Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Αστυνομία της σκέψης στις οικονομικές σχολές (Monde Diplomatique/Αυγή της Κυριακής)

leave a comment »

Αστυνομία της σκέψης στις οικονομικές σχολές
27.09.2015

Επιμέλεια: Χάρης Λογοθέτης

http://www.avgi.gr/article/5887287/astunomia-tis-skepsis-stis-oikonomikes-sxoles

Monde_diplomatique-577x400

Τριακόσιοι ετερόδοξοι ερευνητές ετοιμάζονταν να συμμετάσχουν σε μια νέα κατεύθυνση πολιτικής οικονομίας πλουραλιστικής, κριτικής και ανοικτής στις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες. Δεν υπολόγισαν, όμως, την αντεπίθεση των «ορθόδοξων», που έδειξαν αποφασισμένοι να πνίξουν εν τη γενέσει της κάθε πιθανότητα έκφρασης εναλλακτικής οικονομικής σκέψης

Η ιδεολογική περιχαράκωση των Ευρωπαίων ηγετών έχει τις ρίζες της στη μάχη για την ιδεολογική ηγεμονία, η οποία δεν δίνεται μόνο στα μέσα ενημέρωσης. Παρά τα αδιέξοδα και την αποτυχία των πολιτικών που εμπνέει, το νεοκλασικό οικονομικό δόγμα κυριαρχεί περισσότερο από ποτέ στα πανεπιστήμια. Οι υπερασπιστές του, με πρωταγωνιστή τον καθηγητή Ζαν Τιρόλ, παρεμποδίζουν κάθε προσπάθεια πλουραλισμού.

Έρευνα της Laura Raim*
Οπαδοί του ανόθευτου ανταγωνισμού, οι κυρίαρχοι οικονομολόγοι τον εκτιμούν λιγότερο όταν παροτρύνονται να τον εφαρμόσουν και στο δικό τους επάγγελμα. Τηρώντας την υπόσχεση του προκατόχου της Μπενουά Αμόν, η υπουργός Εθνικής Παιδείας Ναζά Βαλό-Μπελκασέμ είχε δεσμευθεί, τον Δεκέμβριο του 2014, να ιδρύσει πειραματικά δεύτερη κατεύθυνση Οικονομίας στο πλαίσιο του Εθνικού Συμβουλίου Πανεπιστημίων (CNU), του οργανισμού που ρυθμίζει τη σταδιοδρομία των καθηγητών-ερευνητών. Η κατεύθυνση αυτή, με τίτλο «Θεσμοί, οικονομία, έδαφος, κοινωνία», θα μπορούσε να αποτελέσει καταφύγιο για τους ετερόδοξους οικονομολόγους, τους οποίους το κυρίαρχο ρεύμα της οικονομικής σκέψης δεν συμπαθεί. Πράγματι, η λεγόμενη «νεοκλασική» σχολή, η οποία στηρίζεται στην υπόθεση της τέλειας λειτουργίας των αγορών και της ορθολογικότητας των ατόμων, κυριαρχεί τα τελευταία είκοσι χρόνια στην υπάρχουσα κατεύθυνση των οικονομικών επιστημών, την «05». Έτσι, τριακόσιοι ετερόδοξοι ερευνητές ετοιμάζονταν να συμμετάσχουν σε μια νέα κατεύθυνση πολιτικής οικονομίας πλουραλιστικής, κριτικής και ανοικτής στις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες.
Δεν υπολόγισαν, όμως, την αντεπίθεση των «ορθόδοξων», που έδειξαν αποφασισμένοι να πνίξουν εν τη γενέσει της κάθε πιθανότητα έκφρασης εναλλακτικής οικονομικής σκέψης. Μόλις πληροφορήθηκαν το υπουργικό σχέδιο, ο πρόεδρος της «05» Αλέν Αγιόν Λε Καμά υπέγραψε επιστολή προς την κυβέρνηση, απειλώντας με «ομαδική παραίτηση» της κατεύθυνσης. Η πιο αποφασιστική κίνηση, όμως, ήρθε από τον Ζαν Τιρόλ, στον οποίο απονεμήθηκε, το 2014, το βραβείο Οικονομικών Επιστημών της Τράπεζας της Σουηδίας στη μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ (το οποίο καταχρηστικά ονομάζεται «βραβείο Νόμπελ Οικονομίας»). Απηύθηνε επιστολή στη Βαλό – Μπελκασέμ για να εμποδίσει μια «καταστροφή». Η αποστολή στέφθηκε με επιτυχία: το σχέδιο εγκαταλείφθηκε αμέσως.
Αυτή η φαινομενικά συντεχνιακή διαμάχη είναι, στην πραγματικότητα, στρατηγικής σημασίας. Οι τοποθετήσεις και οι εισηγήσεις των οικονομολόγων ασκούν ισχυρή επιρροή στις κρατικές πολιτικές. Όμως, εδώ και είκοσι χρόνια, οι ετερόδοξοι ερευνητές, δηλαδή όλοι όσοι δεν ανήκουν στη νεοκλασική σχολή, περίπου το ένα τρίτο των Γάλλων οικονομολόγων, έχουν αποκλειστεί από τις θέσεις – κλειδιά του επαγγέλματος. Μολονότι καταφέρνουν ακόμη να καταλαμβάνουν θέσεις ως επίκουροι καθηγητές, το κυρίαρχο ρεύμα εμποδίζει την πρόσβασή τους στην ανώτερη βαθμίδα του καθηγητή πανεπιστημίου1. Ενώ, μεταξύ 2000 και 2004, οι ετερόδοξοι καθηγητές αποτελούσαν το 18% των νεοπροσλαμβανόμενων καθηγητών, το ποσοστό έπεσε στο 5% μεταξύ 2005 και 2011, δηλαδή 6 ετερόδοξοι καθηγητές για 120 θέσεις2.
Πώς φθάσαμε ώς εδώ; Η νεοκλασική σχολή κυριαρχεί στην εποχή της ανάδυσης της σύγχρονης οικονομίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, και, στη συνέχεια, υποχωρεί, κατά τη δεκαετία του 1930. Την περίοδο εκείνη, η προσέγγιση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, η οποία αντλεί τα διδάγματα της Μεγάλης Ύφεσης αποδίδοντας κεντρικό ρόλο στο κράτος, επικρατεί ως νέα οικονομική ορθοδοξία για τις κρατικές πολιτικές. Όταν ο κεϊνσιανισμός, με τη σειρά του, φθάνει στα όριά του με το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού (ισχνή ανάπτυξη και υψηλός πληθωρισμός), στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η νεοκλασική θεωρία κυριαρχεί ξανά με τους μονεταριστές και το ρεύμα των ορθολογικών προσδοκιών.
Οι σημερινοί ετερόδοξοι οικονομολόγοι αναδύονται την ίδια εποχή και στέκονται κριτικά απέναντι στην επάνοδο του νεοκλασικού υποδείγματος. Μαρξιστές, μετακεϊνσιανοί, οπαδοί της Σχολής της Ρύθμισης και της Σχολής των Συμβάσεων έχουν ως κοινό σημείο την εγγραφή της επιστήμης τους στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών και την ιδιαίτερη μελέτη των ιστορικών, νομικών και πολιτικών πτυχών της λειτουργίας της οικονομίας. Προσπαθώντας να περιγράψουν την κοινωνία όπως είναι πραγματικά, αντιτίθενται σε μια μηχανιστική και ατομικιστική αναπαράσταση, όπου οικονομικοί δρώντες που κινούνται από μια έμφυτη ορθολογικότητα αλληλεπιδρούν σε διάφορες αγορές.
