Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και το τέλος του ελληνικού συνδικαλισμού (της Βάλιας Αρανίτου, ΕΠΟΧH, 26/7/2015)

leave a comment »

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και το τέλος του ελληνικού συνδικαλισμού

της Βάλιας Αρανίτου

http://www.epohi.gr/portal/koinonia/19779-to-dimopsifisma-tis-5is-iouliou-kai-to-telos-tou-ellinikoy-syndikalismoy

Τα αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι οι «βαριές» μεταβλητές δεν επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά, ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: η ψήφος ήταν ταξική. Έτσι, στις αστικές περιοχές υψηλού εισοδήματος το «ναι» προηγήθηκε με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά – Εκάλη (84,62%), Διόνυσος (69,78%), Βουλιαγμένη (66,27%), Κηφισιά (64,59%) – ενώ στις φτωχότερες το «όχι» υπερίσχυσε σημαντικά – Ασπρόπυργος (79,20%), Φυλή (77,22%), Πέραμα (76,64%), Αχαρνές (75,25%), Κερατσίνι – Δραπετσώνα (72,84%), Νίκαια – Άγιος Ιωάννης Ρέντη (72,61%), Αγία Βαρβάρα (72,75%), Ελευσίνα (71, 88%), Αιγάλεω (70,68%), Περιστέρι (70,31%). Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και με βάση τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των ψηφοφόρων. Πιο συγκεκριμένα, πάνω από το 70% των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα ψήφισαν «όχι», όπως επίσης και οι νέοι, οι οποίοι δεν βλέπουν προοπτική στην τρέχουσα συγκυρία, σε ποσοστό πάνω από 80% (Prorata S.A. & Public Issue).
Εάν είναι έτσι τα πράγματα, τότε τίθεται ένα σοβαρό ερώτημα όσον αφορά στη θέση που έλαβαν οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ και της ΟΤΟΕ απέναντι στο ερώτημα του δημοψηφίσματος, το οποίο θεώρησαν ψευδεπίγραφο και διχαστικό. Και τούτο διότι οι παραδοσιακές αυτές συνδικαλιστικές οργανώσεις φαίνεται να βρίσκονται πλέον σε μία δομική και βαθιά διάσταση από εκείνες τις κοινωνικές κατηγορίες που θεωρητικά εκπροσωπούν. Φαινόμενα προς αυτή την κατεύθυνση –κατεύθυνση που υπονόμευσε την ιστορική τους συμβολή στην ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος – είχαν παρατηρηθεί καθ’ όλη τη μνημονιακή περίοδο. Ωστόσο, τώρα η στάση τους αυτή τούς εκθέτει δυνάμει «μετεκλογικής αποδείξεως». Δεν μπορεί, επίσης, να μην αναρωτηθεί κανείς για το πώς αντέδρασε το συνδικαλιστικό κίνημα σε όλη την περίοδο που είχε προηγηθεί. Από το ξέσπασμα, δηλαδή, της κρίσης μέχρι σήμερα. Αυτή τη διάσταση υπογράμμιζαν και μια πληθώρα νέων συνδικάτων που αναζητούσε μέσα από τεράστιες διοικητικές, πολιτικές και ιδεολογικές δυσκολίες να ψηλαφίσει ένα νέο τρόπο κοινωνικής εκπροσώπησης και συνδικαλιστικής λειτουργίας.

Αποτυχία των παραδοσιακών συνδικαλιστικών οργανώσεων

Αυτό, βέβαια, ήταν αναμενόμενο, μιας και σε όλη τη διάρκεια της κρίσης το παραδοσιακό συνδικαλιστικό κίνημα μοιάζει να ψάχνει να βρει είτε «τεχνικές» λύσεις στην κρίση είτε συμμαχίες εκτός των τειχών, αλλά στο πλαίσιο πάντα του «παλιού καλού» κοινωνικού διαλόγου. Τις περισσότερες φορές συνεχίζει στο παραδοσιακό ρεπερτόριο δράσης με κήρυξη γενικών απεργιών, χωρίς ωστόσο να μπορεί να κινητοποιήσει πρακτικά ούτε το σύνολο των μελών της γραφειοκρατίας τους. Με εξαίρεση, ίσως, την προσφυγή της ΓΣΕΕ στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO) με στόχο την παγκόσμια καταδίκη της διαδικασίας και του τρόπου της μείωσης των μισθών και της κατάργησης, στην ουσία, της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Όπως και την προσφυγή στο ΣτΕ για την ΕΓΣΣΕ και τον κατώτερο μισθό, ή την προσφυγή στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Πέραν αυτών, η δράση τους περιορίστηκε στη διαβούλευση με τους εργοδότες και στην υποβολή υπομνημάτων στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Φαίνεται, επομένως, ότι οι οργανώσεις αυτές – θύματα μιας ξεπερασμένης και κομματικής γραφειοκρατίας και μιας λειτουργίας που στηριζόταν σε μικροπολιτικούς ιδιοτελείς συσχετισμούς – απέτυχαν παταγωδώς να δώσουν μια απάντηση στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και στην, εκτός ελέγχου, εκτίναξη της ανεργίας. Για αυτό το λόγο και στη συνάφεια αυτή, όπως ήδη αναφέραμε, είδαμε την ελπιδοφόρα, αν και με πολλές αντιφάσεις, εμφάνιση νέων εργατικών συνδικάτων, κυρίως σε τομείς επισφαλούς απασχόλησης, που αντικειμενικά αμφισβητούν το ρόλο της «ισχυρής» ΓΣΕΕ.

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, στη μακρά του πορεία από το 1981, με την ψήφιση του νόμου 1264/1982, μέχρι και σήμερα στο πλαίσιο της κρίσης και της πλήρους διάλυσης των εργασιακών σχέσεων, έχει περάσει από διαφορετικά στάδια. Έτσι την πρώτη περίοδο, έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η μεγάλη πλειοψηφία των μελών των συνδικάτων προέρχεται από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα εμφανίζουν σημαντικά μικρότερη συμμετοχή.
Ακολουθεί η περίοδος της θεσμοθετημένης συμμετοχής (1993-1999), με αφετηρία την εφαρμογή της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Πρόκειται για την περίοδο που έχει ως κεντρικό χαρακτηριστικό τη «συναίνεση» με τους εργοδότες, ιδιαίτερα μέσα από τη θεσμοθέτηση του κοινωνικού διαλόγου σε όλα τα επίπεδα. Φαίνεται ότι οι εργοδοτικές οργανώσεις σταδιακά ηγεμονεύουν στο δημόσιο διάλογο και επηρεάζουν αποφασιστικά όλο το φάσμα των κρατικών πολιτικών και των κυβερνητικών επιλογών. Την ίδια στιγμή, η συνδικαλιστική πυκνότητα παρουσιάζει μια τάση συνεχούς μείωσης. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα, μετά από διάφορες διακυμάνσεις, κυμαίνεται στο 18%, ενώ το ποσοστό αυτό αυξάνει στο 56% στο δημόσιο τομέα, παρόλο που αποτελεί μόλις το 35% της συνολικής μισθωτής εργασίας (Κουζής, 2007). Οι τάσεις αυτές, βεβαίως, δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά συνθέτουν ένα σοβαρό προβληματισμό που αντιμετωπίζει τις τελευταίες δεκαετίες η πλειοψηφία των συνδικάτων της Ευρώπης.
Έτσι, στην τελευταία, πριν την κρίση, περίοδο της εργοδοτικής ηγεμονίας (2000-2009), το συνδικαλιστικό κίνημα συναίνεσε έτσι ώστε ο κάποτε αντίπαλος –ακόμα και εχθρός– να διεισδύσει και να αυξήσει την επιρροή του στην κοινωνία και σε στρατηγικές εθνικές επιλογές. Η διαδικασία αυτή φαίνεται να συμβαδίζει με μια τάση αποδέσμευσης των επαγγελματικών οργανώσεων από κρατικούς περιορισμούς και κομματικές παρεμβάσεις, τα οποία χαρακτήριζαν τις πολιτικές διαδικασίες τόσο πριν τη δικτατορία όσο, και κυρίως, τα πρώτα χρόνια της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας.

Και στην κρίση;

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης βρίσκει το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα πλήρως ενταγμένο στις διαδικασίες διαβούλευσης και κοινωνικού διαλόγου με τους εργοδότες. Με έντονα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά και κεντρική έγνοια τη συμμετοχή στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, η ΓΣΕΕ απομακρύνεται ουσιαστικά από τον κόσμο της εργασίας. Η συναινετική στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών των παραδοσιακών συνδικάτων την περίοδο του κοινωνικού διάλογου συνέθετε ένα τοπίο που είχε ως κύριο χαρακτηριστικό την προσπάθεια διατήρησης της κατάστασης ως είχε. Έτσι, πολλές νέες μορφές επισφαλούς εργασίας, που σε μεγάλο βαθμό εκφράζονταν από τα νέα συνδικάτα, έμεναν συχνά εκτός «επίσημης» εκπροσώπησης. Πρόκειται για την εισαγωγή και στην Ελλάδα του φαινομένου της «μακντοναλτοποίησης» (υπηρεσίες delivery, fast-food, couriers, εμποροϋπάλληλοι, εργαζόμενοι σε call centers κ.λπ).
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι με τέτοιες συνθήκες εργασίας δεν είχαν κάλυψη από τα συνδικάτα τους, αφού η ηγεσία της ΓΣΕΕ ισχυριζόταν ότι αν τους παρέχουν κάλυψη θα είναι σαν να αναγνωρίζουν και να νομιμοποιούν τις συνθήκες δουλείας. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίζονται τόσο τα νέα συνδικάτα, όσο μια σειρά από ανεξάρτητες κινηματικές πρωτοβουλίες με πολυθεματικό, μόνιμο ή και συγκυριακό χαρακτήρα. Πρόκειται για σωματεία με μια εντελώς διαφορετική λογική και λειτουργία, με πολλά μαχητικά ρεπερτόρια δράσης που, όπως και οι ίδιοι λένε, πρόκειται για «σωματεία των μελών τους και όχι εξ ονόματος των μελών τους». Η ιδιότυπη παρουσία του ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα, φαίνεται να εξυπηρετεί σχεδόν αποκλειστικά μια στενή κομματική στρατηγική που, λόγω της σεχταριστικής της πρακτικής, αδυνατεί να συμβάλει στην ανατροπή της δομικής, πλέον, κρίσης εκπροσώπησης των ελληνικών συνδικάτων. Σε αντίστιξη, βέβαια, με αυτό το ζοφερό τοπίο, οι τελευταίες πρωτοβουλίες και εξελίξεις στο χώρο της ΑΔΕΔΥ δείχνουν έναν πιο ελπιδοφόρο δρόμο στην προοπτική της κοινωνικής εκπροσώπησης.
Ως εκ τούτου, μετά το δημοψήφισμα οι εργοδότες δείχνουν να είναι περισσότερο «συνεπείς» και σε λειτουργική σχέση εκπροσώπησης με την κοινωνική τους βάση, ικανότητα που, δυστυχώς, φαίνεται να έχουν απολέσει τα συνδικάτα.

Written by antiracistes

27 Ιουλίου, 2015 στις 8:48 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: