Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Η ίδρυση της ΟΤΟΕ (του Θανάση Τσακίρη)

leave a comment »

Απόσπασμα από τη διδακτορική διατριβή του Θανάση Τσακίρη http://efessos.lib.uoa.gr/Applications/disserts.nsf/0/5142D27BA8CD35AFC2257295003A2558/%24File/document.pdf?OpenElement

3.2.5 Η ίδρυση της ΟΤΟΕ

Μέσα σε αυτή την συγκυρία της ανοικοδόμησης του ελληνικού καπιταλισμού μετά τον Β΄Π.Π. και τον Εμφύλιο Πόλεμο και στα πλαίσια της ταχύρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης – συσσώρευσης κεφαλαίου και της αναδιοργάνωσης του τραπεζικού συστήματος, ιδρύθηκε το 1955 η ΟΤΟΕ ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συντονισμένη δράση των Συλλόγων εργαζομένων που ήδη λειτουργούσαν σε κάθε Τράπεζα.
Ένα ερώτημα που τίθεται μονίμως στη μέχρι τώρα συζήτηση είναι το κατά πόσο κοινωνικά στρώματα των υπαλλήλων (white-collar workers – κοινώς αποκαλούμενοι και «χαρτογιακάδες»), όπως οι εργαζόμενοι στις τράπεζες, δηλαδή, είναι ευεπίφοροι στη συλλογική οργάνωση και διεκδίκηση. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η αντίστοιχη συζήτηση γίνεται στα πλαίσια της προσέγγισης των οργανωμένων σχέσεων μέσα από ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων, δηλαδή ότι οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν σημαντικότατο μηχανισμό ένταξης των μαζών στην πολιτική.
Οι γενικού χαρακτήρα απαντήσεις ερμηνεύουν το συνδικαλισμό των μη χειρωνακτών εργατών ως έκφραση ταξικής ταυτότητας είτε ως συνέπεια της υποβάθμισης της μισθωτής υπαλληλικής απασχόλησης και των όρων με τις οποίες πωλείται στην αγορά η μισθωτή υπαλληλική εργασία είτε ως το συλλογικό κίνημα μιας νέας εργατικής τάξης που βασίζεται στις «μεταβιομηχανικές» τεχνολογίες και αγορές.

Η μελέτη που παρέμεινε κλασική στο είδος της και αποτέλεσε αναφορά για κριτική συζήτηση του θέματος είναι αυτή του G. Bain. Άσκησε κριτική στις «κοινωνιολογικές απόψεις» που τόνιζαν την υποβάθμιση του μεσοταξικού χαρακτήρα των υπαλλήλων ή την εμφανιση νέων κοινωνικών δυνάμεων, συσχετίζοντας ουσιαστικά τα πρότυπα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλληλικών στρωμάτων με την ταξική θέση τους˙ αντιθέτως, επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στις συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς, των θεσμών και της πολιτικής που αποτελούν παράγοντες εμφάνισης και ανάπτυξης του νέου τύπου συνδικαλισμού σ’ αυτά τα στρώματα. Από μαρξιστική σκοπιά ασκήθηκε κριτική στις απόψεις του Bain ότι θεωρεί ουσιαστικά την ανάπτυξη του συνδικαλισμού σ’ αυτά τα στρώματα ως απλό αποτέλεσμα της κυβερνητικής παρεμβατικής ρυθμιστικής δραστηριότητας και όχι ως έκφραση των κοινωνικών αντιθέσεων και της πάλης των τάξεων. Η οπτική που προέρχεται από το πεδίο των «βιομηχανικών σχέσεων» τονίζει ότι δεν έχει σχέση η ταξική θέση με τα πρότυπα συνδικαλιστικής οργάνωσης αλλά ο τρόπος ρύθμισης της θέσης εργασίας (job regulation). Αντιθέτως, η μαρξιστική κριτική των «βιομηχανικών σχέσεων» τονίζει ότι η ταξική κατάσταση αυτών των στρωμάτων είναι αμφίσημη και, κατά συνέπεια, αυτή η αμφισημία-αβεβαιότητα εκφράζεται στα πρότυπα συνδικαλιστικής εκπροσώπησής τους. Η αμφίσημη αυτή σχέση με την συνδικαλιστική οργάνωση –αν δεν συνυπολογίσουμε άλλους παράγοντες στην ανάλυση- διαφαίνεται καθαρά σε πολλές περιπτώσεις όπου συγκρούεται η επιθυμία των υπαλλήλων να απεργήσουν για τη διεκδίκηση της ικανοποίησης αιτημάτων και η επιθυμία του καθενός ξεχωριστά να διεκδικήσει με ατομικό, και όχι συλλογικό, τρόπο την ιεραρχική του άνοδο.

Σε άλλες έρευνες τονίζεται η επίπτωση των αλλαγών στους χώρους εργασίας, της εργασιακής σύγκρουσης και της αντίστασης στους κρατικά επιβαλλόμενους μισθολογικούς περιορισμούς που αυτά τα στρώματα θεωρούν ότι αντίκεινται στη λογική της βάσει προσόντων αμοιβής, με συνέπεια να πυκνώνουν οι γραμμές των συνδικάτων τους. Σημαντική επίσης είναι η αντίληψη περί καριέρας που διαμορφώνουν τα στρώματα αυτά με αποτέλεσμα να επιβάλλουν στη στοχοθεσία των συνδικάτων τους μια διαφορετική αντίληψη από αυτήν που διαπερνά τα συνδικάτα των βιομηχανικών εργατών που είναι πολύ πιο εξισωτική. Όπως θα δούμε τα ελληνικά συνδικάτα –και στην περίπτωσή μας οι σύλλογοι εργαζομένων στις τράπεζες- θέτουν συχνά στόχους που αφορούν την ιεραρχία στους χώρους εργασίας και, εμμέσως, τον έλεγχο των εργαζομένων πάνω στο αντικείμενο της εργασίας τους. Από την άλλη, όπως είδαμε, για μεγάλο χρονικό διάστημα η εισαγωγή νέας τεχνολογίας επέβαλε νέους όρους εργασίας. Η νέα τεχνολογία μείωνε τη διακριτική ευχέρεια των υπαλλήλων, ιδιαίτερα του γκισέ, να αντιμετωπίζουν τις απαιτήσεις των πελατών με ξεχωριστό τρόπο και, κατ’ αυτό τον τρόπο, υποβάθμιζε την εργασία ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων. Τα στοιχειώδη προσόντα που χρειάζονταν πια ήταν η υπακοή στους ρυθμούς του ηλεκτρονικού υπολογιστή που λειτουργούσε με τη μορφή δικτύου. Η λογική του δικτύου περιόριζε τις κινήσεις των εργαζομένων (tellers) σε πληκτρολόγηση ενός συγκεκριμένου αριθμού εντολών. Οι tellers με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα εξυπηρετούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό απαιτητικότερων πλέον πελατών, οι οποίοι έχουν επίγνωση των προσφερομένων δυνατοτήτων λόγω της απελευθέρωσης των αγορών και της εντεινόμενης ανταγωνιστικής πίεσης των ιδιωτικοποιούμενων τραπεζών και των πάσης φύσεως ανταγωνιζόμενων χρηματοοικονομικών οργανισμών που διεκδικούν την πελατεία των μεγάλων δημόσιων τραπεζών.

3.2.5.1. Οι σύλλογοι υπαλλήλων των τραπεζών

Αλλ’ ας δούμε αναλυτικότερα το χρονικό της ίδρυσης και δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα. Ειδικά στις μεγαλύτερες Τράπεζες του κλάδου, Σύλλογοι Εργαζομένων ανέπτυξαν σημαντική δραστηριότητα πολλά χρόνια πριν την ίδρυση της Ομοσπονδίας (Σύλλογος Εργαζομένων– ΣΥΕΤΕ – ιδρύθηκε το 1917 στην Εθνική Τράπεζα, στην Τράπεζα Ελλάδος το 1929, στην Αγροτική Τράπεζα το 1932, στην Τράπεζα Αθηνών το 1934, στην Εμπορική Τράπεζα το 1945 και στην Ιονική το 1948).

Στην κατοχή δημιουργήθηκε η «Επιτροπή Συνεργασίας των Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων». Το πρωτόκολλο συνεργασίας που υπογράφηκε στις 8 Ιουνίου 1942 τόνιζε ότι η ΕΣΤΟ σκόπευε στην προστασία και προαγωγή των Οικονομικών και Επαγγελματικών συμφερόντων των τραπεζοϋπαλλήλων και θεωρούσε αναγκαίες τη συναδελφική αλληλεγγύη και την κοινή δράση για να επιτευχθεί το ποθούμενο αποτέλεσμα. Σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η «εξασφάλιση τροφής».
Κατά τη διάρκεια των μετακατοχικών χρόνων και, ιδιαίτερα, εν μέσω εμφυλίου πολέμου, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες διεκδικούσαν δυναμικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, παρά και ενάντια στις συκοφαντικές δυσφημήσεις που εξαπέλυαν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους και η εργοδοσία. Αυτοί συνήθως απεικόνιζαν τους τραπεζικούς υπαλλήλους ως «προνομιούχους», κάτι που επιχειρήθηκε ξανά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Η πρώτη τραπεζοϋπαλληλική ομοσπονδία (ΟΥΕΤ- Ομοσπονδία Υπαλλήλων Ελληνικών Τραπεζών) ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1950 από τα συνδικάτα εργαζομένων στην Τράπεζα Αθηνών, την Ιονική, την Εμπορική, τη Λαϊκή. Σ’ αυτή συμμετείχαν ο Εθνικός Παντραπεζικός Σύλλογος και ο Σύνδεσμος Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης. Η ΟΥΕΤ στις αρχές του Ιουνίου 1951 κατέβηκε σε απεργία διαρκείας για το θέμα των αμοιβών που είχαν καθηλωθεί λόγω έλλειψης νέων συμβάσεων (ίσχυε η συλλογική σύμβαση του 1937) και του πληθωρισμού. Όμως η Ομοσπονδία αυτή είχε περιορισμένη εμβέλεια, στο βαθμό που η πλειοψηφία των Τραπεζοϋπαλλήλων ανήκαν σε συνδικάτα που δεν ήταν μέλη της (Σύλλογοι Εθνικής, Ελλάδος, Αγροτικής κλπ). Οι τελευταίοι εκπροσωπήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΕΤΟ).
Στο μεταξύ είχε αρχίσει ένας κύκλος συγχωνεύσεων τραπεζών με πρώτη αυτή μεταξύ της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας (Εθνική) και της κατά πολύ μικρότερης Τραπέζης Αθηνών. Αυτός ο κύκλος θα έκλεινε μερικά χρόνια αργότερα με τη συγχώνευση της υπό αγγλικό έλεγχο Ιονικής Τράπεζας (η αρχαιότερη τράπεζα στο νεοελληνικό κράτος) με την Λαϊκή Τράπεζα υπό την ηγεσία του Στρατή Ανδρεάδη και τη δημιουργία του Συγκροτήματος που αποτέλεσε για αρκετές δεκαετίες το μεγάλο ανταγωνιστή της δημοσίων συμφερόντων ΕΤΕ.
Το 1955, μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ των προέδρων όλων των Συλλόγων εργαζομένων στις Τράπεζες, συμφωνήθηκε η ίδρυση της ΟΤΟΕ, με μέλη τους σημαντικότερους συλλόγους εργαζομένων της εποχής. Πώς έφτασαν τα πράγματα ως εκεί; Στις αρχές του ίδιου χρόνου πραγματοποιήθηκε μια σειρά συσκέψεων στα γραφεία του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Αθηνών. Σ’ αυτές συμμετείχαν εκπρόσωποι από πρωτοβάθμιους συλλόγους προσωπικού των τραπεζών και των οργανισμών κοινής ωφέλειας. Στόχος των συσκέψεων ήταν να συγκροτηθεί ένα συντονιστικό σχήμα που θα ωθούσε την ηγεσία της ΓΣΕΕ να πάρει θέση απέναντι στην εργοδοτική και την κυβερνητική πολιτική και να ταχθεί υπέρ της αγωνιστικής διεκδίκησης των εργατικών αιτημάτων. Ως τότε η ηγεσία της ΓΣΕΕ έδινε συνεχώς «πίστωση χρόνου» στις κυβερνήσεις χωρίς να σημειώνονται ουσιαστικά αποτελέσματα. Αντιθέτως, κάθε Πρωτομαγιά οργανωνόταν μια εκδήλωση υπέρ του Κυπριακού Αγώνα που κορυφωνόταν με συγκέντρωση στις θρησκευτικές δεήσεις που γίνονταν στη Μητρόπολη Αθηνών. Το συντονιστικό σχήμα που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία των συλλόγων των τραπεζών Ιονική, Λαϊκή, Αθηνών και του Εθνικού Παντραπεζικού Συλλόγου με τη συμμετοχή του Συλλόγου Εμπορικής Τράπεζας και των συλλόγων των οργανισμών κοινής ωφέλειας (εκτός του Συλλόγου της Εταιρείας Υδάτων) αποφάσισε να οργανώσει πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στις 8/5/55 με σκοπό την έναρξη αγώνα για την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, τον εκδημοκρατισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τη διεκδίκηση ενιαίων μισθολογικών αυξήσεων και συνθηκών ζωής και εργασίας.
Ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΟΤΟΕ, το καλοκαίρι του 1956, ξεσπά η πρώτη μεγάλη απεργία στο χώρο των τραπεζών με αφορμή το «ασφαλιστικό», που αποτελεί και το μεγαλύτερης σημασίας πρόβλημα που ταλανίζει τους εργαζόμενους. Η ξαφνική απόφαση της κυβέρνησης ΕΡΕ-Καραμανλή, στα μέσα Αυγούστου, να προβεί σε συγχώνευση όλων των ταμείων στο ΙΚΑ συνάντησε την άμεση αντίδραση της ΟΤΟΕ που σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Ηλεκτρισμού και Κοινής Ωφέλειας και την Ένωση Λιμενεργατών ΟΛΠ προέβησαν σε απεργιακή κινητοποίηση που νέκρωσε τις τράπεζες, τις συγκοινωνίες, και το λιμάνι. Αξίζει να επισημανθεί ότι, παρά το γεγονός ότι στην ηγεσία της ΟΤΟΕ συμμετείχαν συνδικαλιστές προσκείμενοι στην παράταξη του Μακρή, δεν περίμεναν την απόφαση της ΓΣΕΕ και η απόφαση για την απεργία ελήφθη ομόφωνα από την Εκτελεστική Γραμματεία της ομοσπονδίας.
Η καθολική συμμετοχή στην απεργία καθώς και η διαπραγματευτική δεινότητα των ηγετικών στελεχών της ΟΤΟΕ και των άλλων Ομοσπονδιών είχαν θετικό αποτέλεσμα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που δείχνει το τι μπορεί να καταφέρει ένα κοινωνικό κίνημα στις κρίσιμες στιγμές είναι ότι όχι μόνο ακύρωσε την πολιτική της κυβέρνησης αλλά και ότι οι συνδικαλιστές-διαπραματευτές υπαγόρευσαν στον υπουργό Εργασίας το κείμενο της ανακοίνωσης της ίδιας της κυβέρνησης.
Στα κρίσιμα, λοιπόν, χρόνια της διαμόρφωσης της ελληνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στις τράπεζες, βλέπουμε ότι όχι μόνο οργανώνονται συνδικαλιστικά οι υπάλληλοι του κλάδου, αλλά πολλές φορές μπαίνουν στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών και γενικότερης πολιτικής σημασίας αγώνων (Κατοχή, Κυπριακό κ.α.). Με άλλα λόγια, τηρουμένων των αναλογιών και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη αρνητική πολιτική συγκυρία της περιόδου δεν φαίνεται να επιδεικνύουν κάποιον ιδιαίτερο σκεπτικισμό στη συνδικαλιστική συμμετοχή και εκπροσώπησή τους, ούτε απουσιάζουν από τις μεγάλες αγωνιστικές και απεργιακές κινητοποιήσεις, παρ’ όλα που αυτά τα χαρακτηριστικά συνοδεύτηκαν και από αρνητικές τάσεις (συντεχνιασμός, ιεραρχικές και τεχνοκρατικές αντιλήψεις κ.α.)

Advertisements

Written by antiracistes

Νοέμβριος 22, 2012 στις 7:52 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: