια, την εισαγωγή ενός περιεκτικού επιστρώματος κοινωνικής διακυβέρνησης.

Θεωρίες για την οργάνωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων

·     Οργάνωση = μόρφωμα το οποίο προκειμένου να λειτουργήσει, στηρίζεται και ασκεί εξουσία και επιρροή. Άσκηση εξουσίας = ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων μορφών οργάνωσης που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες.

·     Οργάνωση = κέντρο αποφάσεων που οφείλει να διαχειρίζεται και να κατανέμει μια σειρά εντολών στα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός για την πραγματοποίηση του οποίου έχει δημιουργηθεί η ίδια η οργάνωση.

·     Σε κάθε μορφή οργάνωσης υπάρχει η δυνατότητα να υπάρχουν περισσότερα του ενός κέντρα λήψης αποφάσεων από το σύνολο των οποίων πηγάζει και ασκείται η εξουσία.

 

·     Το ζητούμενο: η αποτελεσματική άσκηση του ελέγχου, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα επιμέρους τμήματα της οργάνωσης θα συμμορφωθούν με τις υποδείξεις των κέντρων απόφασης.

·     Η άσκηση ελέγχου είναι η ενδιάμεση μεταβλητή η οποία εξασφαλίζει, αν τηρηθούν οι προϋποθέσεις άσκησής της, την  αποτελεσματικότητα της οργάνωσης, μέσω της επίτευξης του οργανωτικού σκοπού. Αν ο έλεγχος είναι σωστός τα μέλη συμμορφώνονται συντονισμένα με τις εντολές της διοίκησης και έτσι ορθολογικά επιτυγχάνεται ο σκοπός της οργάνωσης.

 

·     Τυπολογία Etzioni: στηρίζεται στις δομές υπακοής και στις μορφές εξουσίας που χρησιμοποιούν οι ελέγχοντες τις οργανώσεις για την εξασφάλιση της ενεργού συμμετοχής των εργαζομένων.

·     1) Μορφή αλλοτρίωσης: όταν διαφέρουν οι σκοποί του εργαζόμενου από τους σκοπούς που έχει θέσει η οργάνωση. Σύγκρουση συμφερόντων.

·     2) Μορφή υπολογισμού: όταν ο εργαζόμενος επιβιώνει με την εκμετάλλευση της οργάνωσης. Η σχέση περιορίζεται στην αγοραία ανταλλακτική σχέση. Πώληση εργατικής δύναμης αντί μισθού.

·     3) Μορφή ηθικής: όταν ο εργαζόμενος ταυτίζεται συνειδητά με την οργάνωση και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσω της επιχείρησης. Αντιλαμβάνεται την οργάνωση ως προέκταση του εαυτού του και το συμφέρον της επιχείρησης ως ατομικό του. Χαρά και ικανοποίηση μέσω της εργασίας και της συμμετοχής στην οργάνωση.

·     Προκειμένου να υπάρξει επιτυχημένη σύνδεση μεταξύ οργανωτικών σκοπών και δομών υποταγής διαμορφώνει μια τυπολογία των δομών υποταγής:

·     1) δομημένης τάξης (επικρατούν μηχανισμοί και δομές επιβολής – π.χ. φυλακές)

·     2) οικονομικών σκοπών (χρήση δομών όπως στους χώρους εργασίας)

·     3) πολιτισμικών σκοπών (κυριαρχία θεσμικών δομών, όπως τα πολιτικά κόμματα)

 

Σημαντική διάκριση μεταξύ δύο διαστάσεων της εξουσίας: ΔΥΝΑΜΗ και ΕΠΙΡΡΟΗ.

·     Πραγματιστικός χαρακτήρας δύναμης.

·     Ψυχολογικός χαρακτήρας επιρροής.

·     Με την επιρροή δεν αλλάζει απλά η συμπεριφορά του εργαζόμενου, η οποία αποτελεί ένα εξωτερικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του αλλά αλλάζει η ίδια η συνείδησή του, η ίδια η σχέση του με την οργάνωση. Δεν επιτυγχάνεται απλώς η εργαλειακή συμμόρφωση του εργαζόμενου με τα οργανωτικά προαπαιτούμενα, αλλά η πραγματική ικανοποίησή του, εφόσον ταυτίζεται πια με την ομαλή λειτουργία και αναπαραγωγή της οργάνωσης.

Θεωρίες για την οργάνωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων

·     Διάσταση μεταξύ ρόλων επαγγελματία και διοικητικού και που επηρεάζει την λειτουργία της επιχείρησης. Επαγγελματίας δρα και παίρνει αποφάσεις με βάση την κατοχή μιας ιδιαίτερης γνώσης (π.χ. γιατρός). Ελλείψει ειδικών γνώσεων ο διοικητικός δεν είναι σε θέση να ελέγξει τον επαγγελματία.

·     Έτσι ο επαγγελματίας σπάει το εξουσιαστικό ιεραρχικό πλαίσιο της γραφειοκρατίας και των ειδικών. Επικρατεί μια διάσταση μεταξύ του διοικητικού γραφειοκράτη με την εργαλειακή λογική και την προβλέψιμη διαδικασία λήψης απόφασης και του επαγγελματία που λόγω της κατοχής της ειδικής γνώσης μπορεί να κριθεί μονάχα από τους ομοίους του.

·     Μια τρίτη ενδιάμεση κατηγορία είναι αυτή του ημιεπαγγελματία (π.χ. νοσοκόμες, κοινωνικοί λειτουργοί) που έχουν εν μέρει τα χαρακτηριστικά του επαγγελματία αλλά όχι τη θέση του.

 

·     Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

J. Woodward: ανέδειξε το ρόλο που παίζει η τεχνολογία στο πλαίσιο και τη λειτουργία των επιχειρήσεων και οργανώσεων.

Υπόθεση εργασίας: η τεχνολογία, σε τελευταία ανάλυση, έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της δομής της οργάνωσης.

Δεν υπάρχει άριστη δομή οργάνωσης αλλά η δομή διαφοροποιείται ανάλογα με τις διαφορετικές μορφές τεχνολογίας με τις οποίες συνδυάζονται οι δομές αυτές.

 

 

·     1. Σύστημα παραγωγής σε ροή: οργανισμοί παραγωγής τυποποιημένων προϊόντων (π.χ. μπαταρίες, ηλεκτρονικά εξαρτήματα κλπ). Χαρακτηριστικό τους: η παραγωγή των εμπορευμάτων γίνεται «εν αναμονή της ζήτησης» και όχι ύστερα από παραγγελία του πελάτη.Δημιουργία αποθέματος και κατόπιν διάθεσή του στην αγορά. Σχετικά ομοιόμορφο προϊόν – δεν επηρεάζεται από αυτόματους άμεσους χρόνους ή πίεση για αλλαγή

·     2. Σύστημα παραγωγής μοναδικού προϊόντος ή μικρών παρτίδων: (π.χ. κατασκευή μηχανημάτων, πολύπλοκων συστημάτων, εξειδικευμένων μηχανημάτων). Ο επιχειρηματικός οργανισμός έχει δυνατότητα προσαρμογής της παραγωγής του προϊόντος στις απαιτήσεις του πελάτη. Προηγείται η επιθυμία του πελάτη, έπεται η ζήτηση και στη συνέχεια διαμορφώνεται το προϊόν. Ο πελάτης κινεί τη διαδικασία παραγωγής η οποία υπάρχει σε συνάφεια και εξάρτηση μ’ αυτόν. Προϊόντα διαφορετικά μεταξύ τους, ανταποκρινόμενα στις διαφορετικες ανάγκες των πελατών. Τα παραγόμενα προϊόντα κατευθύνονται αυτόματα στην κατανάλωση και δεν παραμένουν στις αποθήκες.

 

·     3. Σύστημα παραγωγής μεγάλων μονάδων. Αυτοκινητοβιομηχανία=χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Συνδυασμός τύπων παραγωγής, γιατί η παραγωγή των προϊόντων από τη μια σκοπεύει στην κάλυψη αναγκών πελατών και από την άλλη στην διαμόρφωση ενός αριθμού προϊόντων για τοποθέτησης στις αποθήκες. Αυτός ο τύπος παραγωγής είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στη διεθνή βιομηχανία και σε εταιρείες που χρησιμοποιούν τεχνικές και συστήματα συναρμολόγησης. Τα εξαρτήματα, τα οποία έχουν τη μορφή αυτόνομων τμημάτων και συγκροτούν στη συνέχεια το τελικό προϊόν, παράγονται τόσο για τη συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος όσο και για την αποθήκευσή τους, για τροποποίηση των μοντέλων ή για κάλυψη αναγκών επισκευής.

 

·     Συμπέρασμα: η μορφή την οποία θα προσλάβει η οργανωτική δομή εξαρτάται άμεσα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας, από την τεχνολογία που αυτή η οργάνωση χρησιμοποιεί, από την οποία εντέλει βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση.

Οι αλλαγές του οργανωτικού πλαισίου
των επιχειρήσεων

 

·     Με το πέρασμα των ετών, οι εργάτες μέσα από τα συνδικάτα τους αγωνίστηκαν και κέρδισαν υψηλότερους μισθούς, παροχές και επιδόματα καθώς και ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής και ικανοποιητικές συντάξεις.

·     Όμως, κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, οι περικοπές και ο περιορισμοί των μεγεθών των επιχειρήσεων και των εργασιών οδήγησαν ουσιαστικά στη μείωση πολλών από τις παροχές αυτές. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επιτρέπουν την αγορά μετοχών τους από τους εργαζόμενους σ’ αυτές, ενώ άλλες φροντίζουν για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλιά τους ή στις επιτροπές εργασιακών παραπόνων. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επίσης παρέχουν ειδικές ευκαιρίες για κατάρτιση και προαγωγή στους εργαζόμενους που επιθυμούν να προωθηθούν, και ορισμένες έκαναν προσπάθειες για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων όπως αυτά της εργασιακής ασφάλειας και ενός εγγυημένου ετήσιου μισθού.

 

·     Σημερινές τάσεις

·     Οι σύγχρονες τεχνολογικές επιστημονικές τάσεις (Η/Υ, ηλεκτρονική, θερμοδυναμική και μηχανική) έχουν κάνει πραγματικότητα τις αυτόματες και ημιαυτόματες μηχανές.

·     Η ανάπτυξη αυτού του αυτοματισμού επιφέρει μια «δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και προκαλεί τεράστιες αλλαγές στο εμπόριο καθώς και στους τρόπους οργάνωσης της εργασίας.

·     Αυτές οι τεχνολογικές μεταβολές και η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προϊόντων επέφεραν επίσης αλλαγές στις πρακτικές βιομηχανικής διοίκησης. Π.χ. στη Σουηδία κατά τη δεκαετία 1960-70, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ανακάλυψαν ότι ήταν δυνατή η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω συστήματος ομαδικής συναρμολόγησης. Σε αντίθεση με το παρελθόν όπου ένας εργάτης ήταν υπεύθυνος  για την τοποθέτηση ενός μόνο κομματιού του αυτοκινήτου, η ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για την  συναρμολόγηση ενός ολόκληρου αυτοκινήτου.

 

·     Το σύστημα εφαρμόστηκε και στην Ιαπωνία, όπου οι διευθυντές ανέπτυξαν μια σειρά νέων καινοτομικών συστημάτων με στόχο τη μείωση των δαπανών και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.

·     Μια Ιαπωνική καινοτομία ήταν οι «κύκλοι ποιότητας», που επέτρεπαν στους εργάτες να προτείνουν στη διοίκηση προτάσεις για το πώς θα γίνεται πιο αποτελεσματική/αποδοτική η παραγωγή και η επίλυση προβλημάτων. Δόθηκε επίσης στους εργάτες το δικαίωμα να σταματούν την αλυσίδα συναρμολόγησης σε περίπτωση προβλήματος, σε αντίθεση με τα αμερικανικά εργοστάσια. Ελέγχοντας προσεκτικά τη διαδικασία μεταποίησης, οι Ιάπωνες διευθυντές μπόρεσαν να περικόψουν δαπάνες, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν τα αποθέματα μειώνοντας σημαντικά το κόστος και βελτιώνοντας την ποιότητα.

·     Ως τις αρχές της δεκαετία 1980-90, οι Ιαπωνικές εταιρείες, που για άλλη μια φορά επικρίθηκαν για παραγωγή χαμηλής ποιότητας αγαθών, είχαν καθιερώσει τη φήμη ότι παράγουν αποτελεσματικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και τεχνολογίας. Στις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 πολλές εταιρείες των ΗΠΑ επεδίωκαν να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους με την υιοθέτηση και προσαρμογή Ιαπωνικών μεθόδων βελτίωσης της ποιότητας. 

 

 

 

Τι είπαμε ότι ήταν ο Φορντισμός;

·     ·  Συνδυασμός προτυποποιημένων εξαρτημάτων, μηχανικού εξοπλισμού ειδικού σκοπού, κατάτμησηε των εργασιακών δεξιοτήτων και κινούμενης γραμμής συναρμολόγησης.

·     ·  Οικονομίες κλίμακας με κέρδη από τη μεγάλης κλίμακας μαζική παραγωγή. (Αν και αυτή συνεπαγόταν υψηλά πάγια κόστη σε εγκαταστάσεις και μηχανικό εξοπλισμό, ο καθαρός όγκος παραγωγής μείωνε το κόστος ανά αυτοκίνητο καθώς αυξανόταν η παραγωγή).

·     ·  Μακρές χρονικές διάρκειες προτυποποιημένων αγαθών συνδεομένων με ένα σύστημα προστατευόμενων εθνικών αγορών.

·     ·  Συγκέντρωση υψηλόμισθων, ημι-ειδικευμένων «εργατών-μάζα» σε μεγάλα εργοστάσια.

·     ·  Ιεραρχική, γραφειοκρατική μορφή οργάνωσης της εργασίας, χαρακτηριζόμενη από συγκεντρωτική διαχείριση.

·     ·  Κρατική διαχείριση της εθνικής οικονομίας μέσω μιας σειράς «Κεϋνσιανών» πολιτικών που ρύθμιζαν τα επίπεδα εισοδήματος, ζήτησης και πρόνοιας.

·     Τελικό και πιο σημαντικό, η σύνδεση μαζικής παραγωγής και μαζικής κατανάλωσης που επέτρεπε στη συνολική διαδικασία να αυτοαναπαράγεται.

 

·     Κατά τη μετάβαση από το «φορντιστικό» καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής σε μια άλλη φάση που χαρακτηρίζεται από τον κυριαρχία του «μεταφορντιστικού» ή «νεοφορντιστικού» καπιταλιστικού μοντέλου η συνεχής μεταβολή των οργανωτικών δομών («καπιταλιστική αναδιάρθρωση») είναι η «νόρμα» με χαρακτηριστικά την αναδιοργάνωση (reengineering), την κατάργηση ενδιάμεσων διευθυντικών στρωμάτων (delayering), τη μείωση του μεγέθους και των εργασιών της επιχείρησης (downsizing), την ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing) και τη δημιουργία νέων εργασιακών σχέσεων και μεθόδων εργασίας. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της νέας εταιρικής κουλτούρας είναι η πελατοκεντρική λογική, που διέπει όλες αυτές τις τάσεις σε αντίθεση με τη λογική της μαζικής παραγωγής του «φορντισμού».

 

Τι αντικαθιστά τον Φορντισμό;

·     Ψ       Ποικιλομορφία καταναλωτικής ζήτησης και ειδικευμένες αγορές

·     Ψ       Επιτάχυνση κύκλου ζωής προϊόντων και ευμεταβλησία παγκόσμιας ζήτησης

·     Ψ       Αποκέντρωση παραγωγής εντάσεως εργασίας και ρουτίνας

·     Ψ       Αύξηση συνεργασιών και συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων

·     Ψ       Αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων

·     Ψ       Πολυ-ειδίκευση και κύκλοι ποιότητας

·     Ψ       Αριθμητικώς ελεγχόμενα και ολοκληρωμένα συστήματα εργοστασιακής κατασκευής με Η/Υ

·     Ψ       Εθνικά ρυθμιστικά συστήματα, έκβαση πολιτικής στρατηγικής και στρατηγημάτων

·     Ψ       Έμφαση στην αισθητική της σχεδίασης και στο μάρκετιγκ

·     Οικονομίες σκοπού και μικρότερες περίοδοι παραγωγής

 

·     Ψ       Κατατμημένες αγορές

·     Ψ       Νέα χρηματοοικονομικά συστήματα

·     Ψ       Παγκόσμιος φορντισμός

·     Ψ       Άμεσος (just-in-time) έλεγχος αποθεμάτων

·     Ψ       Επίπεδες ιεραρχίες

·     Ψ       Ευέλικτες ομάδες εργασίας

·     Ψ       Ευέλικτα μεταποιητικά συστήματα

·     Ψ       Εθνικός τρόπος μεγέθυνσης 

·     Ψ       Πλουραλιστικοί τρόποι ζωής

·     Παραγωγή σε μικρές παρτίδες

 

·     Ψ       Αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες σε σύγκριση με τη ζήτηση για εμπορεύματα

·     Ψ       Μεταϋλικές ανάγκες

·     Ψ       Παραγωγή γνώσης στις ανεπτυγμένες οικονομίες, βιομηχανική μαζική παραγωγή στην περιφέρεια

·     Ψ       Πόλωση του εργασιακού δυναμικού

·     Ψ       Ιεραρχίες τεχνικής εργασίας

·     Ψ       Γραφειοκρατικοποίηση της επιστημονικής και της διοικητικής εργασίας

·     Ψ       Επαγγελματικοποίηση της εργασίας

·     Ψ       Πληροφορία ως προϊόν και ως διαδικασία

·     Ψ       Πληροφοριακά δίκτυα και «καλωδιωμένες» κοινωνίες

·    Συγκεντροποιημένος έλεγχος και αποκεντρωμένες μονάδες παραγωγής

 

·     Ψ       Υπηρεσίες

·     Ψ       Νέα κοινωνικά κινήματα

·     Ψ       Άνιση παγκόσμια ανάπτυξη

·     Ψ       Νέα τάξη «υπηρετών»

·     Ψ       Γνωσιακές ελίτ

·     Ψ       «Στοχαστική» εργασία

·     Ψ       Επαγγέλματα πληροφορικής

·     Ψ       Πληροφοριακός τρόπος ανάπτυξης

·     Ψ       Πληροφοριακές τεχνολογίες

·     Πολυεθνικές μεγάλες επιχειρήσεις (MNCs)

 

 

 

Written by antiracistes

Μαρτίου 27, 2009 at 12:14 μμ

Αναρτήθηκε στις Θεωρία, Κοινωνιολογία

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.