Αφομοιώνοντας, σε κάποιον βαθμό, τις ετερόδοξες κριτικές, η νεοκλασική θεωρία γίνεται πιο εκλεπτυσμένη, αναγνωρίζοντας ότι η πληροφόρηση μπορεί να είναι ασύμμετρη και ο ανταγωνισμός ατελής… Πάντως, παραμένει το γεγονός ότι «οι νεοκλασικοί δεν επιβλήθηκαν με τη δύναμη ή την ακρίβεια των ιδεών τους, αλλά χρησιμοποιώντας στρατηγικές θεσμικού εποικισμού», επιμένει η Σοφί Ζαλέ, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris-Ι. Στους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους, για να προσληφθούν ως επίκουροι ή ως καθηγητές, οι υποψήφιοι πρέπει να «εγκριθούν» από το CNU, πριν επιλεγούν από τις «επιτροπές ειδικών» του κάθε πανεπιστημίου. Μέχρι πέρσι, όμως, ο κλάδος των οικονομολόγων αποτελούσε εξαίρεση στον σχετικό κανόνα, καθώς οι καθηγητές εκεί προσλαμβάνονταν με ειδική διαδικασία (concours d’agrégation du supérieur)3.
Η διαδικασία αυτή είναι κατάλοιπο του 19ου αιώνα και δεν επιβιώνει πια παρά σε 6 από τις 77 επιστημονικές περιοχές. Χαρακτηρίζεται από τον συντηρητισμό της, την περιχαράκωση και την έλλειψη αυτονομίας από την πολιτική εξουσία. Και υπάρχει λόγος: η κυβέρνηση ορίζει τον πρόεδρο, ο οποίος, με τη σειρά του, ορίζει τα επτά μέλη της επιτροπής. «Στη συνέχεια, κάθε μανδαρίνος προωθεί τον προστατευόμενό του, στον οποίο υποδεικνύει περισσότερο ή λιγότερο κομψά να δηλώσει υποψήφιος», εξηγεί ο Λιέμ Χοάνγκ Νγκοκ, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris-I. Εδώ και σαράντα χρόνια, «οι συνήθως ορθόδοξοι πρόεδροι της επιτροπής επιλέγουν επιτροπές με μέλη ορθόδοξους, οι οποίες επιλέγουν σχεδόν αποκλειστικά ορθόδοξους υποψηφίους», συνοψίζει η Ζαλέ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η ομογενοποίηση αυτή ενισχύεται, μέσα από μια νέα μέθοδο αξιολόγησης των υποψηφίων: η επιστημονική παραγωγή τους αξιολογείται επίσημα με κριτήριο όχι την ποιότητά της, αλλά τα επιστημονικά περιοδικά στα οποία έχει δημοσιευτεί. Καλός ερευνητής είναι όποιος δημοσιεύει σε περιοδικό που βρίσκεται ψηλά στην κατάταξη του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS). Η ίδια η κατάταξη των περιοδικών διαμορφώνεται σύμφωνα με τον βαθμό σύμπλευσής τους με τις κυρίαρχες προσεγγίσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι αμύνονται ανεπαρκώς. Απορροφημένοι από την έρευνα, δεν ενδιαφέρονται αρκετά για τη θεσμική «αναπαραγωγή» τους, για την επίβλεψη διδακτορικών και εργαστηρίων και για την προετοιμασία πιθανών αντικαταστατών τους. Έτσι, ο ιδρυτής της Σχολής της Ρύθμισης Ρομπέρ Μπουαγιέ δεν έχει διάδοχο. Επίσης, ετερόδοξοι οικονομολόγοι που βρίσκονται ακόμη στις επιτροπές πρόσληψης, ορισμένες φορές εντυπωσιάζονται από το νεοκλασικό μαθηματικό οπλοστάσιο. Μερικοί, όπως ο Μισέλ ντε Βρε ή η Μαρί – Κλερ Βιλβάλ, έχουν φτάσει σε σημείο να αλλάξουν στρατόπεδο και να ανοίγουν διάπλατα τις πύλες του πανεπιστημίου στους νέους ορθόδοξους υποψηφίους.
Αποτέλεσμα; Οι ετερόδοξοι καθηγητές απειλούνται κυριολεκτικά με εξαφάνιση από τα πανεπιστήμια. «Τώρα πια, ή έχουν βγει στη σύνταξη ή ετοιμάζονται να συνταξιοδοτηθούν, πράγμα που σημαίνει ότι, σε δύο χρόνια, δεν θα υπάρχει ούτε ένας», προειδοποιεί ο Νταβίντ Φλασέ, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris-XIII. Όμως, οι μόνιμοι καθηγητές διευθύνουν τα μεταπτυχιακά προγράμματα, τα προγράμματα διδακτορικών, τα εργαστήρια. Αυτοί προεδρεύουν στις επιτροπές διδακτορικών και συμμετέχουν στις επιτροπές επιλογής των συναδέλφων τους. Χωρίς καθηγητές ανώτερης βαθμίδας, είναι αδύνατον να κρατηθεί στη ζωή ένα ρεύμα σκέψης. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, όλα τα μεγάλα ετερόδοξα εργαστήρια βρίσκονται σε παρακμή, με κάποιες εξαιρέσεις, όπως το Centre d’économie de Paris – Nord (CEPN), το οποίο διευθύνει ο Φλασέ, και το Κέντρο Κοινωνιολογικών και Οικονομικών Μελετών και Ερευνών της Λιλ (Clersé), όπου εργάζεται ο Λοράν Κορντονιέ.
Η λογική της συγχώνευσης ιδρυμάτων, η οποία προωθείται την τελευταία δεκαετία από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ενισχύεται από τον νόμο του 2007 για τις ελευθερίες και τις ευθύνες των πανεπιστημίων, έχει εντείνει το φαινόμενο, με τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα να απορροφούν τα μικρά ετερόδοξα κέντρα. «Η διαδικασία συγκέντρωσης οδηγεί σήμερα σε ένα ολιγοπώλιο, το οποίο στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: την Ecole d’économie de Paris (PSE), την Ecole d’économie de Toulouse (TSE) και το Τμήμα Έρευνας στην Ποσοτική Οικονομία της Aix-Marseille (Greqam), οι οποίες ανταλλάσσουν κονδύλια, υποτροφίες για διδακτορικά, προαγωγές, αλλά και διεθνή βραβεία και έδρες κύρους», αναλύει ο Μπρουνό Τινέλ, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris-I. Έτσι, το «βραβείο Νόμπελ» Οικονομίας απονεμήθηκε στον πρόεδρο της TSE Ζαν Τιρόλ, ενώ η έδρα Οικονομίας στο Collège de France δόθηκε στον καθηγητή της TSE Φιλίπ Αγκιόν.
Η κατάσταση στη Γαλλία αντανακλά τις εξελίξεις που καταγράφονται και αλλού. Τα αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια δεν προσλαμβάνουν πια παρά μόνο νεοκλασικούς καθηγητές, οι οποίοι δημοσιεύουν στις πιο φημισμένες οικονομικές επιθεωρήσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, το παλαιό προπύργιο του κεϊνσιανισμού, σταδιακά άδειασε από όλους τους ετερόδοξους καθηγητές του. «Ο μεγάλος επιστημολόγος και ιστορικός της οικονομικής σκέψης Τόνι Λόσον δεν έχει πια το δικαίωμα να παραδίδει μαθήματα οικονομίας. Είναι υποχρεωμένος να παραδίδει μαθήματα οικονομετρίας και μαθηματικών», εξηγεί ο Ντάνι Λανγκ, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris – XIII. Μετά την κρίση, στο Πανεπιστήμιο του Κίνγκστον, ορισμένοι μετακεϊνσιανοί προσπάθησαν να εγκαινιάσουν ένα κριτικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Προσέλαβαν τον Στιβ Κίιν, ο οποίος απομακρύνθηκε από το πανεπιστήμιο της Αυστραλίας όπου εργαζόταν, μολονότι ήταν από τους λίγους που είχαν προβλέψει την κρίση των subprimes (των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με εξαίρεση τη New School στη Νέα Υόρκη, «οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι αποδεκατίστηκαν παντού. Μένουν πια μερικοί μετακεϊνσιανοί απομονωμένοι, διασκορπισμένοι, οι οποίοι συχνά βρίσκουν καταφύγιο στις σχολές κοινωνικών επιστημών, στα business schools ή στους πρώτους κύκλους μαθημάτων των μικρών δημόσιων πανεπιστημίων», διαπιστώνει ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ.
Μια τέτοια ηγεμονία θα ήταν περισσότερο αποδεκτή εάν δεν συνοδευόταν από αβυσσαλέα θεωρητική ανεπάρκεια. Το 2007, το γεγονός άρχισε να φαίνεται καθαρά, ακόμη και στα μάτια των μη ειδικών. Όχι μόνον οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι ήταν ανίκανοι να προβλέψουν ή ακόμη και να κατανοήσουν την κρίση των subprimes, αλλά οι υποθέσεις τους περί αποτελεσματικότητας των αγορών είχαν επιτρέψει να νομιμοποιηθεί επιστημονικά η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση που είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνη για την κρίση. Έτσι προέκυψε η ζήτηση του κοινού για διαφορετικές αναλύσεις, την οποία αποδεικνύει η εμπορική επιτυχία του μανιφέστου των «κατάπληκτων οικονομολόγων». Η συλλογικότητα αυτή, που ιδρύθηκε το 2010 και αποτελείται κυρίως από ετερόδοξους επίκουρους καθηγητές, αποδομεί τα δόγματα που διέπουν την οικονομική πολιτική στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η επιστροφή του Κέινς και του Καρλ Μαρξ στη μόδα, όπως αποτυπώνεται στον Τύπο και στις εκδόσεις, δεν αγγίζει τον κόσμο της έρευνας, ο οποίος παραμένει κλειστός σε κάθε αμφισβήτηση. Στην επιστολή του, ο Τιρόλ υπερηφανεύεται για τα «κέντρα αριστείας στην οικονομία που έχουν αναδυθεί στη Γαλλία τις τρεις τελευταίες δεκαετίες», τα οποία «προετοιμάζουν σήμερα οικονομολόγους που οι ρυθμιστικές αρχές, οι διεθνείς οργανισμοί και οι επιχειρήσεις προσλαμβάνουν αμέσως». Το γεγονός ότι τα «κέντρα αριστείας» δεν έχουν διαμορφώσει κριτικούς οικονομολόγους, ικανούς να προειδοποιούν για τους κινδύνους της χρηματιστικοποίησης, είναι προφανές ότι δεν αγγίζει τον Τιρόλ. Απτόητος, συνεχίζει να περιφρονεί πλήρως τα μικρότερα επιστημονικά ρεύματα, χαρακτηρίζοντάς τα «ετερόκλητο σύνολο, που δυσκολεύεται με τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες αξιολόγησης», και τα ανακαλεί στην τάξη: «Η προσπάθεια αποφυγής της αξιολόγησης [από τους συναδέλφους] προωθεί τον σχετικισμό της γνώσης, δηλαδή τον προθάλαμο του σκοταδισμού».
Οι φοιτητές, από την πλευρά τους, δεν παρασύρονται και αγωνίζονται ενάντια στη μονολιθικότητα των προγραμμάτων σπουδών. Τον Μάιο του 2014, οι 42 ενώσεις από τις 19 χώρες που αποτελούν τη Διεθνή Φοιτητική Πρωτοβουλία για τον Πλουραλισμό στην Οικονομία (Isipe) δημοσίευσαν μανιφέστο κατά της σημερινής διδασκαλίας της επιστήμης τους. Έχοντας ξεκινήσει από το Παρίσι, στις αρχές του 2000, με άξονα ένα κίνημα καταγγελίας του «αυτισμού» που χαρακτηρίζει τον επιστημονικό κλάδο της οικονομίας, η αμφισβήτηση ενισχύθηκε μετά την κρίση. Το 2011, στο Χάρβαρντ, εβδομήντα φοιτητές εγκατέλειψαν τον κύκλο μαθημάτων που παρέδιδε ο καθηγητής-βεντέτα Γκρέγκορι Μάνκιου, καταγγέλλοντας τη «συντηρητική μεροληψία» του. Στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, μετά από ανεπίσημα μαθήματα, το 2012 και το 2013, η Post – Crash Economics Society οργάνωσε προαιρετικό ετήσιο κύκλο μαθημάτων με τίτλο «Φούσκες, πανικός και κραχ: μια εισαγωγή στις εναλλακτικές θεωρίες των οικονομικών κρίσεων». Η κίνηση αυτή κόστισε στον καθηγητή Σακίρ Γιλμάζ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την προσπάθεια, τη μη ανανέωση της σύμβασής του με το πανεπιστήμιο. Μετά το κάλεσμα του Μαΐου του 2014, η Isipe διευρύνθηκε και περιλαμβάνει πια 65 ομάδες από 30 χώρες, μεταξύ των οποίων η Ινδία, το Πακιστάν, η Αυστραλία και αρκετές χώρες της Νότιας Αμερικής. Στη Γαλλία, το Κίνημα για την Πλουραλιστική Διδασκαλία της Οικονομίας (PEPS – Economie) ξαναμπήκε στη μάχη το 2011. «Απαιτούμε πλουραλισμό θεωρητικό, αλλά και μεθοδολογικό», εξηγεί η Λουιζόν Καν – Φουρό, εκπρόσωπος του κινήματος. «Το πρόγραμμα διδασκαλίας πρέπει να δώσει χώρο, εκτός από τα μαθηματικά, τη στατιστική και την οικονομετρία, σε μαθήματα ιστορίας της οικονομικής σκέψης». Το κίνημα ανέλυσε τα μαθήματα που περιέχονται στα προγράμματα σπουδών 54 σχολών Οικονομίας στη Γαλλία: τα μαθήματα ιστορίας της οικονομικής σκέψης αντιστοιχούν στο 1,7% των μαθημάτων και, μάλιστα, 15 πανεπιστήμια δεν κρίνουν χρήσιμο να τα διδάξουν καν.
Τελικά, ένα σημαντικό εμπόδιο παραμερίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014, με τη σχεδόν πλήρη αναστολή της ειδικής διαδικασίας προσλήψεων. Η διαδικασία για να επιλεγεί κάποιος ως καθηγητής είναι πλέον η ίδια με τους άλλους επιστημονικούς κλάδους: λαμβάνει την έγκριση του CNU και, στη συνέχεια, δηλώνει υποψήφιος για κάποια θέση. Πρόκειται για την εκδίκηση της Γαλλικής Ένωσης Πολιτικής Οικονομίας (AFEP), η οποία δημιουργήθηκε το 2009 για να αποκαταστήσει τον πλουραλισμό στην έρευνα. Αλίμονο, η νίκη αυτή έρχεται πολύ αργά: αποτελώντας ήδη την πλειοψηφία στις επιτροπές προσλήψεων, οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι δεν έχουν πια ανάγκη την ειδική διαδικασία προσλήψεων για να εδραιώσουν την εξουσία τους. Οι ετερόδοξοι υποψήφιοι μπορεί να απαλλάχτηκαν από το συγκεκριμένο εμπόδιο, αλλά βρίσκουν απέναντί τους το τείχος της κατεύθυνσης «05» του CNU, η οποία ελέγχεται πλήρως από τους ορθόδοξους καθηγητές. Από το γεγονός αυτό προέκυψε η ανάγκη για μια δεύτερη κατεύθυνση. Μετά από έντονες εσωτερικές συζητήσεις όσον αφορά τους κινδύνους ενός τέτοιου «διαζυγίου» στο εσωτερικό του επιστημονικού κλάδου, τα μέλη της AFEP κατέληξαν, το 2010, στην άποψη ότι δεν υπήρχε «πια κανένα πιθανό μέλλον για τις πλουραλιστικές προσεγγίσεις στο πλαίσιο της κατεύθυνσης ’05′». Η ίδρυση νέας κατεύθυνσης έμοιαζε ως «η μόνη βιώσιμη λύση».
Απορρίπτοντας προς το παρόν τη λύση αυτή, η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι θα επιβλέπει την «05». Στο μεταξύ, η κατεύθυνση πρόλαβε την κυβέρνηση, «εγκρίνοντας» κάποιους ετερόδοξους υποψηφίους τον Φεβρουάριο του 2015. «Μια κίνηση τακτικής και βιτρίνας με στόχο να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να προστατευθεί η δομική λογική, που παραμένει αναλλοίωτη», θεωρεί ο πρόεδρος της AFEP Αντρέ Ορλεάν, ο οποίος, πριν από λίγο καιρό, επέβλεψε τη σύνταξη του Μανιφέστου για μια πλουραλιστική οικονομία4.
Μένει να εξηγηθεί η ενέργεια που δαπανήθηκε για την υπονόμευση της δεύτερης κατεύθυνσης στην Οικονομία. Εάν οι ετερόδοξοι οικονομολόγοι είναι τόσο κακοί, γιατί δεν τους αφήνουν να φύγουν; Εξάλλου, «για εμάς, το ζήτημα δεν είναι να απορριφθούν οι νεοκλασικές προσεγγίσεις ούτε να αντικατασταθεί μια ηγεμονία με κάποια άλλη, αλλά να επιτραπεί σε όλα τα επιστημονικά ρεύματα να συνυπάρχουν», θυμίζει ο Ορλεάν. Η επίσημη ρητορική επικαλείται τον αγώνα κατά της «βαλκανοποίησης» και τη φροντίδα για ενότητα του κλάδου. Πρόκειται για αδύναμο επιχείρημα, εάν σκεφτεί κανείς ότι η φυσική, η βιολογία, το δίκαιο και η ιστορία καλύπτουν αρκετές κατευθύνσεις. Αναμφίβολα, το πραγματικό κίνητρο είναι λιγότερο ευγενές: «Φοβούνται κυρίως ότι θα δουν τους φοιτητές να αδειάζουν τα μαθήματα μικροοικονομίας, όπου πεθαίνουν από την πλήξη, και θα εγγραφούν σε προγράμματα σπουδών του πλαισίου ‘Θεσμοί, οικονομία, έδαφος και κοινωνία'», εκτιμά η Φλοράνς Ζανί – Κατρίς, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Lille-I. Και πράγματι, οι εγγραφές φοιτητών βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση: σύμφωνα με την έκθεση Οτκέρ, ο αριθμός των εγγεγραμμένων στο πρώτο έτος υποχώρησε κατά 64% μεταξύ 2002 και 20125. Σε σημείο που οι οικονομικές σχολές είναι υποχρεωμένες να συγχωνευτούν με τις σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, οι οποίες θεωρείται ότι προσφέρουν περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες, για να προσπαθήσουν να κρατήσουν αρκετούς φοιτητές.

Στα μάτια του κοινωνιολόγου Λικ Μπολτανσκί, η λυσσαλέα αντίσταση των ορθόδοξων οικονομολόγων εξηγείται διαφορετικά: δίνουν μάχη «για να διατηρήσουν το μονοπώλιο στην έννοια της οικονομίας»6. Δεν ανέχονται ερευνητές που δεν εφαρμόζουν μαθηματικά υποδείγματα και αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των αγορών να μπορούν να μετακομίσουν σε μια κατεύθυνση που θα διατηρούσε τον τίτλο «οικονομία». Όταν ο Τζιοβάνι Ντόζι, Ιταλός ετερόδοξος οικονομολόγος των οργανισμών, έδωσε εργασία του προς δημοσίευση στο «Journal of Mathematical Economics», έλαβε σαφή απάντηση: «Τα οικονομικά υποκείμενά σας δεν μεγιστοποιούν, το άρθρο σας δεν είναι άρθρο οικονομίας, υποβάλετέ το σε μια επιθεώρηση κοινωνιολογίας». Η παρότρυνση πρέπει να διαβαστεί στην κυριολεξία της: οι νεοκλασικοί θέλουν οι ερευνητές των μικρότερων ρευμάτων να μεταπηδήσουν σε άλλους επιστημονικούς κλάδους και να εξαφανιστούν ως οικονομολόγοι.
Κατά κάποιον τρόπο, έχουν δίκιο να το ελπίζουν, καθώς κάτι τέτοιο συμβαίνει ήδη. Ο Μπερνάρ Φριό, για παράδειγμα, πέρασε στην κοινωνιολογία: «Ήμουν επίκουρος στο Νανσί, με διδακτορικό στα Οικονομικά της Εργασίας. Αλλά δεν τολμούσα να πάρω φοιτητές για να κάνουν διδακτορικό μαζί μου, καθώς κάτι τέτοιο θα τους είχε φέρει μεγάλες δυσκολίες πρόσληψης στο πανεπιστήμιο. Πέρασα, λοιπόν, από μετεκπαίδευση στην κοινωνιολογική έρευνα, για να γίνω καθηγητής στην Κοινωνιολογία της Εργασίας στη Ναντέρ», διηγείται ο θεωρητικός του ισόβιου μισθού7. «Εξάλλου, η ζωτικότητα της κοινωνικοοικονομικής έρευνας στη Γαλλία οφείλεται, εν μέρει, στη μετακίνηση οικονομολόγων προς την κοινωνιολογία». Πράγματι, και οι κοινωνιολόγοι Φρανσουά Βατέν και Φιλίπ Στάινερ είναι πρώην οικονομολόγοι. Ο Φρεντερίκ Λορντόν, από την πλευρά του, ειδικός στις κρίσεις, ιδιαίτερα στις χρηματοοικονομικές, μετακινήθηκε προς τον κλάδο φιλοσοφίας του CNRS. «Όσοι έχουν βαρεθεί να τους βάζουν εμπόδια, μεταπηδούν και στη χωροταξία, τις επιστήμες της εκπαίδευσης, τις πολιτικές επιστήμες και τις επιστήμες της επικοινωνίας», συμπληρώνει ο Φλασέ. Ας το γνωρίζουμε: εάν θέλουμε να ακούσουμε οικονομολόγους που να έχουν κάτι να πουν για την κοινωνία, σύντομα δεν θα τους βρίσκουμε στις σχολές οικονομικών επιστημών.

* H Laura Raim είναι δημοσιογράφος

1 Οι τίτλοι αυτοί περιγράφουν τις διάφορες βαθμίδες καθηγητών – ερευνητών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Τον Νοέμβριο του 2014, η κατεύθυνση των οικονομικών επιστημών αριθμούσε 1270 επίκουρους καθηγητές και 536 μόνιμους καθηγητές.
2 «Evolution des recrutements des professeurs de sciences économiques depuis 2000. La fin du pluralisme», Association française d’économie politique (AFEP), Σεπτέμβριος 2013.
3 Δεν πρόκειται για την ίδια διαδικασία με το agrégation du secondaire, με το οποίο μπορεί κάποιος να διδάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
4 André Orléan pour l’AFEP (διευθ.), «A quoi servent les économistes s’ils disent tous la même chose? Manifeste pour une économie pluraliste», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2015.
5 Pierre – Cyrille Hautcoeur, «L’avenir des sciences économiques à l’Université en France», έκθεση προς την υπουργό Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, Παρίσι, 5 Ιουνίου 2014.
6 Luc Boltanski, παρέμβαση στην έκτακτη συνέλευση της AFEP, Παρίσι, 13 Ιανουαρίου 2015.
7 Βλ. Bernard Friot, «Retraites, un trésor impensé», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2010.

Advertisements

Written by antiracistes

Σεπτεμβρίου 28, 2015 στις 4:27 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: