Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ … «ΜΕΤΑ»
ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Του ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ
Ι) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Η εργασία αυτή εκπονήθηκε κάτω από ιδιαιτέρως περίεργες και αντίξοες συνθήκες. Ο αρχικός μου στόχος ήταν να μελετήσω κάποιες κινηματογραφικές ταινίες της τελευταίας εικοσαετίας που, κατά τεκμήριο, απεικονίζουν, άμεσα ή έμμεσα, πλευρές της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Η προβληματική της εργασίας προσεγγίζει τη θεματική της σειράς μαθημάτων του σεμιναρίου πολιτικής επιστήμης του τετάρτου εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος πολιτικής επιστήμης και κοινωνιολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ευρύτητα της θεματικής που περιλαμβάνει την εξέταση των νέων κοινωνικό – πολιτικό -πολιτισμικών πραγματικοτήτων που διαμορφώθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά την πετρελαϊκή και γενικότερη οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1973 και με νέα ένταση συνεχίζεται μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του (αν)υπαρκτού σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης δεν επιτρέπει την πλήρη κάλυψή της από τις σελίδες μιας τέτοιου τύπου εργασίας. Γι’ αυτό επέλεξα να μελετήσω απλώς κάποιες “σεκάνς” από όλο αυτό το “σκηνικό”. Οι τρεις ταινίες στις οποίες κατέληξα τελικά προέρχονται από τρεις χώρες με κοινωνικό – οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες τέτοιες που προσφέρονται για συγκριτικές αναλύσεις : Η.Π.Α., Γαλλία και Ο.Δ. Γερμανίας [1]. Όμως η στοιχειώδης κριτική προσέγγιση των τριών ταινιών προϋποθέτει τη μελέτη βασικών θεωρητικών κειμένων που αναφέρονται στις διαμορφούμενες νέες κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Για ευνόητους λόγους μεθοδολογίας απέφυγα να εμπλακώ και στη συζήτηση για τη θεωρία του κινηματογράφου και στο βαθμό που μόνο για ορισμένες “σεκάνς” θα γίνει λόγος. Οι δύσκολες και περίεργες συνθήκες δεν έχουν μόνο να κάνουν μόνο με τις θεματικές της εργασίας και του σεμιναρίου. Σχετίζονται και με την ίδια την προσωπική μου συγκρότηση και τον προσωπικό μου τρόπο ζωής και επαγγελματικής απασχόλησης. Από τη μια έχοντας απορρίψει τις λεγόμενες “μεγάλες θεωρίες” που διεκδικούν το δικαίωμα να εξηγήσουν παν επιστητό και συνεπώς την πρόταξη κάποιας μαγικής συνταγής για την επίλυση κάθε κοινωνικού και πολιτικού προβλήματος, στέκομαι, αναγκαστικά, στην αρχή μιας διαφορετικής, μη γραμμικής, πορείας αναζήτησης ερμηνειών που να σχετικοποιούν τις ουσιοκρατικές μεθοδολογίες. Δεν απαγορεύεται βέβαια η προσπάθεια γενίκευσης που πρέπει όμως να ελέγχεται θεωρητικά και πρακτικά. Συνεπώς, η εργασία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη μιας μακρόχρονης μελλοντικής σειράς προσπαθειών και αποπειρών μου να διεισδύω όλο και περισσότερο δημιουργικά και σε βάθος στο σώμα της θεωρίας και πράξης της πολιτικής κοινωνιολογίας. Από την άλλη οφείλω να τονίσω ότι κι εγώ δεν είμαι παρά ένα προϊόν της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας και των μεταβολών που προσπαθώ να ερμηνεύσω. Η επαγγελματική μου θέση, η κοινωνική μου ζωή και οι “υποχρεώσεις” της, η πολιτική και συνδικαλιστική μου δραστηριότητα, οι απόψεις, οι αντιλήψεις και νοοτροπίες που, κριτικά ή άκριτα, έχω αποδεχθεί, οι καταναλωτικές μου προτιμήσεις, ο τρόπος ζωής μου, οι πολιτισμικές μου αναφορές κλπ. επιδρούν και αυτές με τη σειρά τους στον α΄ή β΄ βαθμό στον προσδιορισμό των θέσεών μου. Με μια έννοια, το “ορθολογικό υποκείμενο” του συγγραφέα – καθολικού διανοούμενου που δεν επηρεάζεται από το περιβάλλον του δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Έτσι το θεωρητικό puzzle στο οποίο αναφερόμαστε δεν πρόκειται μάλλον να ολοκληρωθεί ποτέ. Για το λόγο ετούτο και θα αρκεστώ στο να “μαζέψω” μήπως και μπορέσω να τοποθετήσω τα επιστημονικά μου κιάλια έτσι ώστε να καταφέρω να εστιάσω τους φακούς τους αργότερα και να εντοπίσω κάποιες πιο συγκροτημένες καταστάσεις που μου διαφεύγει το σχήμα τους σήμερα.
Ένα ερώτημα που τίθεται επί πλέον είναι το εξής : «Μα καλά, πες πως βρήκες τα κομμάτια του puzzle που αναζητάς & δεν χρειάζεσαι, τρόπον τινά, και μια “συγκολλητική ουσία” που να συγκρατεί τα κομμάτια, όσα βρέθηκαν, για να μην διαλυθεί το puzzle στα εξ ων συνετέθη και μαζί μ’ αυτό και η όποια, έστω και όχι και τόσο υψηλής ευκρίνειας, εικόνα καταφέρνεις να “ζωγραφίσεις” ως τώρα ;». Ούτε και σ’ αυτό το μεθοδολογικό ερώτημα είναι τόσο εύκολη ή και αυτονόητη η απάντηση, πόσο μάλλον οριστική άμα δοθεί. Η μοναδική προσωρινή απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι η εξής : ξεκινώ από μια – όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ – μαρξιστική μεθοδολογία που αναφέρεται στον ιστορικό χαρακτήρα των κοινωνικών συγκρούσεων. Θεωρώ, λοιπόν, ότι καθώς μελετώ τις διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές δομές είμαι υποχρεωμένος να δίνω πάντα τις ιστορικές και συγκριτικές διαστάσεις αυτών των δομών και τη μεταβολή τους μέσα στο χρόνο. Με άλλα λόγια, από τη χρονική στιγμή που οι δυτικές κοινωνίες εισήλθαν στο ιστορικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες της κάθε μιας. Από τη δική μου σκοπιά εκείνο που θέλω να καταγράψω μέσα από τη συζήτηση αυτή και να ξεχωρίσω μέσα από τις διάφορες “σεκάνς” είναι ότι ο καπιταλισμός, τροποποιούμενος με βάση τις χωρικές και χρονικές μεταβολές, παραμένει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και ιδιοποίησης του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου. Το βασικό του χαρακτηριστικό, δηλαδή η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με κινητήρια δύναμη την παραγωγή υπεραξίας, δεν έχει τροποποιηθεί.
Είναι αυτό το κοινό, πολύχρωμο όμως, νήμα που συνδέει μεταξύ τους τη “θεά”, τον “άγγελο” και το “παλικάρι” ;
ΙΙ) ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΥΔΡΟΧΟΟ Ή ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ “ΜΕΤΑ”;
ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΨΙΜΑΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
«Ο νέος είναι ωραίος, μα ο παλιός είναι αλλιώς». Ένα ρητό που παλιότερα το ερμηνεύαμε μόνο στα πλαίσια των συμφραζομένων του λόγου της καθημερινότητας των στρατιωτών. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να σκύψουμε πάνω σε μια “νέα εικόνα” και να προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε χρησιμοποιώντας πολλές φορές “νέα”, και “άγνωστα” μέχρι τώρα, κριτήρια. Ένας από τους παράγοντες που αποτελούν κριτήριο ανάγνωσης αυτής της νέας “πραγματικότητας” την οποία όλοι και όλες αναγνωρίζουμε πως υφίσταται είναι ο παράγοντας χρόνος και η σημασία του για την κατανόησή της. Η Agnes Heller τονίζει ότι τόσο το μέλλον όσο και το παρελθόν, παρά την απέραντη διαφορετικότητά τους, συμπυκνώνουν σε μια στιγμή το χρόνο [2]. Μια από τις ερμηνείες που μπορούν να δοθούν για την παρατήρηση αυτή είναι ότι η στιγμή, το παρόν που βιώνουμε, είναι τμήμα μιας διαδικασίας μετάβασης, προς κάποιες “νέες εποχές” που κουβαλάνε πάνω τους στίγματα ενός κοινωνικού, ιστορικού παρελθόντος από το οποίο η διαφυγή είναι, όχι βέβαια αδύνατη, αλλά βασανιστική. Όσο γρήγορες και επιταχυνόμενες και αν είναι οι ενδιάμεσες αλλαγές και ανατροπές, τόσο οι αντιστάσεις και οι ενστάσεις δυναμώνουν και φουντώνουν. Το παρελθόν αξιολογείται με μύριες όσες μορφές, που καταλαμβάνουν όλες τις θέσεις και τα άκρα ενός φάσματος θετικών και αρνητικών αξιολογήσεων. Ίσως αυτό υπονοείται στη θέση του Barry Smart ότι οι “νέες εποχές” στις οποίες τυχαίνει να ζούμε εμπεριέχουν παλιές σκοτούρες, οικείες κι αναγνωρίσιμες προοπτικές και δυνατότητες καθώς και τέρψεις πάσης φύσεως [3]. Μια ιδέα που είναι αναγνωρίσιμη και αρκετά παλιά : εγγενές στοιχείο της νεoτερικότητας είναι η ίδια η μεταβατικότητα σε νέες εποχές [4].
To ερώτημα όμως που τίθεται είναι το κατά πόσον, σ’ αυτή τη μεταβατική εποχή, βιώνουμε την αλλαγή του κοινωνικό – οικονομικού συστήματος και, κατά συνέπεια, του πολιτικού συστήματος. Πιο συγκεκριμένα, οι αλλαγές που, πράγματι, σημειώνονται σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από το νομικό πλέγμα των εργασιακών σχέσεων, δηλαδή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εργαζομένων βάσει της εργατικής νομοθεσίας που είναι άμεσο προϊόν συμβιβασμών στα πλαίσια της ταξικής πάλης, τους τρόπους κεφαλαιακής συσσώρευσης και τις τεχνολογικές συνιστώσες της παραγωγής, έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του καπιταλισμού ως κοινωνικό – οικονομικού συστήματος ; Ή μήπως πρόκειται για ριζικές μεταβολές που ενισχύουν τον καπιταλισμό και που τον νομιμοποιούν εκ νέου, τροποποιώντας τους πολιτικούς τύπους και τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τις μεταβολές αυτές ;
Η συζήτηση αρχίζει από παλιά. Αν λάβουμε υπόψη μας δυο συγγραφείς της φιλελεύθερης, εν γένει, παράδοσης θα διαπιστώσουμε ότι ήδη από τη δεκαετία του 1950-60 έχει αρχίσει να γίνεται λόγος για τη μετανεοτερική εποχή. Οι Α. Toynbee και D.Bell συνειδητοποιούν ότι κάτι αλλάζει στον κοινωνικό ορίζοντα και προσπαθούν να το περιγράψουν. Το άγχος του Toynbee για τη σταθερότητα των μεσοαστικών αξιών και της κυριαρχίας του αντίστοιχου αμερικάνικου τρόπου ζωής είναι φανερό [5]. Aυτό που ο ίδιος θεωρεί νεοτερικότητα, δηλαδή ο εργαλειακός λόγος [6] και οι συμπαραδηλώσεις του κινδυνεύουν από τη φρενήρη ανάπτυξη και τους τρελούς ρυθμούς της τεχνολογικής αλλαγής που επιταχύνεται σε καθημερινή βάση υπό την αιγίδα όχι μόνον της καπιταλιστικής επιχείρησης αλλά και του κράτους. Ο Toynbee βλέπει στην ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη και, εν μέρει, στη Βόρεια Αμερική, ένα διάπλατα ανοιχτό παράθυρο από το οποίο οι μάζες θα εισβάλλουν στον κόσμο της μεσοαστικής τάξης. Η αμφισβήτηση της νεοτερικότητας άρχισε, κατ’ αυτόν, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αποκαλείται ως ο πρώτος μετανεοτερικός πόλεμος. Η Σοβιετική Επανάσταση αντιπροσωπεύει, πάλι κατ’ αυτόν, την πρώτη μαζική επίθεση κατά της νεοτερικότητας όπως την όρισε. Η μεσοαστική τάξη του δεν φαίνεται να γνωρίζει πια την εποχή στην οποία ζει και αναπνέει, είναι μια εποχή που η ηγεμονία της φθίνει. Σε ένα πιο απαισιόδοξο τόνο ο D.Bell μιλά για τη μεταβιομηχανική κοινωνία που αντιπροσωπεύει την παρακμή του αστικού νεοτερικού πολιτισμού όπως εκφράστηκε στο βιομηχανικό ορθολογισμό. Οι πολιτισμικές αντιθέσεις του καπιταλισμού είναι τέτοιες που θα προκαλέσουν την αποσύνθεση αυτής της βιομηχανικής ορθολογικότητας και κοινωνίας. Η νοσταλγία του παρελθόντος είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της νεοσυντηρητικής σκέψης του Βell. Eστιάζοντας το βλέμμα του ιδιαίτερα στο χώρο της τέχνης, υποστηρίζει πως αυτή έχει υπονομεύσει την ηθικότητα του προτεσταντικού βιομηχανικού πνεύματος και πως η πουριτανική ηθική της εργασίας δίνει τη θέση της στην ηδονιστική αναζήτηση νέων αισθήσεων, εντυπώσεων και ικανοποιήσεων για λογαριασμό ενός ανεμπόδιστου κι ελεύθερου δεσμεύσεων και υποχρεώσεων “εγώ” [7]. Ο M. Featherstone τονίζει στην κριτική του ότι ο Βell υπερεκτιμά το ρόλο των πεποιθήσεων που απορρέει και από την υπερβολική έμφαση που δίνει στην παρουσία της τέχνης ως αποσταθεροποιητικής λειτουργίας της κοινωνικής ζωής χωρίς από τη μια αντιλαμβάνεται τις ίδιες τις πρακτικές της εμπορευματοποίησης της τέχνης που εντάσσουν μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου συστήματος όποιες αντίπαλες προς αυτό κριτικές και από την άλλη την επιδίωξη πολλών από αυτούς τους κριτικούς αντιπάλους ιδιαίτερα του χώρου της τέχνης και της διανόησης να παίξουν ταυτόχρονα το δικό τους ανατρεπτικό παιχνίδι αλλά και το παιχνίδι στο τερραίν της εμπορευματοποίησης.
Στα πλαίσια μιας, πιο νεότερης σχετικά, συζήτησης στη δεκαετία του ‘80 τίθενται επί τάπητος όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής κοινωνίας όπως τη γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα. Ο Umberto Eco σημειώνει τρεις χαρακτηριστικές πλευρές της νέας εποχής : την αποδιάρθρωση των συστημάτων που διατηρούσαν την ειρήνη και την τάξη [8], τη μεσαιωνοποίηση της πόλης, δηλαδή τη δημιουργία μιας πόλης με μικροκοινωνίες, θύλακες μειονοτήτων, συγκρούσεις και κατατμήσεις / θρυμματισμός του κοινωνικού σώματος με κοινωνικά αιτήματα την ασφάλεια και προστασία, και την καθολική εμπέδωση ενός κλίματος “ρίσκου” σε συνδυασμό με την πλήρη εμπορευματικοποίηση της ύστερης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Ο νεομεσαίωνας είναι, κατά τον Eco, η ονομασία που πρέπει να δώσουμε στα συμπτώματα ανασφάλειας που προκαλούνται από τις αρνητικές συνέπειες των αφηρημένων συστημάτων γνώσης και της συγκεκριμένης τους εφαρμογής στην τεχνολογία : μόλυνση περιβάλλοντος, παραγωγή δηλητηριωδών και επικίνδυνων άχρηστων προϊόντων, εξαφάνιση αγρίων ζώων κλπ. Η συλλογική και ατομική στρατηγική που προτείνει είναι η προσαρμογή στην κουλτούρα της συνεχούς αναπροσαρμογής.
Την ερμηνεία της λέξης “ρίσκο” επιχείρησε να ξεκαθαρίσει ο Ulrich Βech για να την εντάξει στο σώμα της δικής του θεωρία περί “ανακλαστικού εκσυγχρονισμού” [9]. Kατά την άποψή του η νεωτερικότητα και η εποχή της είναι πράγματα ξεχασμένα. Δημιουργείται με τρόπο πρωτότυπο μια νέα εποχή, μια “εποχή χωρίς όνομα” ακόμα αβάπτιστη. Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται από τον ανακλαστικό εκσυγχρονισμό ιδίως στην περιοχή της βιομηχανικής δύσης όπου η νεοτερικότητα είχε λάβει τη μορφή ενός αυτονομημένου εκσυγχρονισμού-ορθολογισμού. «Ο ανακλαστικός εκσυγχρονισμός ανοίγει τη δυνατότητα μιας δημιουργικής (αυτο)καταστροφής μιας ολόκληρης εποχής, της βιομηχανικής. ” Υποκείμενο ” αυτής της δημιουργικής αυτής της δημιουργικής καταστροφής δεν είναι η κρίση, αλλά η νίκη του δυτικού εκσυγχρονισμού. Αυτή η θεωρία αντιστέκεται στη θεωρία περί τέλους της κοινωνικής ιστορίας – και, όπως ελπίζω, την αναιρεί» [10]. Συνεπώς, το “ρίσκο” αναφέρεται στη δυνατότητα μιας πολιτικής θεωρίας της γνώσης της νεοτερικότητας που γίνεται αυτοκριτική. Η βιομηχανική κοινωνία αναγνωρίζει τους κινδύνους της περιόδου του αυτονομημένου εκσυγχρονισμού, ασκεί την αυτοκριτική της και μεταρρυθμίζεται ως κοινωνία του ρίσκου, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενεργών πολιτών. Με αυτήν την έννοια έχουμε να κάνουμε με μια διαφορετική ματιά πάνω στο παρελθόν.
H εκλεκτική στροφή στο παρελθόν, όχι όμως με την έννοια της κατανοούσας ιστοριογραφίας ή κοινωνιολογίας, είναι ένα χαρακτηριστικό της νέας τάξης πραγμάτων του μετανεοτερικού κόσμου. Ο Frederic Jameson θα μιλήσει για το φαινόμενο του “μιμητισμού” (pastiche) [11] περασμένων αισθητικών προτύπων ξεπερνώντας ακόμη και την παρωδία τους στο βαθμό που αυτή συσχετιζόταν άμεσα με το αυθεντικό αισθητικό πρότυπο και, μ’ αυτήν την έννοια, εντασσόταν στα πλαίσια της νεοτερικότητας. Το νέο στοιχείο που ο Jameson προσθέτει είναι ο “”θάνατος του υποκειμένου” στην εποχή των μεγάλων επιχειρήσεων και της δημογραφικής επέκτασης. O D.Kellner [12] θεωρεί ότι η ταυτότητα ενός υποκειμένου σήμερα γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη και ασταθής, με αποτέλεσμα να θεωρείται μύθος και αυταπάτη. Ο Mike Featherstone κάνει λόγο για το φαινόμενο της “αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής” [13] που περιλαμβάνει τα υπο-φαινόμενα της διάβρωσης των ορίων υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, τέχνης και καθημερινής ζωής, της μετατροπής της ζωής σε έργο τέχνης, της έντονης ροής σημείων και εικόνων που διαπερνούν το οικοδόμημα της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη κοινωνία, δείγματα των οποίων συναντά κανείς και στα έργα συγγραφέων που αναφέρονται στην περίοδο της ίδιας της νεοτερικότητας – αν μπορούμε να ορίσουμε μια αρχή της και ένα τέλος της, βέβαια – όπως πχ οι C.Baudelaire [14], G.Simmel [15], W.Benjamin [16] και J. Ηabermas [17]. Μια από τις προσφερόμενες ερμηνείες, που προσφεύγει ήδη στο Μεσαιωνικό καρναβάλι, άρα σε προ-νεοτερική εποχή, για να εξηγήσει το φαινόμενο της “αισθητικοποίησης της καθημερινής ζωής” είναι αυτή των P. Stallybrass και A. White [18] περί της συμβολικής σημασίας του “γκροτέσκου Άλλου” που εντάσσει αυτό το, αποκλεισμένο από το σύστημα σχηματισμού ταυτότητας, “Άλλο” των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, τάξεων και μαζών στα πλαίσια της παραγωγής ονείρων και ιδεατών μοντέλων, δηλαδή αποκτά την δική του θέση ως “αντικείμενο επιθυμίας”. Μέσα από τη διαδικασία της ανάπτυξης της εμπορευματικοποίησης και της επικράτησης της βιομηχανικής ορθολογικότητας αυτή η, σχετικά, ανατρεπτική εκδήλωση μετατρέπεται σε οργανωμένη δραστηριότητα που εντάσσει εντός ορίων την επιθυμία. Στη μετανεοτερική περίοδο βλέπουμε καθαρά το ρόλο πολυεθνικών πια εταιρειών να “οργανώνουν την αποδιοργάνωση” : η περίπτωση Disneyland είναι ενδεικτική της έννοια της οργανωμένης αποδιοργάνωσης. Το φαντασιακό Άλλο είναι πια μια γλυκιά εμπορευματικοποιημένη διαδικασία που κρατάει τους κινδύνους εντός πλαισίων. Η ίδια μέσες- άκρες διαδικασία είναι αυτή των πανηγυριών, των συναυλιών, των θεαμάτων, των θεματικών πάρκων, των υπερκαταστημάτων – εμπορικών κέντρων (malls) και, πάνω απ’ όλα, του τουρισμού.
ΙΙΙ) ΤΗΕ WAY WE WERE VS BREAKING THE WAVES Ή ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΝΤΙΣΜΟ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΥΣ.
Όσα αναφέρθηκαν ως τώρα δεν μπορούν να αποκοπούν από τις εξελίξεις στο σκέλος της οικονομίας. Η οικονομική ιστορία της νεοτερικότητας και η ερμηνεία της μετανεοτερικότητας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένες. Η συζήτηση οφείλει να περιλάβει σε πρώτο πλάνο τις εξελίξεις από τη μια στη συσσώρευση κεφαλαίου και τις σχέσεις παραγωγής και από την άλλη στην αγορά της εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις. Και στις δύο συνιστώσες της συζήτησης εμπλέκονται και εγγράφονται στα συμπεράσματά της οι παράγοντες του χρόνου και του τόπου, με διαφορετική σημασία και επίδραση στις κάθε φορά διαφορετικά διαμορφούμενες συνθήκες.
Η κύρια συζήτηση που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών είναι αυτή που εστιάζεται γύρω από το ζήτημα του τι διαδέχεται το “φορντιστικό μοντέλο παραγωγής”. Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να δούμε ποιο είναι αυτό το μοντέλο, ποια τα κύρια χαρακτηριστικά του και, κυρίως, να εντοπίσουμε ποια από αυτά τα χαρακτηριστικά του χάνονται, ποια τροποποιούνται και ποια διατηρούνται μέσα στο πέρασμα του χρόνου και πώς εντοπίζουμε – αν εντοπίζουμε, βέβαια – την κρίση του μοντέλου αυτού για να μπορέσουμε, κατόπιν, να σκιαγραφήσουμε τα χαρακτηριστικά μιας νέας περιόδου και την απάντηση στο ερώτημα του αν αυτή είναι μια περίοδος “νεο-φορντισμού”, “μετα-φορντισμού” ή ο,τιδήποτε άλλο.
Σύμφωνα με την άποψη του Α. Aglietta [19] χρειάζεται να αναφερθούμε πρώτ’ απ’ όλα στη “γενική θεωρία του καπιταλισμού” για να αντλήσουμε το πλαίσιο των εννοιών μέσα στο οποίο θα εργαστούμε για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε νέες έννοιες “ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών σχέσεων” βάσει των οποίων θα μελετήσουμε και θα κατανοήσουμε τους μετασχηματισμούς που υφίστανται οι καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι νέες έννοιες που προτείνει ο Aglietta και οι οποίες θα γίνουν για πολλά χρόνια τα εργαλεία με τα οποία μια σειρά ολόκληρη από θεωρητικούς οικονομολόγους, κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες θα αναλύουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Οι επιστήμονες αυτοί θα αποτελέσουν τη “σχολή της ρύθμισης”, μια σχολή που στους κόλπους της θα αναπτύσσονται συνέχεια διαφορετικές απόψεις έως και αντιθετικές κατευθύνσεις [20]. Οι έννοιες που θα κυριαρχήσουν ως εργαλεία ανάλυσης είναι αυτές του “καθεστώτος συσσώρευσης” και του “τρόπου ρύθμισης”. Στην πορεία των ερευνών, και ανάλογα με το αντικείμενος σπουδής και μελέτης, θα αναδειχθούν και άλλες έννοιες, συνολικές ή μερικές, που θα βοηθήσουν, κατά τον εκάστοτε συγγραφέα, την ανάδειξη των βασικών πλευρών των κοινωνικών μετασχηματισμών. Με άλλα λόγια, η γενική μέθοδος των κυριοτέρων εκπροσώπων είναι, με αφετηρία εκκίνησης την αναφορά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής να εξεταστούν οι διαφορετικοί τρόποι ανάπτυξης και μετασχηματισμού των κοινωνιών με βάση τα εκάστοτε χωροχρονικά συμφραζόμενα, δηλαδή ανάλογα με την ιστορική εθνική ανάπτυξη και μετασχηματισμό των ίδιων των κοινωνιών και την εξαγωγή γενικότερων θεωρητικών συμπερασμάτων. Οι πιο σοβαρές κριτικές της γενικής γραμμής της σχολής από μια μαρξιστική μεθοδολογική σκοπιά εντοπίζουν στις κατευθύνσεις της μια τάση ιστορικιστικής υπερσχετικοποίησης της γενικής μεθόδου που ανέπτυξε ο Μαρξ που φτάνει ως την υιοθέτηση ατομικιστικών μεθοδολογικών χαρακτηριστικών οπτικών γωνιών ανάλυσης [21].
Έχοντας, λοιπόν, υπόψη ότι η βάση του κοινωνικό-οικονομικού συστήματος είναι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή ο καπιταλισμός, ο Αglietta θεωρεί ότι οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις μπορούν να αναζητήσουν στρατηγικές ή καθεστώτα συσσώρευσης, ανάλογα με τις συνθήκες που σχετίζονται κάθε φορά με την κοινωνία αναφοράς, την πολιτική συγκυρία και την κατάσταση της τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική συσσώρευσης προσαρμόζεται αναφορικά με την αγορά στην οποία το κεφάλαιο προσδοκά να επενδύσει και να κερδοφορήσει, δηλαδή αν δίνει προτεραιότητα στην εγχώρια (εθνική) αγορά ή στη διεθνή αγορά. Επίσης εξαρτάται από τον χαρακτήρα της στρατηγικής σε σχέση με την τεχνολογία, δηλαδή αν ενδιαφέρεται για την εκτατική ή την εντατική ανάπτυξη. Στην πρώτη περίπτωση το κεφάλαιο θα ακολουθήσει μια στρατηγική βασισμένη στη θεωρία της αύξησης της παραγωγής σχετικής υπεραξίας και στην επιτάχυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης, στη δε δεύτερη περίπτωση θα προσπαθήσει να εντάξει νέες ζώνες, σφαίρες, περιοχές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, θα χρησιμοποιήσει πολιτική χαμηλών ημερομισθίων και θα επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα. Κάθε στρατηγική ή καθεστώς συσσώρευσης απαιτεί για να λειτουργήσει αποτελεσματικά και, ει δυνατόν απρόσκοπτα, την επιβολή ενός τρόπου ρύθμισης. Ο τρόπος ρύθμισης είναι η επιβολή μιας πολιτικοϊδεολογικής ηγεμονικής δομής και αντίστοιχου πολιτικού συστήματος που να καταπιέζει ή να ενσωματώνει τον ταξικό ανταγωνισμό της εργατικής τάξης στα πλαίσια ενός θεσμοποιημένου συστήματος ταξικών σχέσεων. Αυτό το σύστημα μπαίνει σε μια διαδικασία κρίσης όταν δεν είναι πλέον δυνατή η κινητοποίηση αντίρροπων τάσεων στην πτώση του ποσοστού του κέρδους μακροχρόνια και όταν για να καταστεί δυνατή η επανακερδοφορία του κεφαλαίου χρειάζεται ένας ριζικός μετασχηματισμό της δομής του καπιταλιστικού σχηματισμού : μια εσωτερική, δηλαδή, επανάσταση στα πλαίσια του καπιταλισμού που συστήνει εκ νέου ένα νέο ιστορικό ηγεμονικό μπλοκ με την έννοια που δίνει ο Gramsci. Η διαδικασία συσσώρευσης συνεχίζεται πλέον με μια καινούργια κοινωνική βάση, κατά τον J. Hirsch [22].
Σύμφωνα με τη θέση περί “φορντισμού” από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 το μοντέλο αυτό μπαίνει σε μια κρίση μακρόχρονη και τίθεται σε κίνηση μια νέα διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου μοντέλου που αποκαλείται “νεοφορντιστικό” ή “μεταφορντιστικό” (αντιστοιχούν, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο, σε γενικές γραμμές με τις θέσεις περί “ανακλαστικού εκσυγχρονισμού” και “μετανεοτερικότητας” ή “μεταμοντερνισμού”). Τα χαρακτηριστικά του φορντιστικού μοντέλου παραγωγής ήταν : πρώτον, η μαζική παραγωγή μέσω της διαδικασίας της αλυσίδας παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, δυο πλευρές του συστήματος που συναρθρώνονταν στη βάση της αύξησης των μισθολογικών πληρωμών (άμεσα και έμμεσα) & η παραγωγή εντός μεγάλων εργοστασίων & η έντονη κρατική παρέμβαση στη βάση κεϋνσιανών αρχών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής & η ανάπτυξη του κράτους δικαίου & η ανάδειξη των μαζικών εργατικών συνδικάτων σε ρυθμιστικό παράγοντα διαπραγμάτευσης και διαμόρφωσης των κρατικών πολιτικών. Το “νεοφορντιστικό” ή “μεταφορντιστικό”, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από νέες μεθόδους παραγωγής, διάθεσης και αποθήκευσης προϊόντων, μέθοδοι που με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από την ολοένα και εντατικότερη και ποιοτικότερη χρήση των συνεχών καινοτομιών στην υψηλή νέα τεχνολογία. Χαρακτηρίζεται επίσης από ευέλικτες εργατικές πρακτικές, μείωση έως εκμηδενισμό του ειδικού βάρους του εργασιακού συνδικαλισμού, υπερτονισμό της εξατομίκευσης της εργασιακής, και όχι μόνο, σχέσης [23] , μείωση της οικονομικής και κοινωνικής παρέμβασης του κράτους – ή και επιστροφή στο κράτος-νυχτοφύλακα -, μεταβολή της σχέσης παραγωγής / κατανάλωσης προς την πλευρά της κατανάλωσης [24] . Με άλλα λόγια το καθεστώς της συσσώρευσης από σταθερό μεταβάλλεται [25]σε ευέλικτο. Το νέο καθεστώς χαρακτηρίζεται από την αύξηση του μεριδίου της ανόργανης σύνθεσης σε βάρος της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου.
Oι ίδιες οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν επίσης χαρακτήρα στα πλαίσια του αποδιοργανωμένου καπιταλισμού [26] και της ευέλικτης ειδίκευσης. Ένας βασικός παράγοντας που συντελεί στη αναδιαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων είναι η νέα τεχνολογία της πληροφορικής. Η μηχανή αλλάζει και μαζί της αλλάζει η ίδια η αντίληψη του ανθρώπου γι’ αυτές και για την εργασία του. Ας δούμε μερικές όψεις αυτής της αλλαγής.
Σύμφωνα με τον Joel de Rosnay [27] διαλύονται οι παραδοσιακές κοινωνικές δομές και οι παραδοσιακές ανθρώπινες αναφορές. Εκεί που παλιά υπήρχαν τρεις ενότητες αναφοράς, ο τόπος, ο χρόνος και οι λειτουργίες σήμερα τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αποκεντρωμένες αρμοδιότητες, ο αποσυγχρωνισμένος κύκλος δραστηριοτήτων και η απο-ύλωση των συναλλαγών. Τα δίκτυα αντικαθιστούν τις πυραμίδες εξουσίας, οι αλληλοεξαρτώμενοι πυρήνες τις ιεραρχικές κλίμακες, το πληροφοριακό οικοσύστημα τις γραμμικές βιομηχανικές θυγατρικές. Οι συνέπειες στην πολιτική είναι ορατές : οι πολιτικοί τα έχουν χαμένα γιατί λειτουργούν ακόμα με τη λογική της αναλογικών εξελίξεων και της ποσοστικοποίησης που δίνει μέτρα σύγκρισης της πολιτικής τους αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής τους απήχησης. Το Internet τους τρομάζει γιατί εμφανίζει τις μορφές και τα πρόσωπα των ανθρώπων που δημιουργούν την ιστορία. Αυτά τα πρόσωπα είναι οι δυνητικοί δημιουργοί, οι “νευρώνες” ενός παγκοσμίου, εν εξελίξει, εγκεφάλου. Η λογική αυτή, κατά τον de Rosnay θα έχει ως μια βασική της κατάληξη, την “μονοπρόσωπη πολυεθνική επιχείρηση” : «ένα άτομο χειριζόμενο καλά αυτά τα εργαλεία είναι σε θέση να ανταγωνιστεί βιομηχανίες πολύχρονης λειτουργίας» [28].
Πέρα όμως από αυτή την ιδιαιτέρως αισιόδοξη οπτική που ούτε λίγο ούτε πολύ βλέπει μια κοινωνία στην οποία το κάθε άτομο θα είναι από μόνο του μια πολυεθνική … ανώνυμη εταιρεία, η συζήτηση για το νέο ρόλο των τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία και στη συγκρότηση νέου τύπου κοινωνικό – πολιτικών ταυτοτήτων παίρνει άλλες μορφφές. Ο ρόλος των “Παγκοσμίων Δικτύων” στη νέα κοινωνική διαφοροποίηση που προκύπτει στη διάρκεια της ανάπτυξης του “δικτυακού καπιταλισμού” αντιμετωπίζεται με κριτικό τρόπο από το Σ.Ν. Χτούρη [29]. Κατά την άποψή του, δεν μπορούμε πλέον να θεωρούμε το έθνος – κράτος ως τη βασική μονάδα ανάλυσης και περιγραφής της κοινωνικής διαφοροποίησης. Μ’ αυτή την έννοια πρέπει να υιοθετηθεί ένα θεωρητικό μοντέλο που να προβαίνει κατ’ αρχήν σε μια καθαυτή επίκαιρη ανάλυση των δομών υπερβαίνοντας την παραδοσιακή μαρξιστική φιλολογία για τις κοινωνικές τάξεις και την κοινωνική διαφοροποίησης. Τα μεσοστρώματα που δημιουργούνται με την ανάπτυξη του κράτους – πρόνοιας έχουν μελετηθεί κυρίως ως πολιιτική έννοια και πολύ λιγότερο ως εργαλείο μελέτης της κοινωνικής κατάστασης και του σχεδιασμού της κοινωνικής πολιτικής [30]. Χρειάζεται επίσης εκτός από τους παράγοντες των σχέσεων ιδιοκτησίας και ανταλλαγής να ληφθούν υπόψη και οι παράγοντες της εσωτερικής κοινωνικής διαφοροποίησης : πολιτισμικό κεφάλαιο, φύλο, φυλή, εθνοτική ομάδα, ένταξη σε οργανώσεις και θεσμούς, επάγγελμα, επαγγελματική κατάσταση, καταναλωτικά πρότυπα. Έτσι, διασπάται το ρητορικό, κατά τη γνώμη του, πλαίσιο στο οποίο ενοποιούνται ετερογενείς επαγγελματικές ομάδες και συμφέροντα στη μεταβιομηχανική κοινωνία [31]. Στη συνέχεια αναπτύσσει τη δική του άποψη για την “ευέλικτη παραγωγή” δεχόμενος το γενικό πλαίσιο της συζήτησης που ανέπτυξε η λεγόμενη “σχολή της ρύθμισης”. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ως εκ τούτου, και η θέση του για το “νέο προλεταριάτο”, το οποίο εντοπίζεται όχι πλέον με αναφορά κυρίως στο πλαίσιο του έθνους – κράτους αλλά στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής. Το προλεταριάτο μετατρέπεται μέσω αυτών των αλλαγών από μια εθνική κοινωνική τάξη σε μια ευέλικτη δικτυακή κοινωνική οντότητα, δίχως εσωτερική θεσμική και πολιτική συνοχή [32]. Η έλλειψη χωρικής συνεύρεσης αλλά και η αδυναμία δημιουργίας νέων θεσμικών δομών και σχέσεων είναι ένα καινούργιο χαρακτηριστικό. Ενώ στο βιομηχανικό καπιταλισμό στα πλαίσια του έθνους – κράτους η εργατική τάξη έλεγχε ως ένα βαθμό τους κόμβους των δικτύων παραγωγής προϊόντων, διακίνησης πληροφοριών και πολιτικής παρέμβασης, σήμερα όλοι αυτοί οι κόμβοι σε διεθνές επίπεδο ελέγχονται από τις νέες άρχουσες καπιταλιστικές τάξεις που στους κόλπους της συμπεριλαμβάνονται ως επί το πλείστον οι ομάδες εκείνες που δημιουργούνται, αναπτύσσονται, αλλά και, το σημαντικότερο, διαλύονται τόσο γρήγορα όσο κι όταν συγκροτούνται, οι διαχειριστές του χρηματοπιστωτικού τομέα και των δικτύων διασύνδεσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι κόμβοι των δικτύων βρίσκονται στις σημαντικές Μητροπολιτικές Περιφέρειες (Global Cities) [33]. Για το ίδιο το προλεταριάτο το άμεσο μέλλον δεν προβλέπεται ρόδινο. Το προλεταριάτο αυτό μπορεί να περιλαμβάνει ολόκληρους εθνικούς πληθυσμούς που μετακινούνται από χώρα σε χώρα, μπορεί να περιλαμβάνει κομμάτια ή και ολόκληρες πόλεις τόσο της ημιπεριφέρειας όσο και των καπιταλιστικών μητροπολιτικών περιφερειών. Οι μεταξύ τους αντιθέσεις προσλαμβάνονται ως ιδιότυπες ταξικές αντιθέσεις στο βαθμό που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους πραγματικούς ταξικούς αντιπάλους τους. Ο βασικός λόγος για την προλεταριοποίηση αυτών των στρωμάτων είναι η χωρική τους τοποθέτηση εκτός επικοινωνιακών δικτύων. Οι περιοχές – γκέτο των καπιταλιστικών μητροπολιτικών περιφερειών (π.χ. New York, Los Angeles, Detroit) είναι οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις [34]. Aυτό το νέο υπερεθνικό προλεταριάτο διευρύνεται συνεχώς αντλώντας μέλη από διάφορες πηγές. Από την πλευρά της παραγωγής, είναι οι αντισυνδικαλιστικές και αντεργατικές στρατηγικές των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων και οι στρατηγικές αναδιοργάνωσης (re-engineering) των επιχειρήσεων (ανάθεση εργασιών σε τρίτους – οutsourcing, υιοθέτηση ευέλικτων μορφών εργασίας όπως η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το φασόν, οι υπεργολαβίες, το sweatshop κ.α.), η στρατηγική της ευέλικτης συσσώρευσης που ανταποκρίνεται στα καταναλωτικά πρότυπα με μικρούς όγκους παραγωγής μεγάλης ποικιλίας προϊόντων. Έτσι επιτυγχάνεται γρήγορη ανακύκλωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, δεν χρειάζεται η ύπαρξη πολλών και μεγάλων αποθηκών για τα εμπορεύματα και με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού αυτοματισμού μπορούμε να μιλάμε για το just – in – time system [35]. Για τη διαδικασία αυτή χρειάζονται λιγότεροι εργαζόμενοι και περισσότεροι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Δημιουργείται έτσι μια μεγάλη μάζα ανέργων, υποψηφίων ανέργων και “κατόχων” επισφαλών ή μοιρασμένων από δυο ή περισσότερα άτομα θέσεων εργασίας [36] . Ο εφεδρικός στρατός εργασίας, κατά την έκφραση του Karl Marx, έχει διογκωθεί επικίνδυνα θυμίζοντας τις συνθήκες του μεσοπολέμου που οδήγησαν στην άνοδο στην εξουσία του φασισμού και του ναζισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς ενισχύονται σ’ όλο το μήκος και πλάτος του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, οι συλλογικές πρακτικές και διαδικασίες συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης. Αν σ’ αυτό το σχήμα εντάξουμε και το ιαπωνικό μοντέλο των ομάδων παραγωγής που στηρίζεται στην εξάλειψη , βοηθούσης και της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής, μεσαίων διευθυντικών στρωμάτων που σχετίζονται με το γραφειοκρατικό και διαχειριστικό των πληροφοριών τμήμα της επιχείρησης, τότε βλέπουμε ότι δεν υπάρχει και τόσος χώρος για το γραφείο του συνδικάτου [37] . Οι εργαζόμενοι που έχουν ακόμη μόνιμη απασχόληση βλέπουν τις μισθολογικές αμοιβές τους είτε να συμπιέζονται σε επίπεδα κατώτερα από το παρελθόν είτε να αποτελούνται από ένα στοιχειώδη σταθερό βασικό μισθό κι επιδόματα και από ένα μέρος που καθορίζεται από τα ποσοτικά αποτελέσματα του λογαριασμού κερδών και ζημιών του επιχειρησιακού ισολογισμού. Οι νέες συνθήκες περιλαμβάνουν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις που αναδεικνύονται σε βασικούς και κυρίαρχους πόλους του παγκόσμιου οικονομικού παιχνιδιού μεταφέροντας τμήματα της βιομηχανικής τους παραγωγής σε ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις του λεγόμενου τρίτου κόσμου ή σε χώρες του τέως (αν) υπαρκτού σοσιαλισμού με φτηνά μεροκάματα, στοιχειώδη ή ανύπαρκτη εργατική νομοθεσία και ειμί-ειδικευμένο (και σε μερικές περιπτώσεις ειδικευμένο π.χ. στην Ινδία υπάρχουν πολλοί ειδικευμένοι στην παραγωγή λογισμικού των Η/Υ) προσωπικό. Η εξειδίκευση περιοχών ολόκληρων στον πλανήτη σε συγκεκριμένες τεχνολογικές βιομηχανίες (π.χ. Sillicon Valley της California στις Η.Π.Α.) ή σε συγκεκριμένα μικρομεσαία παραγωγικά μεγέθη (π.χ. Terza Italia) είναι μια εξέλιξη που δείχνει την επέκταση του καπιταλισμού σε νέες περιοχές που ως χτες διατηρούσαν ιδιόμορφες σχέσεις παραγωγής. Οι ευελιξίες της εργασίας στα πλαίσια της ευέλικτης συσσώρευσης είναι : ευελιξία αμοιβών εργασίας, εξωτερική (σε σχέση με την επιχείρηση) ποσοτική εργασιακή ευελιξία, εσωτερική ποιοτική ευελιξία της εργασίας ή ευελικτοποίηση κι αναδιοργάνωση του χρόνου εργασίας και, τέλος, ποιοτική ή λειτουργική ευελιξία της εργασίας.
Ο David Harvey εξηγεί πως στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από το ένα καθεστώς συσσώρευσης στο άλλο αλλάζει ή μάλλον διευρύνεται τόσο η έννοια του χώρου όσο και η έννοια του χρόνου. Η αντανάκλαση της μεταβολής της έννοια του χωροχρόνου γίνεται φανερή τόσο στην ίδια μας την καθημερινή ζωή όσο και στις αντιλήψεις μας. Η κίνηση κεφαλαίων, για παράδειγμα, που ήδη σήμερα διεξάγεται από το Τόκιο στο Λονδίνο και από τη Νέα Υόρκη στο Αμβούργο με ταχύτητες που ξεπερνούν τα nanosecond ανά συναλλαγή απαιτεί ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπων (λογιζομένων κι αυτών ως εμπορευμάτων ως κατόχων της ιδιότητας των εργατικών χεριών) . Μια άλλη διάσταση, ως εκ τούτου, που διανοίγεται μπροστά μας είναι αυτή της υπεραυτονόμησης του ίδιου του χρηματοπιστωτικού τραπεζικού συστήματος από την βιομηχανική παραγωγική βάση της οικονομίας [38] . Οι χρηματαγορές σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν, με τις ευαισθησίες τους στις διακυμάνσεις των τιμών των νομισμάτων, των επιτοκίων και των μετοχών, τις τύχες ανθρώπων, οικονομιών και κρατών. Ο τομέας των υπηρεσιών είναι ο οικονομικός τομέας εκείνος που αυξάνει τις θέσεις εργασίας σε αντίθεση με τον αγροτικό και το βιομηχανικό λόγω της αλλαγής τόσο σα καταναλωτικά πρότυπα όσο και στην τεχνολογία [39].
Η κυρίαρχη ενιαία νεοφιλελεύθερη σκέψη θεωρεί αδύνατη την καταπολέμηση της μαζικής αυτής ανεργίας μέσω δημοσίων δαπανών ή γενικευμένης μείωσης του χρόνου εργασίας επικαλούμενη την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας και διατήρησης των ανταγωνιστικών προτύπων και επιχειρησιακών κερδών [40]. Προτείνεται έτσι μια γκάμα τρόπων διαχείρισης της ανεργίας αντί για αντιμετώπισή της ως προβλήματος στρατηγικής κοινωνικής πολιτικής, η μετατροπή της υποχρέωσης του κράτους για την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης – κοινωνικού δικαιώματος στην αμειβόμενη εργασία – σε εξασφάλιση του δικαιώματος των πολιτών στην ικανότητα προς απασχόληση [41] oι οποίοι και υποχρεώνονται πλέον στην εξεύρεση απασχόλησης με δική τους ευθύνη [42] . Έτσι θεωρείται από την κυρίαρχη ιδεολογία ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι αποτέλεσμα της μειωμένης “απασχολησιμότητας” του εργατικού δυναμικού. Σύμφωνα με τον Bernard Gazier [43] σημαίνει “ικανότητα προς απασχόληση”. Τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο του καπιταλισμού τα άτομα όσον αφορά στην πρόσβασή τους στην απασχόληση αντιμετωπίζονται με πολλές εκδοχές : ιατρική, ψυχολογικό-κοινωνικό-πολιτισμική, οικονομικό-στατιστική. Η πρώτη αντιμετωπίζει μόνο την ατομική πλευρά του προβλήματος. Η δεύτερη αναφέρεται στα προβλήματα πρόσβασης ενός μεγάλου αριθμού μη προνομιούχων ομάδων και κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας στην Ευρώπη αλλά και στη Βόρεια Αμερική προωθήθηκε από τις πιο προοδευτικές, τηρουμένων των αναλογιών, πολιτικές ομάδες κι οργανώσεις εντός του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Η τρίτη εκδοχή συνοψίζει τις δυσκολίες αναβάθμισης ορισμένων ομάδων, που εκτιμώνται με τη μέση διάρκεια ανεργίας των μελών τους, χωρίς τον αποκλεισμό και των ατομικών διαστάσεων του προβλήματος [44], που εκτιμώνται με “επίπεδα απασχολησιμότητας” κι έχουν ως αφετηρία μια δημογραφική προσέγγιση. Υπάρχουν ακόμη δυο εκδοχές. Η Βρετανική διχοτόμηση “απασχολήσιμου” και “μη απασχολήσιμου” ανθρώπου οι όροι της οποίας αντιστοιχούν στην “αγορά” και στην “πρόνοια”. Χρησιμοποιήθηκε από τον F. Roosevelt στην εκπόνηση της στρατηγικής του New Deal. Τέλος, η νέα βορειοαμερικανική εκδοχή επαναφέρει τα ατομικά κριτήρια απασχολησιμότητας στην επικαιρότητα σχετίζοντάς τα όμως μόνο με την κατηγορία των μακροχρόνια ανέργων. Στόχος είναι η βελτίωση της “ικανότητας προς απασχόληση” ώστε να αποκατασταθούν οι προϋποθέσεις ενδεχόμενης επανένταξης, μέσω της αντιμετώπισης των διαδικασιών αποκλεισμού και αποκοινωνικοποίησης. Συμπεραίνουμε από τα παραπάνω ότι στις σύγχρονές μας καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης που μαστίζονται από τους υψηλούς δείκτες ανεργίας ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται από τις κυβερνήσεις έχουν ως αφετηρία τους την αναγνώριση της ανυπαρξίας ριζικών συλλογικών λύσεων στο πρόβλημα και την ανάδειξη ατομικών κριτηρίων : ο άνθρωπος πρέπει σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της ζωής του να αναπτύσσει ατομικές στρατηγικές επιβίωσης μέσα στην αενάως μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα.
Ο Bill Gates, ιδρυτής της Microsoft, της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής και εμπορίας λογισμικού στον πλανήτη, είναι η χαρακτηριστικότερη των περιπτώσεων των μελών αυτής της νέας άρχουσας τάξης, των διαχειριστών των δικτύων διασύνδεσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι απόψεις του δεν διεκδικούν κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό κύρος αλλά, εν τούτοις, είναι χαρακτηριστικές. Μιλάει κι αυτός για νέου τύπου καπιταλισμό και τον ονοματίζει κιόλας & “καπιταλισμός χωρίς τριβές” [45]: «Η διασύνδεση Ρ.C. και Internet θα μειώσει κυρίως το “κόστος τριβής” του καπιταλισμού – το πρόβλημα της αντιστοιχίας μεταξύ αγοραστών και πωλητών». Στόχος της διασύνδεσης είναι να οδηγήσει «τον καπιταλισμό, παγκοσμίως, σε νέα επίπεδα αποτελεσματικότητας και θα κάνουν τον κόσμο πολύ μικρότερο». Ο συνομιλητής το Gates, o Μ. Δερτούζος τονίζει πως «παρά τις θετικές πλευρές του, πιστεύω πως, αν το κίνημα της πληροφορικής αφεθεί στην τύχη του, θα εντείνει το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς. Η καλύτερη πληροφόρηση βοηθάει τον πλούσιο να παρέχει και να αποκτά αγαθά και υπηρεσίες με μεγαλύτερο κέρδος. Αυτός είναι ο “χωρίς τριβές καπιταλισμός” για τον οποίο μιλάει ο Μπιλ Γκέητς, και ο οποίος κάνει τον πλούσιο πλουσιότερο. Ο φτωχός δεν μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά στις τεχνολογίες και στην εκμάθησή τους. Κι έτσι μένει πίσω» [46].
ΙV) SUBURBIA Ή Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ; ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Έχει γίνει ως τώρα φανερό πως η μετατροπή των οικονομιών της αναπτυγμένης καπιταλιστικής δύσης από βιομηχανικές σε οικονομίες του τριτογενούς τομέα έχει κι άλλες συνέπειες εκτός από το επίπεδο της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων. Αλλάζουν οι αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο. Για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική. Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική αντιπαρατίθεται με έναν κριτικό τρόπο στις πεποιθήσεις των μοντερνιστών που εκφράζανε στο χώρο αυτό την τάση του γιγαντισμού, της ομοιομορφίας και της μονολειτουργικότητας. Η μοντερνιστική πόλη αποδείχτηκε αντιοικολογική, αντιοικονομική και, κυρίως, συμβολικά και αισθητικά φτωχή. Η νέα τάση απορρίπτει τις “οριζόντιες ή κάθετες υπερσυγκεντρώσεις ξεχωριστών χρήσεων σε μια αστική ζώνη, σε ένα κτίριο, κάτω από μια στέγη” [47]. Μια από τις προτεινόμενες εκδοχές είναι αυτή του Leon Krier που θεωρεί ως το καταλληλότερο μοντέλο το “σύνολο πόλεων μέσα στην πόλη”. Το ζήτημα είναι να δημιουργηθούν, να πολλαπλασιαστούν και να τελειωθούν αστικές κοινότητες σε μια ευρύτερη αστική περιοχή [48]. Η άλλη εκδοχή είναι αυτή του Τ. Venturi που απορρίπτει το ρόλο των αρχιτεκτονικών πρωτοποριακών ρευμάτων και σκοπός του, όπως και των οπαδών του, είναι «να σχεδιάσουν το χώρο με ένα περισσότερο προσωποποιημένο και εξατομικευμένο τρόπο, ακολουθώντας διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικές λειτουργίες και διαφορετικές κουλτούρες» [49]. Ο Venturi θεωρεί ότι ένας τέτοιος προσωποποιημένος τρόπος σχεδιασμού των πόλεων ανταποκρίνεται στα αιτήματα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, αγνοώντας βέβαια ότι δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα των λαϊκών και φτωχών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και των διαφόρων κοινωνικών μειονοτήτων αλλά ανταποκρίνεται σε μια καθαρά οικονομίστικη εισοδηματική λογική, υποτάσσεται δηλαδή στη λογική της αγοράς. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο ο μεταμοντερνισμός στην πολεοδομία λειτουργεί υπέρ της σύνδεσης της “ευέλικτης συσσώρευσης” με την “πόλη – θέαμα”, την “πόλη – κολλάζ” που αναμειγνύει στοιχεία του φανταστικού, του κατακερματισμού και του εκλεκτικισμού με την αίσθηση του εφήμερου και του χάους. Επειδή και στην αρχιτεκτονική όπως και σε διάφορους τομείς της καθημερινής μας ζωής κυριαρχεί η μόδα μπορούμε να συμφωνήσουμε με το Ν. Σπυριδωνίδη ότι «αυτό που πρόσφατα λεγόταν μόδα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, δεν απευθύνεται πια σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων αλλά έχει μαζικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αυξήσει την κατανάλωση όχι μόνο των ενδυμάτων αλλά, κυρίως, την κατανάλωση τρόπων ζωής και μαζί τους την κατανάλωση δραστηριοτήτων αναψυχής» [50]. Ο καπιταλισμός έτσι εμπορευματοποιεί ακόμη και την ίδια την πολιτισμική παραγωγή, κι έτσι η μόδα, τα προϊόντα, οι τεχνικές παραγωγής, οι διαδικασίες εργασίας, οι ιδέες και οι πρακτικές αντλούν τις μορφές και τα σχήματά τους από την πηγή αυτή.
V)Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ BLADE RUNNER.
Η ανίχνευση στοιχείων που αναφέρονται σε πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από μια κινηματογραφική ταινία και η αποκρυπτογράφησή τους προϋποθέτει πολλά επίπεδα και πολλαπλά πεδία ανάλυσης. Η συζήτηση που, εντός των πλαισίων της εργασίας αυτής, μπορεί να διεξαχθεί είναι λογικό να περιοριστεί στο πιο χαμηλό επίπεδο, δηλαδή στην απλούστερη δυνατόν καταγραφή των στοιχείων αυτών που κατά τη γνώμη μου απεικονίζουν τις σημερινές τάσεις. Η πρώτη ταινία για την οποία θα γίνει λόγος είναι αυτή του Ridley Scott, «Βlade Runner» [51].
H ταινία χαρακτηρίζεται ως αντιπροσωπευτική ενός είδους μετανεοτερικού ρεαλισμού από τον Paul Rabinow [52] στο βαθμό που όντως απεικονίζει μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν της σημερινής πόλης του Sao Paolo της Βραζιλίας (ύπαρξη βιομηχανιών ηλεκτρονικών υπολογιστών, αυτοκινήτων, συνύπαρξη δεκάδων μειονοτήτων στα πλαίσια μιας πολυπολιτισμικής πόλης στην οποία σημαντικό ρόλο παίζει η Ιαπωνική με 1.000.000 μέλη, σχετικά ραγδαία οικονομική ιστορική ανάπτυξη) που χαρακτηρίζεται από τη συμπίεση του χωροχρόνου. Μια άλλη κριτική φωνή θα χαρακτηρίσει την ταινία ως το πάντρεμα του film noir [53] με την επιστημονική φαντασία [54] που καθίσταται δυνατό με την κυνικότητά του κατεστραμμένου οικονομικά και κοινωνικά ήρωά της ο οποίος με την τεχνική του voice – over παρουσιάζεται ως ο αφηγητής μας σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος : άρα πρόκειται για μια ταινία που κινείται ακόμη μέσα στα πλαίσια που ορίζονται από το νεοτερικό τρόπο αφήγησης [55]. Το γιατί η ταινία χαρακτηρίζεται ως επιστημονικής φαντασίας δεν χρειάζεται να επεξηγηθεί. Το ερώτημα είναι γιατί χαρακτηρίζεται ως film noir. Δεν είναι καθόλου τυχαία η αναβίωση του κινηματογραφικού είδους (genre) μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Πρόκειται για την έναρξη της περιόδου της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που συνεχίζεται ως σήμερα και σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της τεχνολογίας και της οργανωμένης αποδιοργάνωσης του καπιταλισμού της προηγούμενης φορντιστικής παραγωγής και του κράτους πρόνοιας πάνω στις εργασιακές σχέσεις. Το film noir πρωτοεμφανίστηκε σε αντίστοιχες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ των ετών μετά την κρίση του 1929 και ακόμη περισσότερο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «αναγγέλλοντας πένθιμα το τέλος του μύθου του Αμερικανικού Ονείρου της ανοδικής κινητικότητας και της απεριόριστης γενναιοδωρίας που μας περιμένει όλους» [56]. Η σύντομη σχετικά ζωή του είδους ως το 1950 οφείλεται ακριβώς στην επανέναρξη αυτή τη χρονιά της οικονομικό – κοινωνικής ανοδικότητας και της έκρηξης της αισιοδοξίας για το μέλλον της γενιάς του baby-boom που έβλεπε το φως της μέρας σ’ αυτή τη δεκαετία.
Ας εξετάσουμε όμως ποια είναι τα κύρια σημεία της ταινίας όπου μπορούμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα που μας αποκαλύπτουν πλευρές της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο Deckard είναι ένας συνταξιούχος blade runner, δηλαδή επίλεκτος αστυνομικός. Ανακαλείται στην ενεργό δράση δια της εμμέσου βίας (δεν έχει άλλη επιλογή εάν δεν θέλει να τον εντάξουν οι προϊστάμενοί του στα “ανθρωπάκια”) με ένα και μοναδικό στόχο να εντοπίσει και να “αποσύρει” από την κυκλοφορία τα εξεγερμένα “αντίγραφα”, δηλαδή να σκοτώσει τα ανδροειδή που κατασκευάστηκαν από την Εταιρεία Tyrell για την εκτέλεση βαριών εργασιών στα όρια της γήινης κυριαρχίας στο διάστημα και τα οποία έχουν πάρει τα όπλα με στόχο να επιτύχουν από τους κατασκευαστές τους την αύξηση του τετραετούς ορίου ζωής τους που είναι εγγεγραμμένο στα γενετικά τους κύτταρα. Όταν ο Roy, ο ηγέτης των αντιγράφων καταφέρνει να διεισδύσει στο άβατο της εταιρείας Τyrell ακούει δια στόματος του πατέρα Tyrell την εξής φράση : «να απολαύσεις τη φλόγα που καίει διπλά γιατί είναι τόσο έντονη σε σχέση με τη μισή ζωή που ζεις». Όταν έχουν εξολοθρευτεί με κάθε τρόπο όλα τα αντίγραφα πλην μιας, αντιλαμβανόμαστε το υπονοούμενο μήνυμα : «σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν». Η παραπομπή στο κραχ του 1929 είναι σαφής. Οι εργασιακές σχέσεις γίνονται ελαστικές. Η προσωρινότητα, η ανασφάλεια, η ανεργία θα είναι τα χαρακτηριστικά της εποχής που ξεκίνησε με την οικονομική κρίση του 1973 και εντάθηκε με την επιβολή των νεο-φιλελεύθερων πολιτικών της απορύθμισης των αγορών. Οι όποιες εξεγέρσεις είναι μάταιες γιατί δεν υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το ίδιο το σύστημα. Και ο blade runner συμβολίζει το τελευταίο οχυρό της καταστολής.
Κάποιες άλλες πλευρές της πραγματικότητας απεικονίζονται με πολύ παραστατικό, αλλά και με εντέχνως συμβολικό μερικές στιγμές, τρόπο. Στις κυρίαρχες ποσοτικά φυσιογνωμίες των Ασιατών με προεξάρχουσες αυτές των Κινέζων και Ιαπώνων, που βλέπει κανείς ανάμεσα στο πολυπληθές ανθρώπινο ποτάμι που κατακλύζει τους δρόμους του Los Angeles του έτους 2019 μπορεί να εντοπίσει κανείς τον “τριτοκοσμικό” χαρακτήρα της μελλοντικής (και σημερινής βεβαίως) μεγαλούπολης της Δύσης. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που οι άνθρωποί του μιλούν μια νέα γλώσσα που αποτελείται από Ιαπωνικές, Αγγλικές, Γερμανικές και Ισπανικές λέξεις. Είναι ο κόσμος των μικρών επιχειρήσεων που εργάζεται με τα νέα οργανωτικά εταιρικά σχήματα των υπεργολαβιών, οργανωτικό σχήμα που είναι νέο για την καπιταλιστική Δύση αλλά παραδοσιακό στον “τρίτο κόσμο” και στις παρυφές του “αναπτυγμένου πρώτου κόσμου”. Στα γενετικά εργαστήρια των μικρών αυτών επιχειρήσεων παράγονται όλα τα όργανα και μέλη των ανδροειδών και των τεχνητών ζώων, πουλιών κλπ. Οι επιχειρήσεις του θεάματος παρουσιάζουν γυμνό θέαμα αλλά θυμίζουν και μεσοπολεμικά καμπαρέ. Πρόκειται για έναν αποδιοργανωμένο καπιταλισμό που μεταφυτεύτηκε στην καρδιά του πρώτου κόσμου στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Να ένα στοιχείο που δείχνει, κατά τον David Harvey [57] , τη μεταφύτευση πλευρών της προνεοτερικότητας στη νεοτερική εποχή, χαρακτηριστικό του μεταμοντερνισμού. Αυτή η τάση φαίνεται χαρακτηριστικά και στην εικόνα του ουρανοξύστη που στεγάζει την εταιρεία του Τyrell. Πρόκειται για ένα μείγμα αρχιτεκτονικών προτύπων που συνδυάζει Αιγυπτιακές πυραμίδες, Ελληνορωμαϊκές κολώνες και αναφορές στην αρχιτεκτονική των Maya, των Αζτέκων, των Κινέζων και της Βικτοριανής περιόδου με σύγχρονα εμπορικά κέντρα (shopping malls).
Ας δούμε και μερικές ακόμα σκηνές. Κάποιος πρέπει να διαμεσολαβήσει και να παρουσιάσει τα εξεγερμένα αντίγραφα στον Τyrell. Αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον J.F.Sebastian ο οποίος είναι ένας από τους σχεδιαστές του συγκεκριμένου μοντέλου αντιγράφων και που πάσχει από “επιταχυνόμενη γήρανση”, ταιριάζοντας αρμονικά με το παρηκμασμένο δομημένο περιβάλλον του που είναι ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Bradbury (χτίστηκες το 1893) και το οποίο βρίσκεται εν μέσω άδειων αποθηκών, ημικατεδαφισμένων κτιρίων, καταστάσεις που προδίδουν άκρατη αποβιομηχανοποίηση υπέρ του τριτογενούς τομέα που εκφράζουν καθαρά οι διαφημίσεις που υπερίπτανται και το μεγακτίριο του Tyrell. Δίπλα στον κόσμο της ανεργίας, της φτώχειας και των ερειπωμένων χώρων και ανθρώπων υπάρχει ο κόσμος των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (π.χ. Pan-Am) και της τεχνολογίας. Υπάρχει ζήτηση για γη, όχι βέβαια σ’ αυτόν τον κόσμο : «μια ευκαιρία να αγοράσεις ξανά σε μια νέα χρυσή γη» γράφει μια διαφήμιση θυμίζοντας την ιστορία της πολιτείας αυτής [58]. Ο Tyrell είναι ο κυρίαρχος όλων των επιχειρήσεων. Η βασική του επιχείρηση ειδικεύεται στη γενετική μηχανική. Σε μια σκηνή ο ίδιος σε μια κρίση ειλικρίνειας θα πει : «Το εμπόριο είναι πιο ανθρώπινο κι απ’ το ανθρώπινο είδος, αυτή είναι η δουλειά μας». Ο άνθρωπος αυτός εξέφρασε με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό που θέλει να δείξει αυτή η εργασία αλλά και πολλές από τις θεωρίες περί μετανεοτερικότητας από άλλη κατεύθυνση, δηλαδή την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο όπου παντρεύεται με τη νέα τεχνολογία οδηγούμενος στον “αποδιοργανωμένο καπιταλισμό” και στον υποβιβασμό των εργαζομένων στην τάξη των πρόσκαιρων, κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων ανδροειδών. Οι θεωρητικοί της μετανεοτερικότητας και του μεταδομισμού θα δουν σ’ αυτά τα λόγια το “θάνατο του υποκειμένου” [59]. Η εικόνα που εκφράζεται μέσα από τις φωτογραφίες προσώπων αναδεικνύει την έλλειψη ιστορικότητας των ανδροειδών που τις κατέχουν για να αποδεικνύουν ότι είχαν οικογένεια, μάνα, πατέρα, αδέλφια και πως δεν είναι κατασκευασμένα πράγματα και μηχανές. Η εικόνα σου παρέχει ταυτότητα, σε εντάσσει σε μια φαντασιακή κοινότητα, σε κάνει αναγνωρίσιμο εκτός των ορίων του σχήματος του εαυτού σου, είσαι το “υποκείμενο χωρίς υποκείμενο”.
VI) ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ Η ΕΓΧΡΩΜΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ.
- «Ποιος είμαι εγώ και όχι εσύ;»
- «Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;»
- «Πότε άρχισε ο χρόνος και που τελειώνει ο χώρος;»
Τα ερωτήματα που ο ίδιος ο Roy του Blade Runner έθετε με τον τρόπο του δίχως να πάρει απάντηση από το γήινο άνθρωπο στο τέλος της ταινίας. O Wim Wenders παρουσίασε τον άγγελο των Φτερών του Έρωτα [60] , τον Damian, που θα δώσει πέντε χρόνια αργότερα την απάντηση στο Roy με το δικό του κι αυτός τρόπο, μόνο που στη δική του περίπτωση συντελείται το αντίθετο δράμα από αυτό του Roy. Ο Damian πεθαίνει λόγω της διιστορικής αχρονίας των “ουρανών που είναι δικοί του” ενώ ο Roy γιατί κάποιοι άλλοι τον προγραμμάτισαν για μια πρόσκαιρη ιστορική κοινωνική ζωή. Ο Damian γεννιέται στα πλαίσια του ιστορικού χώρου και χρόνου ενώ ο Roy γεννιέται αποχωριζόμενος τον ιστορικό και μάταιο γι’ αυτόν χώρο και χρόνο. Ο Damian αποκτά την ταυτότητα που ο Roy δεν θα αποκτήσει ποτέ στη σύντομη ζωή του.
Ο Damian βλέπει με δυο μόνο χρώματα, λόγω της δικής του υπερβατικής ταυτότητας, τον κόσμο, την κοινωνία και τη ζωή. Όλα γι’ αυτόν είναι άσπρα και μαύρα. Παρά την (κριτική για άλλους) απόστασή του από τα τεκταινόμενα στο Βερολίνο των κατακερματισμένων ανθρώπινων συνόλων και χώρων τα πάντα μοιάζουν να μην κινούνται παρά μόνο «στο ίδιο αδιαφοροποίητο παρόν, όσο και αν η σύγχρονη κοινωνική ζωή κινείται στο αδιαφοροποίητο και ομογενοποιητικό ρεύμα του διεθνούς χρήματος» [61]. Η ιστορικότητα του χώρου και του χρόνου πλαισιώνεται από μια ακόμη ανθρώπινη ιδιότητα : το ζήτημα της λήψης της απόφασης [62]. Με την περιφορά και εστίαση του φακού στις εσωτερικές αυλές και στα δωμάτια των διαμερισμάτων των σπιτιών του Βερολίνου διαπιστώνουμε κι εμείς, όπως και οι άγγελοι, τις αποσυνδεδεμένες ανθρώπινες υπάρξεις που κάνουν απομονωμένες σκέψεις σε απομονωμένους χώρους σε μεμονωμένα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα. Τίποτε δεν συνδέει μεταξύ τους αυτούς τους ανθρώπους. Η παρουσία των αγγέλων δεν γίνεται αισθητή παρά την προσπάθειά τους να απαλύνουν τα αισθήματα των ανθρώπων κι αυτό γιατί είναι εκτός συγκεκριμένου ιστορικού τόπου και χρόνου, εκτός πλαισίου συμφραζομένων των ανθρώπων. Ο Damian μονολογεί : «ποτέ δεν μπορούμε να συμμετέχουμε πραγματικά, μόνο υποκρινόμαστε, σε όλα συμμετέχουμε φαινομενικά (…) καμιά φορά όμως, αυτό το πλήθος των πνευμάτων με κουράζει & τότε θέλω να πάψω να αιωρούμαι και νάχω μια βαρύτητα…για να μπορέσω ν’ αποκτήσω μια γήινη υπόσταση, θάθελα να φωνάζω “τώρα” σε κάθε βήμα μου…να πάψουν τα ανέκαθεν και τα αιωνίως». Ανάλογη και η κινηματογραφική ματιά : όλα τα στιγμιότυπα θυμίζουν φωτογραφίες παραταγμένες χωρίς ειρμό, η μια δίπλα στην άλλη. Το μόνο στοιχείο που μπορούσε να προσδώσει μια αίσθηση ταυτότητας στους Βερολινέζους σ’ εκείνη τη φάση ήταν το “τοίχος του αίσχους”. Ένας ταξιτζής θα το φιλοσοφήσει το ζήτημα ακόμη πιο πολύ : «Εδώ τελειώνει ο χώρος; Στο Βερολίνο είναι αδύνατο να χαθείς, γιατί μπορείς πάντα να βρίσκεις το τοίχος. Υπάρχουν ακόμη σύνορα; Περισσότερα από ποτέ. Έχουμε γίνει τόσα κομμάτια που το κάθε άτομο είναι κι ένα μίνι – κρατίδιο, όπου κάθε δρόμος έχει τα σύνορά του, που το περικυκλώνει μια αφιλόξενη χώρα, την οποία μόνο με το κατάλληλο παρασύνθημα μπορείς να τη διασχίσεις. Ακόμη και για να πας από το ένα άτομο στο άλλο χρειάζεται να πληρώσεις διόδια. Ανάμεσα στα οικόπεδα υπάρχουν ουδέτερες ζώνες. Τις κρύβουν λακκούβες γεμάτες νερό».
Ο γέρος που ακούει στο όνομα Όμηρος, θαμώνας της δημόσιας βιβλιοθήκης, τάχει χαμένα. Η αφήγησή του δεν ακούγεται πια από κανένα. Το κάθε άτομο έχει να αφηγηθεί το δικό του καημό, έχει το δικό του λόγο. Από τον παλιό καιρό έχουν ξεμείνει κάποιο άγγελοι κι ο γέρο-Όμηρος. Τα “γλωσσικά παιχνίδια” του καθενός έχουν αντικαταστήσει τη συνολική αφήγηση, τα συνολικά οράματα [63]. «Πες μου μούσα, για τον ποιητή, που τον πέταξαν στο περιθώριο του κόσμου. Τον αιωνόβιο…σαν παιδί. Γνώρισέ τον στον καθένα ! Οι ακροατές μου με τον καιρό έγιναν αναγνώστες μου. Δεν είναι πια σε κύκλο…Είναι μόνοι ! Και ο ένας δεν ξέρει τίποτε για τον άλλο».
Η ιστορικότητα του χωροχρόνου εκφράζεται με πολλούς τρόπους στην ταινία. Κατ’ αρχήν με το χρωματισμό των εικόνων από τη στιγμή που ο Damian αποφασίζει να ενταχθεί στο ανθρώπινο κοινωνικό πλαίσιο εγκαταλείποντας την ασπρόμαυρη αιωνιότητα του θεϊκού σύμπαντος. Η Marion είναι μια αποκομμένη από τις ρίζες της νέα γυναίκα που δουλεύει με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε ένα τσίρκο στο Βερολίνο το οποίο μετακομίζει στο Παρίσι απολύοντάς την και αφήνοντάς την κυριολεκτικά στο δρόμο. Η σχέση εργασίας είναι χαρακτηριστική των ελαστικών σχέσεων εργασίας της μεταφορντικής ή νεοφορντικής οπτικής. Οι φωτογραφίες που έχει στο κινητό καμαρίνι της είναι, όπως και στο Blade Runner, η απόδειξη της ύπαρξης ριζών. Το όνειρό της είναι να αποκτήσει μια σταθερή ερωτική σχέση ως απόδειξη της διιστορικότητας που ποθεί να αποκτήσει. Θέλει να “γίνει” κάτι και όχι απλώς να “είναι” κάτι.
Ο ρόλος του χρήματος στον ιστορικό χωροχρόνο του χρώματος είναι καθοριστικός. Παρακολουθούμε το Damien να ξυπνάει ως άνθρωπος μπροστά στο “τοίχος” από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου. Ζητά λίγα χρήματα από έναν περαστικό για να πιει καφέ, μπαίνει σε μια “αντικερύ” και ανταλλάσσει την πανοπλία με την οποία όλοι οι άγγελοι υποτίθεται ότι “κατεβαίνουν στη γη” για ένα πολύχρωμο συνολάκι ρουχισμού και ένα ρολόι. Το χρήμα είτε με τη μορφή της άμεσης ανταλλαγής σε είδος είτε με τη μορφή του νομίσματος ως γενικού ισοδύναμου ανταλλαγής εμπορευμάτων μπαίνει στη νέα κοινωνική ιστορική ζωή του. Το ρολόι θα συμβολίσει την επίσημη ένταξή του στα πλαίσια του ιστορικού χωροχρόνου.
VII) DIVA : ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ “ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ”
Η πρωταγωνίστρια, η ντίβα, σε συνέντευξη τύπου απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων : «Η μουσική έρχεται και φεύγει, δεν φυλακίζεται». Αρνείται να ενσωματωθεί σε μια νέα τάξη πραγμάτων, να αποτελέσει μέρος κατ’ αυτόν τον τρόπο ενός αναδυόμενου οικονομικού κυκλώματος που προσαρμόζει τις επιθυμίες και τα γούστα των διαφόρων ακροατηρίων στη λογική του χρήματος και των καλουπωμένων δίσκων βινυλλίου, των κασετών, των οπτικοακουστικών βιντεοταινιών, των ψηφιακών δίσκων. Αρνείται να χάσει την πνευματική, καλλιτεχνική, ψυχική και σωματική της αυτονομία και ανεξαρτησία και να παραδοθεί η ίδια στην ανθρωποβόρα χοάνη των mass media που καθηλώνουν συνειδήσεις, επιθυμίες και πνευματικές δημιουργίες στο επίπεδο του “λιγότερο από μηδέν”. Και ο δημοσιογράφος τη ρωτά με πλεονάζουσα δήθεν αφέλεια : «Είστε λοιπόν εναντίον του εμπορίου της τέχνης ;». Αγέρωχη η μαύρη ντίβα, η βασίλισσα της Αφρικής που θα αποκαλέσει σε μια σκηνή ένας μαύρος λαχειοπώλης θαυμαστής της, απαντά : «Το εμπόριο πρέπει να προσαρμόζεται στην τέχνη».
H Diva, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jean-Jacques Beineix [64] που γυρίστηκε το 1982, παρά το σενάριό της με τα χαρακτηριστικά ημι-αστυνομικής ταινίας, δίνει μερικά δείγματα ενός νέου κόσμου που ανατέλλει και περιβάλλει τον κόσμο της τέχνης [65] . Με αφορμή την ιστορία της ντίβας ο Beineix κάνει ένα σχόλιο για τη σχέση της τέχνης με το εμπόριο, μιας “λεοντείας ειρήνης” ανάμεσα στον κόσμο της μουσικής και στα νέα αφεντικά των επιχειρήσεων του χώρου της δισκογραφικής παραγωγής. Τα νέα αυτά αφεντικά πολλές φορές βρίσκονται στις νέες βιομηχανικές χώρες (ΝΒΧ) της Άπω Ανατολής [66] που αποκτούν με παράνομο, αρκετές φορές, τρόπο τα υλικά και τις πρώτες ύλες του προϊόντος τους [67] , που στηρίζουν την ανάπτυξή τους στη χαμηλά αμοιβόμενη μισθωτή εργασία στα πλαίσια ενός περιφερειακού φορντιστικού μοντέλου παραγωγής. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στις προσπάθειες δυο πρακτόρων δισκογραφικής εταιρείας από την Ταϊβάν οι οποίοι αφού δεν μπόρεσαν με άμεσο τρόπο να πείσουν την ντίβα να επιτρέψει τη μαγνητοφώνηση των κοντσέρτων της επιδόθηκαν στο έργο της καταδίωξης του νεαρού ταχυδρόμου – εραστή της όπερας που είχε μαγνητοφωνήσει κρυφά το κοντσέρτο.
Ο σχολιασμός του Beineix επεκτείνεται στις σχέσεις αστυνομίας με τον υπόκοσμο που ανατρέπουν τις βάσεις του μοντέρνου κράτους δικαίου εισάγοντας το στοιχείο του εκχρηματισμού στο κύκλωμα των οργάνων τήρησης της τάξης και της πρακτικής αυτονόμησης τμημάτων της στην κατεύθυνση της επιχειρηματικοποίησής της.
Με λίγα λόγια, μπορούμε συνολικά να ερμηνεύσουμε την ταινία του Beineix ως μια σειρά κριτικών σχολίων πάνω στο ρόλο του χρήματος και του κέρδους στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις και την εμπορευματικοποίησή τους – στοιχείο του σύγχρονου αποικισμού της καθημερινής ζωής από τον καπιταλισμό [68].
VIII) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ : ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, Ή ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ; ΚΙ ΟΜΩΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ.
Ένα βασικό στοιχείο της συζήτησης για το μεταμοντερνισμό, τους φορντισμούς και τις νέες εκδοχές του (νεοφορντισμός, μεταφορντισμός, afterφορντισμός) είναι και η επίπτωση των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στα πεδία της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων και της κοινωνίας στο πεδίο του κράτους. Οι Joachim Hirsch [69] και Bob Jessop [70] προσδιορίζουν το φορντιστικό κράτος σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η ταξική πάλη και ταυτόχρονα το αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερη μορφή της κεφαλαιακής σχέσης. Η κρίση του πολιτικού συστήματος της φορντικής περιόδου είναι συνέπεια της ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης που υπονομεύει τις κοινωνικές σχέσεις των μορφών αναπαραγωγής της προηγούμενης περιόδου. Το αποτέλεσμα είναι η κοινωνική αστάθεια και η εμφάνιση και μαζικοποίηση “νέων κοινωνικών κινημάτων” [71] που αποδιαρθρώνουν το θεσμοποιημένο ταξικό συμβιβασμό στα πλαίσια του φορντιστικού κοινωνικού κράτους πρόνοιας και, σύμφωνα με την ορολογία του B. Jessop, “ξεκοιλιάζουν” [72] το κράτος. Όμως το κράτος δεν αποδιοργανώνεται μόνο λόγω των νέων κοινωνικών κινημάτων αλλά και λόγω της στρατηγικής των αστικών αρχουσών τάξεων που βλέπουν στο ρυθμισμένο καπιταλισμό εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου, που με τη στρατηγική της παγκοσμιοποίησης, της απορύθμισης και του νεοφιλελευθερισμού, όπως ήδη τονίστηκε παραπάνω, οδηγούν στον αποδιοργανωμένο καπιταλισμό. Το κράτος χάνει το εξουσιαστικό μονοπώλιο [73]. Από αυτή την απώλεια του εξουσιαστικού μονοπωλίου του κράτους ωφελημένες βγαίνουν από τη μια οι μη πολιτικές θεωρητικά αλλά πολιτικές πρακτικά οικονομικές συνιστώσες όπως οι πολυεθνικές εταιρείες και από την άλλη τα άλλα δυο επίπεδα κρατικών εξουσιών όπως είναι οι υπερεθνικές θεσμικές πολιτικές οντότητες (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) και οι μικρότερου γεωγραφικού βεληνεκούς πολιτικές οντότητες (π.χ. περιφέρειες, νομοί, δήμοι, κοινότητες). Επίσης το κράτος παραχωρεί πολλές από τις λειτουργίες του στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (παιδεία, υγεία, αστυνόμευση – επιτήρηση, παραγωγή ενέργειας και τηλεπικοινωνίες κλπ.) όπου αυτές είναι κερδοφόρες αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω από την πίεση κοινωνικών κινημάτων σε αυτό-οργανωμένες ομάδες και κοινότητες (π.χ. θεραπευτικές κοινότητες σε αντίθεση με εθνικά συστήματα υγείας, εκπαιδευτήρια κλπ.). Συνεπώς η νέα κρατική ρύθμιση του μεταφορντιστικού κράτους επιτυγχάνεται μέσω της κρατικά ρυθμισμένης απορύθμισης και επέκτασης της εμπορευματικής καπιταλιστικής οικονομίας (αποικιοποίηση της καθημερινής ζωής). Στο σημείο αυτό συμφωνεί η E. Meiskins – Wood [74] παρ’ όλο που διαφωνεί με τη χρήση των όρων που περιέχουν το πρόθεμα “μετά-” (μεταφορντισμός, μεταμοντερνισμός κλπ.). Θεωρεί η Wood ότι ο όρος “μεταμοντερνισμός” δεν μπορεί να αποδώσει την πραγματικότητα πόσο μάλλον δε όταν συσχετίζεται και συναρθρώνεται σε ένα θεωρητικό σχήμα “τεχνολογικού ντετερμινισμού” . Ο καπιταλισμός είναι, κατά την άποψή της, ένα σύστημα που είναι από την ίδια του τη λογική υποχρεωμένο να προωθεί και να υιοθετεί τις πλέον ευφάνταστες και δημιουργικές καινοτομίες για να ξεπερνάει, επιλύοντάς τες, όλες τις βασικές του εσωτερικές αντιφάσεις. Κατά συνέπεια, δεν είναι σωστό να μιλάμε για το τέλος του καπιταλισμού και για την έλευση μιας τεχνοκρατούμενης κοινωνίας, όπως κάνουν πολλοί μεταμοντερνιστές ή μελλοντολόγοι [75]. Η μεταβατική αυτή περίοδος κατά την οποία ο αποδιοργανωμένος καπιταλισμός και οι ευέλικτες μορφές συσσώρευσης και εργασιακών σχέσεων επικρατούν είναι χαρακτηριστική της λογικής του καπιταλισμού και των δικών του “νόμων κίνησης”. Πρόκειται για μια εντατικοποίηση της διαδικασίας εξαγωγής υπεραξίας μέσω των νέων τεχνολογιών, της υιοθέτησης και εφαρμογής νέων ευέλικτων μορφών παραγωγής, διακίνησης και παραγωγής εμπορευμάτων και των νέων ευέλικτων σχέσεων εργασίας. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν νέο κοινωνικό σχηματισμό που είναι μόνο προϊόν των νέων τεχνολογιών και του αυτοποιητικού τους μηχανισμού αλλά που είναι κυρίως προϊόν τόσο των νόμων κίνησης του καπιταλισμού όσο και της ταξικής πάλης όπως εκφράζεται στη συγκυρία, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στις ιδιομορφίες των εθνικών επιπέδων [76]. Έτσι ο καπιταλισμός χωρίς το άλλοθι της ύπαρξης του Ανατολικού, δήθεν σοσιαλιστικού, στρατοπέδου, βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τις δικές του αντιφάσεις και με τα κοινωνικά κινήματα που δημιουργεί. Έχει επιβληθεί στο μεγαλύτερο μέρος όχι του πλανήτη αλλά έχει καλύψει σε μέγιστο βαθμό την καθημερινή ζωή μέσω της εμπορευματικοποίησής της. Το γεγονός ότι η εμπορευματικοποίηση της καθημερινής ζωής έχει γίνει το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία έχει τελειώσει ή ότι οι κοινωνικές τάξεις έχουν πλέον καταργηθεί [77] και, συνακόλουθα, η ταξική πάλη.
Τα μέτωπα πάλης για τα ριζοσπαστικά κινήματα στο σύγχρονο καπιταλισμό είναι πολλά και ενδιαφέροντα. Στο βαθμό που το ζήτημα της εργασίας δεν έχει χάσει ακόμη την επικαιρότητά του, η ταξική πάλη ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και στις κυριαρχούμενες συνεχίζεται με μορφές διαφορετικές απ’ ό, τι στο παρελθόν. Στο βαθμό που ο σύγχρονος καπιταλισμός δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερες στρατιές ανέργων, οι πηγές κοινωνικής έντασης θα αναβλύζουν τα χειμαρρώδη νερά των εξεγέρσεων. Αυτή είναι η μια πλευρά των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων για την οποία δεν μπορούμε από τώρα να διατυπώσουμε ποιες μορφές θα πάρουν στο μέλλον. Ήδη οι τυφλές εξεγέρσεις των καταραμένων στο Los Angeles, η διαρκής εξέγερση των Zapatistas στο Μεξικό [78] , οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στη Γαλλία και σε μικρότερους βαθμούς στην υπόλοιπη Ευρώπη [79] , δείχνουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός, η απορύθμιση και η κατεδάφιση των κοινωνικών κατακτήσεων δεν μπόρεσε να επιβληθεί χωρίς αντιστάσεις και πισωγυρίσματα. Αν όμως ο καπιταλισμός είναι ο κυρίαρχος σήμερα τρόπος συσσώρευσης κεφαλαίου και παραγωγής στους περισσότερους κοινωνικούς σχηματισμούς, το χαρακτηριστικό της μεταβατικής αυτής φάσης του είναι η κοινωνική ανασφάλεια που ωθεί τους πολίτες στην αναζήτηση νέων πολιτικών οικοδόμησης ταυτοτήτων. Η κοινωνία του ρίσκου και του ανακλαστικού εκσυγχρονισμού καθιστά υποχρεωτικές τις αναθεωρήσεις παλιών τρόπων σκέψης και δράσης. Οι κατευθύνσεις δεν είναι δεδομένες και εναπόκειται στους ίδιους τους πολίτες να αποφασίζουν. Από τη μια, συνέπεια των νεοφιλελεύθερων επιλογών, η κατεύθυνση είναι η πολιτική των στενών οριζόντων, του εθνικισμού, του ρατσισμού, του περιορισμού των δικαιωμάτων. Από την άλλη η κατεύθυνση είναι αυτή των νέων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων, των εργαζομένων, των ανέργων, των γυναικών, της ειρήνης, του διεθνισμού, της προστασίας του περιβάλλοντος, της παιδείας, της διεύρυνσης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των ομοφυλόφιλων, των προσφύγων και μεταναστών, των κινημάτων για την ανθρώπινη και όχι εμπορευματική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου κλπ.
Είναι, συνεπώς, προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη νικηφόρα πορεία των νέων κοινωνικών και πολιτικών ριζοσπαστικών κινημάτων, η ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών καθώς και των αντιλήψεων, νοοτροπιών και των πολιτισμικών παραμέτρων που χαρακτηρίζουν αυτές τις κοινωνίες.
Η κοινωνία των αντιγράφων δεν μπορεί να είναι το μέλλον των ανθρώπων που θέλουν να βλέπουν όλα τα χρώματα της ζωής και να χαίρονται τα αγαθά του πολιτισμού. Οι γκρίζες περιοχές που είδαμε στο Blade Runner, οι απομονωμένες και σκυθρωπές φιγούρες που χαζέψαμε στα Φτερά του Έρωτα και η διαφθορά των ανθρώπων του νόμου και των ανερχόμενων οικονομικών δυνάμεων που διαπιστώσαμε στη Diva, είναι δημιουργήματα όχι της φαντασίας των σεναριογράφων και των σκηνοθετών, άντε και κάποιων ευφάνταστων θεωρητικολογούντων γκρινιάρηδων. Είναι πλευρές αυτής της καπιταλιστικής κοινωνίας που ζει ακόμη στην εποχή των … μετά.
Δια ταύτα ; Ας προβληματιστούμε για τις εναλλακτικές λύσεις στο νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση, την τεχνολογική ανεργία και την απορύθμιση. Παρά τις όποιες επί μέρους διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς με μερικές από τις απόψεις της Ellen Meiskins Wood, εν τούτοις δεν νομίζω ότι θα διαφωνούσε στην προτελευταία πρόταση ενός άρθρου της : «Αν οι παλιές μορφές πολιτικής δράσης σαν τη χτεσινή ρύθμιση του Κεϋνσιανισμού είναι ακόμη λιγότερο κατάλληλες σήμερα απ’ όσο ήταν στα πλαίσια μιας λιγότερο “παγκόσμιας” οικονομίας, αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα περιθώρια για πολιτική δράση οποιουδήποτε τύπου έχουν στενέψει. Σημαίνει απλώς ότι η πολιτική δράση δεν πρέπει να πάρει τη μορφή της παρέμβασης στην καπιταλιστική οικονομία αλλά πρέπει όλο και πιο πολύ να παίρνει τη μορφή της απόσπασης της ουσιαστικής ζωής από τη λογική του καπιταλισμού. Αυτό είναι το είδος των πραγμάτων για τα οποία πρέπει να σκέφτεται η Αριστερά, αντί να επιτρέπει στον εαυτό της να παραλύει μπροστά στον εφιάλτη της παγκοσμιοποίησης» [80].
Το νήμα, λοιπόν, που συνδέει τη “θεά”, τον “άγγελο” και το “παλικάρι” είναι η επιθυμία να ξεφύγουν από τα στενά πλαίσια που ορίζει η κυριαρχία με οποιοδήποτε τρόπο του κεφαλαίου στην επαγγελματική και την καθημερινή κοινωνική τους ζωή και να δουν με πραγματικά και όχι τεχνητά κι ασπρόμαυρα μάτια την ίδια την πραγματικότητα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. 1. Aglietta A., (1979), A Theory of Capitalist Regulation :The U.S. Experience, London, New Left Books.
2. 2. Βαλλιάνος Χ., 1997, «Η εργασία πηγή φτώχειας. Το ζοφερό τοπίο του νεοφιλελευθερισμού» στο περιοδικό Θέσεις, τεύχος 58, Ιαν.-Μαρτ. 1997, σ.σ. 119-132.
3. 3. Bartholomew D., 1994, «Science Fiction Films» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press , σ.σ.369-84
4. 4. Bech Ul., Giddens A., Lash Sc., (1993), Reflexive Modernity, London, Verso
5. 5. Bech Ul., (1996), Η Επινόηση του Πολιτικού : Για μια θεωρία του εκσυγχρονισμού, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α.Λιβάνη
6. 6. Bell D., (1973), The Coming of Post-Industrial Sοciety ; A Venture in Social Forecasting, New York, Basic Books
7. 7. Bell D., (1976), The Cultural Contradictions of Capitalism, New York, Basic Books.
8. 8. Blacburn Robin, (1997), «Reflections on Blair’s Velvet Revolution» in New Left Review, no. 223, May/June 1997.
9. 9. Βonefeld W. & Holloway J., (1993), Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος», Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
10. Βoyer R., (1989), H θεωρία της ρύθμισης, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
11. Γεωργακοπούλου Β., (1995), Αγορά Εργασίας και Σύγχρονες Εργασιακές Σχέσεις, Αθήνα, Έκδοση Ινστιτούτου Εργασίας Ο.ΤΟ.Ε.
12. Γεωργακοπούλου Β., (1996), Ευελιξίες της Επιχείρησης και της Εργασίας : Έννοια, βασικές διαστάσεις και επιλογές στις σύγχρονες συνθήκες, Αθήνα, Έκδοση Ινστιτούτου Εργασίας Γ.Σ.Ε.Ε.
13. Γεωργιάδου Β., (1997), «Το πρόβλημα της ανεργίας των νέων στην Ευρώπη» στο περιοδικό Ευρωπαϊκή Έκφραση, Τεύχος 25, 2ο τρίμηνο 1997, σ.σ. 19-22.
14. Γεωργίου Θ., (1988), «”Η μεταμοντέρνα κατάσταση” : Απόρριψη του γενικού» στο συλλογικό έργο Μοντέρνο- Μεταμοντέρνο, Αθήνα, Εκδ. Σμίλη, σ.σ. 53 – 7
15. Γκέητς Μπ., (1997), «Μια δημοκρατική αγορά για τα ΜΜΕ» στο περιοδικό New Perspectives Quarterly (NPQ ελληνική έκδοση), τεύχος 3ο, Καλοκαίρι 1997, σ.σ. 62 – 6
16. Γκέητς Μπ. & Μ. Δερτούζος, (1997), «Ο καπιταλισμός χωρίς τριβές και οι ηλεκτρονικές μπουλντόζες» στο περιοδικό New Perspectives Quarterly (ΝPQ ελληνική έκδοση), Τεύχος 3ο, Καλοκαίρι 1997, σ.σ. 67 – 72.
17. Crook St., Pakulski J. & Waters M., (1992), Postmodernization : Change in Advanced Society, London, Sage.
18. De Rosnay J., (1995), L΄Homme Symbiotique, Paris, Editions du Sueil
19. De Rosnay J., (1997), «Η πληροφορική επανάσταση», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Μaniere de voir»), τεύχος 11, Μάιος, σ.σ.32-4
20. Δοξιάδης Κ., 1993, Ιδεολογία και τηλεόραση : Για τη διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα, Πλέθρον.
21. Klaus E., (1993), The New Politics of Class, London, Sage.
22. Featherstone M, (1992), «Postmodernism and the aesthetization of everyday life» in Lash S. αnd Friedman J. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell.
23. Ηabermas J., (1973), Legitimation Crisis, London, Heinemann
24. Habermas J., (1981), «Modernity Versus Postmodernity», New German Critique, Number 22.
25. Harvie D., (1997), «Review of Pakulski’s and Water’s The Death of Class» in Capital and Class, no.62, Summer 1997, σ.σ. 192 – 3
26. Harvey D., (1990), The Condition of Postmodernity : An Enquiry into the Origins of Cultural Change, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell
27. Heller A., (1993-4), «Παμφάγος νεοτερικότητα», Λεβιάθαν, τ.14, σ.σ.23-44.
28. Hirsch J., (1993), «Φορντισμός και μεταφορντισμός : η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο Werner Bonefeld & Holloway John, Mεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
29. Jameson Fr., (1982), «On Diva» in Social Text, no. 6, Fall 1982, σ.σ. 114 – 9.
30. Jameson Fr., (1988), «Postmodernism and the Consumer Society» in Kaplan E.A. (ed) Postmodernism and its Discontents : Theories, Practices, London, Verso
31. Jameson Fr., (1991), «Postmodernism or, The Cultural Logic of Late Capitalism»,New York, Verso.
32. Jessop B., (1994), «Post-Fordism and the State» in Ash A., Post-Fordism : A Reader, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell, σ.σ.251 – 279.
33. Κατσορίδας Δ., 1997, «Αντισταθμιστικές επιδράσεις στην απασχόληση από την εισαγωγή των νέων τεχνoλογιών» στο περιοδικό Θέσεις, τεύχος 58, Ιαν.-Μαρτ. 1997, σ.σ. 133-8.
34. Καυκαλάς Γ. & Κ.-Β. Σπυριδωνίδης (επιμ.), (1992), Μεταμοντέρνοι Καιροί, Θεσσαλονίκη, Εκδ. Παρατηρητής.
35. Kellner D., (1992), «Popular Culture and the construction οf postmodern identities» in Lash Sc. & Friedman Jon. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK-Cambridge USA, Blackwell.
36. Κennedy P, (1994), Προετοιμασία για τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη.
37. Lash Sc. & J. Urry, (1987), The End of Organized Capitalism, Cambridge, Polity Press.
38. Lash Sc. & J. Urry, (1994), Economies of Signs and Space, London, Sage
39. Lipietz Al., (1990), Aυταπάτες και θαύματα : Προβλήματα του περιφερειακού φορντισμού, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας
40. Lipietz Al., (1997), «To μέλλον των πολιτισμών», Αφιερώματα Le Monde Diplomatique (ελληνική έκδοση «Maniere de voir»), τεύχος 11, Μάϊος, σ.σ. 85-88
41. Λυμπεράκη Α. & Α. Μουρίκη, (1996), Νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας.
42. Μαυρουδέας Σταύρος, (1994), «Κριτική της θεωρίας της ρύθμισης», στο περιοδικό Αξιολογικά, Τεύχος 6ο, Δεκέμβριος 1994, σ.σ. 199-243.
43. Markoff J., (1997), «Really Existing Democracy : Learning from Latin America in the Late 1990’ s» in New Left Review, no.223, May/June 1997.
44. Μartin M. & Porter M. (Eds), (1996), Video Movie Guide 1996, New York, Ballantine Books (WWW page at http://www.randomhouse.com).
45. Μartinez Lucio M. & Stewart P., (1997), «The Paradox of Contemporary Labour Process Theory : The Rediscovery of Labour and the Disappearence of Collectivism» in Capital and Class, no. 62, Summer 1997, σ.σ. 49 – 79.
46. Marshall T.H. & Bottomore Tom, (1995), Ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη, Αθήνα, Εκδ. Gutenberg.
47. Μeller J., 1994, «Film Noir» in Crowdus G. (Ed.), The Political Companion to American Film, N.Y., Lake View Press, σ.σ. 137-144.
48. Παντελίδου-Μαλούτα Μ. (επιμ.), 1996, «Κοινωνικά Κινήματα και κοινωνικές επιστήμες», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 8ο, Νοέμβριος 1996, Eκδ. Θεμέλιο.
49. Pakulski I. & Waters M., (1996), The Death of Class, London, Sage.
50. Petras J., (1997), «Latin America : The Resurgence of the Left» in New Left Review, no.223, May/June 1997.
51. Rabinow P., (1992), «A Modern Tour in Brazil» in Lash S. and Friedman J. (eds), Modernity and Identity, Oxford UK & Cambridge USA, Blackwell.
52. Rifkin J., (1996), Το τέλος της εργασίας, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη.
53. Σαγιάς Ι. & Σπουρδαλάκης Μ., (1993), «Συλλογική κατανάλωση : Διεθνής εμπειρία, Ελληνικές ιδιομορφίες» στο Γετίμης Π. – Γράβαρης Δ. (Επιμ.), Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική : Η σύγχρονη προβληματική, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο, σ.σ. 413-443.
54. Simmel G., (1977), Philosophie de l’ argent, Paris, Presses Universitaires de France.
55. Sivanandan A., «Capitalism, Globalization, and Epochal Shifts : An Exchange» in Monthly Review, N.Y., Vol. 48/9, σ.σ. 19-21.
56. Smart B., (1993), Postmodernity, London, Routledge.
57. Toffler A., (1993), Νέες Δυνάμεις, Αθήνα, Εκδ. Κάκτος.
58. Toynbee A., (1954), A Study of History, Volume 8, London, Routledge
59. Φουκώ Μ., (1993), Οι λέξεις και τα πράγματα : Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, Αθήνα, Εκδ. Γνώση.
60. Ψυχοπαίδης Κ., (1993), «Κρίση θεωρίας στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες» στο Bonefeld W. & Holloway J., Mεταφορντισμός & κοινωνική μορφή : Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος, Αθήνα, Εκδ. Εξάντας, σ.σ. 262 – 81.
61. Ψυχοπαίδης Κ., (1995), «Εθνικισμός, εθνισμός και δημοκρατία» στο Επιστημονικό Συμπόσιο : Έθνος – Κράτος – Εθνικισμός, Αθήνα, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ.53-66.
62. Ψυχοπαίδης Κ., (1996), «Προς μια θεωρία της νεοτερικότητας» στο Μοντερνισμός : Η ώρα της αποτίμησης, Εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ.σ. 9-28.
63. Wood Meiskins El., (1996), Democracy Against Capitalism, N.Y., Cambridge University Press.
64. Wood Meiskins El., (1996), «Modernity, Postmodernity or Capitalism» in Monthly Review , N.Y., Vol.48/3, July-August, σ.σ. 21 -39.
65. Wood Meiskins El., (1997), «A Reply to Sivanandan» in Monthly Review, N.Y., Vol. 48/9, σ.σ. 21-31.