Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Archive for the ‘Αναδημοσιεύσεις’ Category

13η σύνταξη και σε 8.000 πρώην τραπεζοϋπαλλήλους που εισπράττουν προσυνταξιοδοτική παροχή

leave a comment »

13η σύνταξη και σε 8.000 πρώην τραπεζοϋπαλλήλους που εισπράττουν προσυνταξιοδοτική παροχή

Αγγελική Μαρίνου

https://www.insider.gr/eidiseis/oikonomia/113143/13i-syntaxi-kai-se-proin-trapezoypalliloys?fbclid=IwAR1g4ryrSKljoiAiGyF61aI2bcA_SdTiem48g3MV36QotWRi6ILdcjNONsc

Με τρεις βασικές νομοτεχνικές βελτιώσεις ψηφίστηκε χθες από τη Βουλή το νομοσχέδιο των υπουργείων Εργασίας και Οικονομικών για τις 120 δόσεις.
Με τρεις βασικές νομοτεχνικές βελτιώσεις ψηφίστηκε χθες από τη Βουλή το νομοσχέδιο των υπουργείων Εργασίας και Οικονομικών για τις 120 δόσεις.

Σύμφωνα με τις βελτιώσεις του υπουργείου Εργασίας που προστέθηκαν στον νόμο, την 13η σύνταξη δικαιούνται και οι τραπεζοϋπάλληλοι που εισπράττουν προσυνταξιοδοτική παροχή, ενώ αυξάνονται σε 60 (από 40) οι δόσεις για την πάγια διαδικασία συνταξιοδότησης με χρέη.

Η τρίτη βελτίωση έχει να κάνει με την μετάπτωση -χωρίς αίτηση- στις 120 δόσεις, των συνταξιούχων που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, με παρακράτηση των προβλεπόμενων δόσεων από το ποσό της σύνταξης.

Σε ότι αφορά τους τραπεζοϋπαλλήλους που εισπράττουν προσυνταξιοδοτική παροχή, αποφασίστηκε να συμπεριληφθούν, τελικά, στους δικαιούχους της 13ης σύνταξης.

Πρόκειται για 7.000 – 8.000 πρώην υπαλλήλους της Εμπορικής, της Πίστεως και της τράπεζας Αττικής, οι οποίοι εισπράττουν προσυνταξιοδοτική παροχή από το πρ. Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων, μέχρι να συμπληρώσουν τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης που προβλέπει το πρ. ΙΚΑ.

Το ποσό της 13ης σύνταξης θα υπολογιστεί με βάση το μεικτό ποσό της προσυνταξιοδοτικής τους παροχής.

Η αύξηση των δόσεων για τους συνταξιούχους που θα βγουν στο μέλλον στην σύνταξη και θα αποπληρώνουν τις οφειλές τους με παρακράτηση από την σύνταξή τους, «ακουμπά» όσους δεν υπαχθούν έως τις 30 Σεπτεμβρίου στις 120 δόσεις.

Όλοι αυτοί που θα συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον με οφειλές που τους επιτρέπουν την συνταξιοδότηση (έως 20.000 ευρώ στο πρ. ΟΑΕΕ και έως 15.000 ευρώ στο πρ. ΕΤΑΑ), θα μπορούν να τις αποπληρώνουν με παρακράτηση 60 δόσεων από την σύνταξή τους, με ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης τα 50 ευρώ.

Advertisements

Written by antiracistes

Μαΐου 16, 2019 at 10:09 πμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

«Το φιτίλι άναψε στη Σύρο με αφορμή τα… καπίκια» Η Εφημερίδα των Συντακτών7-4-19)

leave a comment »

Το φιτίλι άναψε στη Σύρο με αφορμή τα… καπίκια
Σταύρος Μαλαγκονιάρης

https://www.efsyn.gr/nisides/193022_fitili-anapse-sti-syro-me-aformi-ta-kapikia

Για την αντιμετώπιση των απεργών έφτασαν στη Σύρο 50 άνδρες του λόχου σκαπανέων που πήραν θέση στο βυρσοδεψείο, ενώ έγιναν και συλλήψεις απεργών. Οι εργοστασιάρχες συμφώνησαν να διαθέσουν κεφάλαια, ώστε να πωλείται το ψωμί σε χαμηλότερη τιμή και να αποδυναμωθεί έτσι το επιχείρημα των εργατών για την ακρίβεια.
Η βιομηχανική ανάπτυξη πυροδότησε και τις εργατικές κινητοποιήσεις για τη διεκδίκηση καλύτερων αμοιβών και συνθηκών εργασίας.

Ετσι, οι πρώτες απεργίες στον ελληνικό χώρο έγιναν τον Φεβρουάριο του 1879, στη Σύρο, το μεγάλο βιομηχανικό κέντρο της εποχής, από εργάτες του ναυπηγείου και των βυρσοδεψείων που πέτυχαν τη μείωση των ωρών εργασίας από 12 σε 10 και την καθιέρωση ενός κατώτερου μισθού.

Μάλιστα, στην απεργία των βυρσοδεψών σημειώθηκαν, για πρώτη φορά, και αιματηρά επεισόδια που προκάλεσαν την παρέμβαση στρατιωτικής δύναμης από την Αθήνα.

Το… φιτίλι αυτών των «ξεχασμένων» πρώτων εργατικών αγώνων άναψε μια μεγάλη νομισματική κρίση, αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών παιχνιδιών ορισμένων ισχυρών κεφαλαιούχων που εκτόξευσε τις τιμές σε βασικά είδη διατροφής, μειώνοντας ταυτόχρονα την αξία των χρημάτων των μεροκαματιάρηδων εργατών.

Οι συριανές εφημερίδες της εποχής, παρότι στο σύνολό τους αναγνώριζαν τη σοβαρότητα του προβλήματος, στέκονταν αρνητικά έως και εχθρικά απέναντι στις κινητοποιήσεις ή -στην καλύτερη περίπτωση- τις αντιμετώπιζαν με σκωπτικά σχόλια γράφοντας για παράδειγμα ότι είναι «εν βήμα έτι εις την πρόοδον» (εφημ. «Πατρίς» 17.2.1879).

Η Σύρος, ή πιο σωστά η Ερμούπολις, εκείνη την εποχή παρέμενε το μεγαλύτερο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ισως είχε αρχίσει να χάνει κάτι από την αίγλη της, καθώς η περίοδος της άνθησής της ήταν από το 1850 μέχρι το 1875, αλλά διατηρούσε ακόμα τα πρωτεία της.

Η οικονομική κατάσταση

Ο Τ. Αμπελάς στο βιβλίο του για την ιστορία της Σύρου γράφει ότι τη δεκαετία 1860 – 1870 ο ετήσιος κύκλος της αξίας των εισαγόμενων και εξαγόμενων ειδών έφτασε τα 80 εκατομμύρια δραχμές, τα δε έσοδα του τελωνείου της ξεπερνούσαν κάθε χρόνο τα 2 εκατομμύρια δραχμές.

Αυτή την περίοδο ο συριανός εμπορικός στόλος αριθμούσε 1.466 πλοία, χωρητικότητας 263.604 τόνων, από τα οποία τα 12 ήταν ατμοκίνητα και τα άλλα ιστιοφόρα μικρά και μεγάλα. Σε αυτά εργάζονταν περίπου 11.000 ναυτικοί.

Στο ναυπηγείο είχαν φτάσει να εργάζονται και 1.500 εργάτες, οι οποίοι μοιράζονταν στα διάφορα συνεργεία που αναλάμβαναν το κάθε έργο.

Ακόμα, υπήρχαν 10 βυρσοδεψεία, από τα οποία τα τέσσερα ήταν μεγάλα, με περισσότερους από 800 εργάτες, αλευροποιία, σαπωνοποιεία, σιδηρουργική βιομηχανία, υαλουργείο, εταιρείες υπηρεσιών (ασφαλιστικές εταιρείες, ναυτικά πρακτορεία κ.ά.) (Τ. Αμπελάς, Ιστορία της Νήσου Σύρου, Ερμούπολις 1874).

Αυτά τα χρόνια της ευημερίας, καθώς τα επίσημα νομίσματα του ελληνικού κράτους δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες όλων των επαρχιών, στη Σύρο, με νόμιμη άδεια των αρχών, εισάγονταν κατά διαστήματα κέρματα μικρής αξίας από τη Ρωσία, τα λεγόμενα «καπίκια», και από την Τουρκία τα «ημιγρόσια».

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις τοπικής εφημερίδας της εποχής («Φανός» 6.2.1879), οι ισοτιμίες αυτών των νομισμάτων με τη δραχμή καθορίζονταν αυθαίρετα από τους εισαγωγείς τους και διαφόρους μεταπράτες, κάποιοι από τους οποίους φαίνεται ότι κατείχαν και δημοτικά αξιώματα, με αποτέλεσμα κατά καιρούς, ανάλογα τα συμφέροντά τους, να αυξάνουν ή να μειώνουν την αξία τους.

Μια τέτοια υποτίμηση έγινε τον πρώτο μήνα του 1879, με αποτέλεσμα οι εργάτες που πληρώνονταν με αυτά τα νομίσματα να βλέπουν να μειώνεται η αξία τους στην αγορά και ταυτόχρονα να αυξάνεται η τιμή βασικών αγαθών, με πρώτο το ψωμί. Υπολογιζόταν ότι η απώλεια για τον μεροκαματιάρη εργάτη βυρσοδεψείου ξεπέρασε το 27%.

Οπως ανέφεραν οι εφημερίδες, ένα καπίκι (που αρχικά αντιστοιχούσε σε 40 λεπτά της δραχμής) δινόταν τώρα για 30 λεπτά και ένα ημιγρόσιο από 15 λεπτά είχε μειωθεί στα 10 λεπτά της δραχμής.

Το πρώτο σωματείο

Η πρώτη οργανωμένη αντίδραση ήρθε από τους εργάτες του ναυπηγείου. Αυτοί ίδρυσαν, με συμβολαιογραφική πράξη, και το πρώτο εργατικό σωματείο στην Ελλάδα με τίτλο «Αδελφικός σύνδεσμος ξυλουργών του ναυπηγείου Σύρου».

Σε αυτό πήραν μέρος περίπου 400 εργάτες. Το καταστατικό τους είχε 25 άρθρα και ιδιαίτερη σημασία είχαν τα άρθρα 6 και 7, με τα οποία οι εργάτες κατανέμονται σε τρεις τάξεις που ήταν α) ειδικοί τεχνίτες, β) τεχνίτες και γ) απλοί εργάτες.

Το άρθρο 20 όριζε το ωράριο εργασίας στις 10 ώρες αντί για 12 και το ποσόν του μεροκάματου για κάθε τάξη εργαζομένων, πράγμα πολύ σημαντικό διότι ο ανταγωνισμός που επικρατούσε μεταξύ των συνεργείων μείωνε διαρκώς τα μεροκάματά τους (Γιάννης Κορδάτος: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», εκδόσεις Μπουκουμάνη).

Η απεργία έγινε την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1879, με αποτέλεσμα να σταματήσουν όλες οι εργασίες.

Οι εργολάβοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν για να επιστρέψουν στη δουλειά οι απεργοί. Ομως, πολύ γρήγορα κάποιοι άρχισαν να απολύουν εργάτες για να προσλάβουν στη θέση τους άλλους, που δεν δεσμεύονταν από το κοινό συμβόλαιο ή για να το πούμε διαφορετικά δεν ανήκαν στο σωματείο.

Η νέα απεργία
Για να σταματήσουν αυτές οι ενέργειες χρειάστηκε να γίνει και νέα απεργία, η οποία φαίνεται ότι σταμάτησε γρήγορα, προφανώς διότι οι εργοδότες «ανέκρουσαν πρύμναν» για να μην καθυστερήσουν κι άλλο οι εργασίες (εφημ. «Ερμής» φ. 1.3.1879).

Ομως, μετά τους ναυπηγοξυλουργούς ακολούθησαν οι εργάτες των βυρσοδεψείων.

Τη Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 1879 περίπου 1.000 εργάτες άφησαν τη δουλειά τους στα βυρσοδεψεία και όπως διαβάζουμε στις τοπικές εφημερίδες («Πατρίς» φ. 21.2.1879) βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια εξαιτίας της νομισματικής κρίσης.

Οι εργάτες έφτασαν με πορεία στη Νομαρχία και από εκεί πήγαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου συνέταξαν υπόμνημα με τα αιτήματά τους.
Τα αιτήματα των εργατών

1) Τα ημερομίσθια να πληρώνονται σε νομίσματα της διατιμήσεως (δραχμή)

2) Το ημερομίσθιο να μείνει ως έχει αλλά ν’ αναπληρωθεί η απώλεια του 27%, επιβαρύνοντας εξίσου τον εργοδότη και τον εργαζόμενο.

3) Να καταργηθεί η λεγόμενη «κουτουράδα» (κατ’ αποκοπή συμφωνία για εργασία )

4) Να διανεμηθεί η εργασία, όση και εάν είναι, με τρόπο ώστε άπαντες οι εργάτες να εργάζονται αναλόγως (με σημερινούς όρους θα λέγαμε να μην υπάρχουν εργαζόμενοι πλήρους και μερικής απασχόλησης στον ίδιο χώρο).

5) Να ελαττωθούν οι ώρες εργασίας (10ωρο)

6) Να καταργηθεί η δίωρη κυριακάτικη εργασία, που ονομαζόταν «αγγαρεία» διότι δεν πληρωνόταν.

Οι εργοδότες δεν αποδέχτηκαν τα αιτήματα και ένας απ’ αυτούς, ο Κ. Σαλούστρος, που είχε από τα μεγαλύτερα βυρσοδεψεία, προχώρησε την επόμενη μέρα στη συγκρότηση μιας ομάδας απεργοσπαστών.

Οι απεργοί μόλις είδαν τους απεργοσπάστες ξεσηκώθηκαν. Πήγαν στο εργοστάσιο και απαίτησαν να σταματήσει η εργασία πετώντας πέτρες με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας χωροφύλακας.

Η πρωτόγνωρη «έκρηξη» προκάλεσε κινητοποίηση όλων των αρχών. Επιτόπου έφτασαν ο νομάρχης, ο εισαγγελέας, ο δήμαρχος και ο μοίραρχος (επικεφαλής της δύναμης της Χωροφυλακής), «αλλ’ η βία κατισχύει, το εργοστάσιον κλείεται και οι θέλοντες να εργασθώσι τύπτονται (= χτυπιούνται)». Οι εργοστασιάρχες αρνούνται και να παραλάβουν τα αιτήματα και η όλη πόλη είναι ανάστατη. Στους δρόμους υπάρχουν ομάδες πολιτών και εργατών και κυριαρχεί η συζήτηση για τη νομισματική κρίση και το δίκαιο ή όχι των απεργών.

Την άλλη μέρα, με το πλοίο φτάνουν από την Αθήνα 50 άνδρες του λόχου σκαπανέων υπό τον υπολοχαγό Κ. Παπαδιαμαντόπουλο και αναλαμβάνουν τη φρούρηση του βυρσοδεψείου, όπου πηγαίνουν εργάτες για να εργαστούν. Επίσης, γίνονται ορισμένες συλλήψεις απεργών.

Στο μεταξύ, οι εργοστασιάρχες συμφωνούν να διαθέσουν κεφάλαια, ώστε να πωληθεί την επόμενη μέρα ψωμί σε χαμηλότερη τιμή και να αποδυναμωθεί το επιχείρημα των εργατών για την ακρίβεια του ψωμιού.

Αυτή η κίνηση των βυρσοδεψών δεν θα διαρκέσει για πολύ, καθώς οι αρτοποιοί, ιδιαίτερα κάποιος Γ. Βέλτσος, που ήταν και δημοτικός σύμβουλος, «επένδυαν» στην ακριβή τιμή του ψωμιού.

Τελικά, το δημοτικό συμβούλιο, με μειοψηφία του Βέλτσου και του επίσης αλευροβιομήχανου Ν. Χειλά, αποφασίζει να καταργήσει για ένα δίμηνο τα τελωνειακά τέλη για όλα τα εισαγόμενα άλευρα, προκειμένου να διατηρηθεί χαμηλά η τιμή του ψωμιού.

Παράλληλα, οι εργοστασιάρχες αποδέχτηκαν αρκετά από τα αιτήματα των εργαζομένων, που επέστρεψαν κανονικά στην εργασία τους.

Ωστόσο, το… φιτίλι είχε ανάψει και πολύ γρήγορα οι εργατικές κινητοποιήσεις θα περάσουν στα νέα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, στην πρωτεύουσα και στον Πειραιά.​​​​

Αφωνη η αστική τάξη το 1892
Απεργούν και οι αστυφύλακες

Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, με δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, με μεροκάματα πείνας, δεν άργησαν να φέρουν τις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και στην Αθήνα για να φτάσουμε το 1896 και στην πρώτη κινητοποίηση ένστολων των αστυνομικών!

Η πρώτη εργατική απεργία στην Αθήνα κηρύσσεται στις 21 Ιουνίου 1882 από τους τυπογράφους, αλλά δεν φαίνεται να έχει επιτυχία. Ωστόσο, η αρχή έχει γίνει και λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Ιουλίου, θα ιδρύσουν το πρώτο σωματείο τους, με την ονομασία «Εργατικός Σύνδεσμος Τυπογράφων».

Αξιοσημείωτο είναι το άρθρο 11 του καταστατικού, το οποίο χαρακτηρίζει ως «προδότη» κάθε απεργοσπάστη, προβλέποντας τη διαγραφή του από τον Σύνδεσμο. {Γ. Κορδάτος, ο.π., σελ. 24}.

Από τις υπάρχουσες πηγές προκύπτει ότι από τις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποφασίζουν να μη δουλεύουν την Κυριακή. Γενικά, πάντως, ο Νοέμβριος του 1882 είναι ένας μήνας πολλών απεργιακών κινητοποιήσεων, που προκαλούνται από την αλλαγή του νομισματικού συστήματος στην Ελλάδα.

Στον Πειραιά απεργούν οι εργάτες του μεγάλου μηχανουργείου Βασιλειάδη, που ιδρύθηκε το 1861, των σιδηρουργείων του σιδηροδρόμου, οι καθεκλοποιοί κ.ά. (εφημ. «Αιών» 10.11.1882) και στην Αθήνα οι εργάτες των βιβλιοδετείων, οι κτίστες κ.ά.

Εκείνα τα χρόνια δημιουργούνται διαδοχικά διάφορα εργατικά σωματεία.

Ταυτόχρονα, όμως, αρχίζουν να συσπειρώνονται και οι εργοδότες. Στην Οικονομική Επιθεώρηση (1883, σελ. 305) διαβάζουμε:

«Οι εργάται συνεταιρίζονται προς υπερτίμησιν του ημερομισθίου, τοιουτοτρόπως και οι εργοστασιάρχαι συνενούνται προς υποτίμησιν αυτού».

Ετσι, ιδρύθηκε στην Αθήνα η «Ενωσις των εργοστασιαρχών», ο πρώτος εργοδοτικός συνασπισμός, κάτι σαν πρόδρομος του σημερινού Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων.

Τον Απρίλιο του 1892, με αφορμή την προσπάθεια μείωσης του πενιχρού μεροκάματού τους, έχουμε και την πρώτη απεργία γυναικών στα υφαντουργεία του Ρετσίνα, στον Πειραιά. Συγκεκριμένα, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν για κάθε τόπι πανιού 80 λεπτά, «τοις ανηγγέλθη ότι εις το εξής θα πληρώνονται μόνον 65», έγραψε η «Εφημερίς» του Δ. Κορομηλά.
Η μείωση ήταν δυσβάσταχτη καθώς εκείνη την εποχή «πάντα τα τρόφιμα και λοιπά είδη της απολύτου ανάγκης έχουν υπερτιμηθεί». Ετσι, το πρωί της 14ης Απριλίου, 50- 60 εργάτριες στο δεύτερο από τα τέσσερα εργοστάσια της εταιρείας, όταν τους ανακοινώνεται από τον προϊστάμενο ότι «κατ’ ανωτέραν διαταγήν» θα μειωθεί το μεροκάματό τους, αρνούνται να πιάσουν δουλειά. Ολες μαζί συγκεντρώνονται στη Γούβα του Βάβουλα, στη σημερινή είσοδο του Πειραιά από την οδό 34ου Συντάγματος και ζητούν να δουλέψουν με κανονικό μεροκάματο.

Καθώς, όμως, δεν παίρνουν απάντηση, οι εργάτριες «εν σώματι μετέβησαν εις το κεντρικόν εργοστάσιον της ιδίας εταιρίας ίνα υποβάλωσι τα παράπονά των», όπως έγραψε, την επόμενη μέρα, η εφημερίδα «Καιροί».

Πάντως, όπως πληροφορούμαστε από τις εφημερίδες, η απεργία των εργατριών δικαιώθηκε αφού «το πράγμα διερθώθη εγκαίρως, και […] επανήλθον εις το κατάστημα αναλαβούσαι εργασίαν». Η πρώτη απεργία γυναικών και μια από τις πρώτες απεργίες στην Ελλάδα είχε περάσει στις σελίδες της Ιστορίας του «νεογέννητου» ελληνικού εργατικού κινήματος.

Μια ακόμα πρωτιά, που θα προκαλέσει αίσθηση, σημειώνεται και τον Δεκέμβριο του 1896, λίγους μήνες μετά τη διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Πρόκειται για την πρώτη κινητοποίηση αστυφυλάκων, που έγινε μετά την κατάθεση νομοσχεδίου στη Βουλή, με το οποίο μειωνόταν ο μισθός τους και εξισωνόταν με τον μισθό των χωροφυλάκων. Οπως έγραψε η εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 19.12.1896) δύο ημέρες νωρίτερα οι αστυφύλακες ανέφεραν τα παράπονά τους στους ανωτέρους τους και το μεσημέρι της άλλης μέρας δεν πήγε κανένας στην υπηρεσία του.

«Σημεία των καιρών. Απεργούν και οι αστυφύλακες», τιτλοφορούνταν το σχετικό δημοσίευμα, από το οποίο μαθαίνουμε ότι περίπου 150 αστυφύλακες επισκέφθηκαν διάφορους βουλευτές και ακολούθως επρόκειτο να πραγματοποιήσουν συγκέντρωση στην Ομόνοια.

«Πράγματι δε προ της 4ης ακόμη είχον αρχίσει να προσέρχωνται καθ’ ομάδας οι αστυφύλακες των διαφόρων τμημάτων εις την Ομόνοιαν. […] Εννοείται ότι η παράδοξος διαδήλωσις προσείλκυσε την προσοχήν του πλήθους ποικίλως σχολιάζοντος τα γενόμενα».

Αμέσως, διατάχθηκαν από τον αρχηγό της Αστυνομίας (διευθυντής, ονομαζόταν τότε), Μπαϊρακτάρη, που έμεινε ονομαστός για την πάταξη των «κουτσαβάκηδων» της Αθήνας, οι αστυνόμοι να σπεύσουν να καθησυχάσουν τους αστυφύλακες.

Τελικά, η συγκέντρωση φαίνεται ότι διαλύθηκε και την επόμενη μέρα, καθώς υπήρχε η απειλή μιας νέας συγκέντρωσης των αστυφυλάκων, αυτή τη φορά με τις οικογένειές τους, με την καθοδήγηση του Μπαϊρακτάρη οι ανώτεροι συνέταξαν υπομνήματα με το αίτημα των αστυφυλάκων και προωθήθηκε στον πρωθυπουργό.

 

Written by antiracistes

Απρίλιος 27, 2019 at 6:47 πμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

«Ο συνδικαλισμός τελείωσε. Ας αποκτήσουμε εργατικό κίνημα» Παναγιώτης Σωτήρης

leave a comment »

Τα όσα θλιβερά καταγράφηκαν σε σχέση με το συνέδριο της ΓΣΕΕ αποδεικνύουν την οριστική κρίση μιας εκδοχής «συνδικαλισμού» και την ανάγκη να ανασυγκροτηθεί ένα πραγματικό εργατικό κίνημα. Δηλαδή, από τους ίδιους τους εργαζόμενους για τα δικαιώματά τους

Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ υποτίθεται ότι είναι οι κορυφαίες στιγμές του συνδικαλιστικού κινήματος για τον ιδιωτικό τομέα. Κι όχι ότι δεν υπήρχαν θέματα να συζητήσει η «κορυφαία» συνδικαλιστική οργάνωση! Μήπως δεν είναι ανοιχτό το ερώτημα πώς μπορούν να οργανωθούν αποτελεσματικές κινητοποιήσεις απέναντι σε μια κυβέρνηση που δεν έχει επαναφέρει το καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων, παρότι το υπόσχεται, και απέναντι σε μια εργοδοσία που καλόμαθε σε μεροκάματα πείνας και στην εκμετάλλευση της ανεργίας που παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα;

Δεν θα έπρεπε οι συνδικαλιστικοί «ταγοί» να συζητήσουν για το πώς θα προσελκύσουν στα συνδικάτα τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που, πέραν της ρύθμισης του κατώτατου μισθού, είναι ανυπεράσπιστοι απέναντι στην κυνική δήλωση του κάθε εργοδότη «ξέρεις πόσοι περιμένουν να πάρουν τη θέση σου;»

Για το πώς θα σταματήσει η επέλαση της ελαστικής εργασίας και της μερικής απασχόλησης; Για το πώς θα επανέλθουν αυτονόητα δικαιώματα όπως να πληρώνεται η υπερεργασία ή να αμείβεται η εργασία ανάλογα με το βαθμό ειδίκευσης, δυσκολίας ή επικινδυνότητας που έχει;

Προφανώς, τίποτε από τα παραπάνω δεν έγινε! Αντ’ αυτού είχαμε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ. Σπεύδω να πω ότι δεν παίρνω θέση Ποντίου Πιλάτου σε αυτή την αντιπαράθεση.

Για όποιον γνωρίζει τα καθέκαστα του συνδικαλιστικού κινήματος, οι περισσότερες καταγγελίες του ΠΑΜΕ στέκουν. Όντως η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ θέλει να νομιμοποιήσει συνδικάτα όπου οι εργοδότες καθοδηγούν τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών και υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με συνδικαλιστές που είναι ταυτόχρονα και εργοδότες. Και μόνο το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί λιγότερο από το 15% των ενεργών εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και πως υπάρχουν σωματεία-φαντάσματα που έχουν μόνη «αξία χρήσης» την κάλπη, είναι αρκετό για να φανεί ότι ο στόχος της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ είναι να αναπαράγει τις θέσεις της και τα προνόμιά της, με κάθε κόστος. Από την άλλη, όμως, ούτε η λογική ενός κομματικού συνδικαλισμού λύνει τα προβλήματα.

Βαθιά κρίση
Στην πραγματικότητα όλα αυτά αντανακλούν τη βαθιά κρίση μιας εκδοχής συνδικαλισμού σε όλες τις παραλλαγές του. Ενός συνδικαλισμού που είδε τα συνδικάτα ως πεδία υλοποίησης κομματικών ή/και κυβερνητικών σχεδιασμών, που είδε τους παραταξιακούς συσχετισμούς ως πιο σημαντικούς από τους πραγματικούς συσχετισμούς στους χώρους δουλειάς, που προστάτευσε περισσότερο τα συμφέροντα κομματικών – παραταξιακών γραφειοκρατιών παρά των ίδιων των εργαζομένων.

Ο συνδικαλισμός αυτός όσο μπορούσε να στηρίζεται πάνω στο θεσμικό πλαίσιο του Ν. 1876/90 και να διαπραγματεύεται (στις χειρότερες εκδοχές κάτω από το τραπέζι…) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μπορούσε να εξασφαλίζει κάποιες κατακτήσεις και ένα περιορισμένο πλαίσιο «κανονικότητας» ως προς την εργασιακή συνθήκη. Η ακύρωση στην πράξη αυτού του πλαισίου με τους μνημονιακούς νόμους, αναίρεσε και αυτή τη δυνατότητα.

Και εάν στον δημόσιο τομέα διατηρήθηκε, ακόμη και μέσα στην περίοδο των μνημονίων, κάποια δυνατότητα συλλογικής δράσης, ενίοτε και με αποτελέσματα, στον ιδιωτικό τομέα μια ούτως ή άλλως δύσκολη συνθήκη έγινε απλώς καταστροφική (για την πλευρά της εργασίας).

Όμως, την ίδια στιγμή που υπάρχουν χιλιάδες ανασφάλιστοι εργαζόμενοι, άνθρωποι που δουλεύουν και δεν πληρώνονται για μήνες, άνεργοι που λένε ευχαριστώ για δουλειές των 250 ή 300 ευρώ, οι συνδικαλιστές στη ΓΣΕΕ ασχολούνται με τις… καρέκλες τους! Βασικός τους στόχος εδώ και χρόνια αποτελεί η αναπαραγωγή μιας «γραφειοκρατίας», που στηρίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στις ΔΕΚΟ παρά στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα και που –εκτός των άλλων-– είχε να διαχειριστεί και τις παχυλές επιδοτήσεις που εισπράττει η ΓΣΕΕ ως «κοινωνικός εταίρος».

Σε αυτή την κατεύθυνση ήταν συμπαραταγμένες οι συνδικαλιστικές δυνάμεις και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ από ένα σημείο και μετά. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ ήταν αντίθετες, αλλά δεν ξέφευγαν από τα όρια μιας κομματικοκεντρικής αντίληψης. Άλλες πρωτοβουλίες που υπήρχαν, υπεράσπισης μιας αντίληψης συνδικαλισμού των ίδιων των συνδικάτων, χωρίς κομματικές πλάτες, σε χώρους των υπηρεσιών, του εμπορίου, της ιδιωτικής εκπαίδευσης, των τεχνικών, πλήρωσαν ακριβό τίμημα με την είσοδο στην εποχή του μνημονίου, με εργοδοτικές «μαύρες λίστες» για τους πρωτεργάτες των σωματείων αυτών.

Σε ένα τέτοιο τοπίο, μικρή πραγματικά σημασία για τους εργαζομένους έχει το εάν, πότε, με ποια διοίκηση και με ποιον αστυνομικό κλοιό θα ολοκληρωθεί το συνέδριο της ΓΣΕΕ. Μικρή σημασία θα έχει η σύνθεση μιας διοίκησης τα περισσότερα μέλη της οποίας έχουν πάρα πολλά χρόνια να εργαστούν. Μικρή σημασία θα έχουν οι συσχετισμοί μιας συνομοσπονδίας που σε ολόκληρους τομείς της οικονομίας, εκεί που υπάρχει και η σκληρότερη εκμετάλλευση, δεν εκπροσωπεί –και δεν ενδιαφέρεται να εκπροσωπήσει- σχεδόν τίποτα.

Εάν κάτι μπορεί να δώσει ελπίδα, θα ήταν βήματα προς το να υπάρξει ξανά εργατικό κίνημα. Δηλαδή, συλλογικότητα των εργαζομένων ενάντια στην πολιτική εξουσία και την εργοδοσία. Ανεξάρτητη από κομματικούς σχεδιασμούς αλλά όχι απολίτικη. Χωρίς επαγγελματίες συνδικαλιστές και «απαλλαγμένους». Χωρίς μεγαλόστομα συνθήματα αλλά με πραγματική αλληλεγγύη. Ανοιχτό σε όλους τους εργαζομένους και εργαζόμενες, όποια και εάν είναι η τυπική εργασιακή σχέση τους, και προφανώς και προς τους μετανάστες. Με επίγνωση ότι κατακτήσεις χωρίς θυσίες (και απολύσεις και διώξεις) δεν υπάρχουν πια –όπως δεν υπήρχαν ούτε στις απαρχές του συνδικαλισμού. Αλλά και με πίστη στη δύναμη της συλλογικής αντίστασης.

Σε διάφορους χώρους ξεσπούν έστω και δειλά κινητοποιήσεις. Συνήθως αφορούν διαμαρτυρίες για απολύσεις, μη καταβολή δεδουλευμένων, εργοδοτική αυθαιρεσία που φτάνει έως και ξυλοδαρμούς. Η δημοσιότητα συχνά δεν τις καταγράφει. Όμως, από μία άποψη, είναι πολύ πιο σημαντικές από το πώς θα λήξει το ματς του συνεδρίου της ΓΣΕΕ.

*Πηγή: in.gr

Written by antiracistes

Μαρτίου 22, 2019 at 3:37 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

Η ΛΑΕ για τα γεγονότα του 37ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ

leave a comment »

Η ΛΑΕ για τα γεγονότα του 37ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ

H ΛΑΕ με αφορμή τα όσα έγιναν στο 37ο συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Καλαμάτα, το οποίο αναβλήθηκε και επαναπροκηρύχθηκε μετά από μια συνεδρίαση – «παρωδία» και με «fast track» διαδικασίες, για τις 4 Απρίλη ’19, σε «άγνωστη τοποθεσία», υπογραμμίζει ότι αυτά τα γεγονότα αποτυπώνουν με τον πιο έντονο τρόπο τη βαθιά κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Το συνδικαλιστικό κίνημα του ιδιωτικού τομέα, το οδήγησε μία εξωνημένη, προδοτική για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ηγεσία, η οποία ιδιαίτερα στη μνημονιακή περίοδο, που ήρθαν τα πάνω κάτω και η κατάσταση της εργατικής τάξης χειροτέρευσε δραματικά, η ανεργία εκτινάχτηκε στα ύψη, οι μισθοί έφτασαν στον πάτο, ενώ οι εργασιακές σχέσεις ελαστικοποιήθηκαν και οι κοινωνικές παροχές και η ασφάλιση διαλύθηκαν, επέλεξε την πλευρά της εργοδοσίας και του κεφαλαίου.

Η ηγεσία αυτή δικαιολόγησε τα μνημόνια και στην πιο κρίσιμη στιγμή πέρασε ανοιχτά στο στρατόπεδο των ταξικών αντιπάλων, έγινε προνομιακός συνομιλητής της τρόικα, του ΣΕΒ και όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων της χώρας μας, στο δημοψήφισμα τον Ιούνη του 2015 συντάχθηκε, μαζί με όλο το αστικό οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, ντόπιο και ευρωπαϊκό, με το «ΝΑΙ», ενώ σήμερα πρωτοστατεί στη λεγόμενη «κοινωνική συμμαχία» αναδεικνύοντας την αστική τάξη της χώρα μας ως σωτήρα για την οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Αυτούς δηλαδή, που έφεραν τη χώρα μας στο χείλος του γκρεμού, έκαναν το λαό της επαίτη και τα καλύτερα παιδιά της οικονομικούς μετανάστες.

Οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, που βρίσκονται αγκιστρωμένες στην ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, κατάντησαν την ΓΣΕΕ άδειο κουβάρι και ανυπόληπτη στα μάτια των εργαζομένων και αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους που η σημερινή ΓΣΕΕ δεν εκπροσωπεί ούτε το 10% της εργατικής τάξης και αυτό με καθεστώς εκτεταμένης νοθείας και με σωματεία σφραγίδες. Η ηγεσία αυτή κόπτεται διακαώς να παραμείνει στην ηγεσία, όχι γιατί αγωνιά για τα προβλήματα των εργαζομένων, αλλά για να διαφυλάξει τα προνόμιά της, αφού μετεξελίχθηκε από εργατική οργάνωση σε ΑΕ και διαχειρίζεται εκατομμύρια ευρώ, μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ.

Τα φαινόμενα της νοθείας και της ύπαρξης ακόμα και εργοδοτών μέσα στα συνδικάτα, όπως καταγγέλλεται, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου και τη μοιραία κατάληξη μιας ηγεσίας που έχει ταυτίσει τη τύχη και την ύπαρξή της στον εναγκαλισμό της με την εργοδοσία και το αστικό πολιτικό κατεστημένο της χώρας μας. Γι’ αυτό κάνει τα συνέδριά της σε πολυτελή ξενοδοχεία και τουριστικούς προορισμούς και εσχάτως ζητά και την περιφρούρησή τους από την αστυνομία και τα ΜΑΤ!

Η κατάσταση αυτή όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την τακτική του ΠΑΜΕ, το οποίο ασχολείται με τη ΓΣΕΕ (από συνέδριο σε συνέδριο) και μάλιστα και τότε με απαράδεκτο τρόπο, ενώ στο μεσοδιάστημα ακολουθεί την δική του αντιενωτική και διχαστική πολιτική μέσα στις ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις, αφήνοντας την ηγεσία της ΓΣΕΕ στην «ησυχία» της να κάνει την βρώμικη δουλειά της. Δεν αντιμετωπίζεται επίσης με αποκλεισμούς, πολύ περισσότερο που φαινόμενα νοθείας και αποκλεισμών έχουμε και σε συνδικάτα που ελέγχει το ίδιο.

Δεν αποτελεί διέξοδο στη σημερινή κατάσταση κρίσης και απαξίωσης του σκ να εμφανίζεται το ΠΑΜΕ σαν να θέλει να γίνει ο Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη και να πάρει τα κλειδιά ελέγχου μιας ΓΣΕΕ που έχει καταντήσει συνδικαλιστικό νεκροταφείο.

Η ανάγκη διεξαγωγής ενός αδιάβλητου Συνεδρίου χωρίς αποκλεισμούς, νοθείες και τακτικές αλλοίωσης των αποτελεσμάτων, συνιστά θεμελιώδη δημοκρατική απαίτηση την οποία, όμως, αδυνατούν να υλοποιήσουν οι κυρίαρχες δυνάμεις που επιχειρούν σήμερα να ελέγξουν την ΓΣΕΕ, αφού η νόθευση διαδικασιών και αποτελεσμάτων στις συνδικαλιστικές εκλογές έχει ενσωματωθεί, δυστυχώς στο DNA τους.

Το συνδικαλιστικό κίνημα χρειάζεται σήμερα μια εκ βάθρων ταξική, αγωνιστική, βαθιά δημοκρατική και αντιγραφειοκρατική επαναθεμελίωση, ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με την πιο πλατιά ταξική ενότητα τους να πάρουν στα χέρια τους τα συνδικάτα και την ανασυγκρότηση τους σε νέες αρχές, νέους προσανατολισμούς και με νέα δομή που δεν θα αναπαράγει την γραφειοκρατία, τον παραγοντισμό, τα προνόμια κάστας, την λαφυραγώγηση και την αποξένωση των συνδικάτων από τους ίδιους και εργαζόμενους, οι οποίοι πρέπει να τα πλαισιώσουν μαζικά ως το δικό τους σπίτι και το μεγάλο μετερίζι για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους και της ζωής τους.

Γραφείο Τύπου της Λαϊκής Ενότητας

22/03/2019

 

 

Written by antiracistes

Μαρτίου 22, 2019 at 3:30 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

Υποχώρησε πριν από την απεργία η ΟΤΟΕ: Υπεγράφη η νέα τριετής κλαδική σύμβαση Χωρίς εξασφάλιση για τις θέσεις εργασίας, αλλά και χωρίς μέριμνα για τους «ενοικιαζόμενους» των τραπεζών, η νέα κλαδική Συλλογική Σύμβαση των τραπεζοϋπαλλήλων για την περίοδο 2019-2021 – Ματαιώθηκε η 24ωρη απεργία της Τετάρτης 20/3

leave a comment »

Υποχώρησε πριν από την απεργία η ΟΤΟΕ: Υπεγράφη η νέα τριετής κλαδική σύμβαση
Χωρίς εξασφάλιση για τις θέσεις εργασίας, αλλά και χωρίς μέριμνα για τους «ενοικιαζόμενους» των τραπεζών, η νέα κλαδική Συλλογική Σύμβαση των τραπεζοϋπαλλήλων για την περίοδο 2019-2021 – Ματαιώθηκε η 24ωρη απεργία της Τετάρτης 20/3

 

Με την πλάτη στον τοίχο, αφού σε λίγες ημέρες (31/3) έληγε η μετενέργεια της προηγούμενης κλαδικής σύμβασης, αλλά και χωρίς να δώσει την μάχη της απεργίας που είχε ομόφωνα αποφασίσει για την Τετάρτη 20/3, η πλειοψηφία της ΟΤΟΕ συμφώνησε με τους εκπροσώπους των τραπεζών στη νέα κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των τραπεζοϋπαλλήλων (ΣΣΕ) για την περίοδο 2019-2021.

Η τελική συμφωνία επετεύχθη μεταξύ της ΟΤΟΕ και των εκπροσώπων των τραπεζών, στην πέμπτη συνάντηση των δύο μερών, την περασμένη Παρασκευή, στην οποία, όπως ισχυρίζεται η ΟΤΟΕ σε ανακοίνωσή της (διαβάστε αναλυτικά), «υπήρξε πολύωρη και σκληρή αντιπαράθεση». Μετά την επίτευξη της συμφωνίας, όπως προαναφέραμε, η 24ωρη απεργία που είχε προγραμματιστεί για την Τετάρτη 20 Μαρτίου και αναμενόταν, σύμφωνα με συνδικαλιστικές εκτιμήσεις, να έχει μαζική συμμετοχή, ματαιώνεται.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΟΤΟΕ, οι βασικές διεκδικήσεις που είχε θέσει ο κλάδος έγιναν αποδεκτές και ικανοποιήθηκαν, με σημαντικότερη την αύξηση 2,75% σε βάθος τριετίας για όλους τους τραπεζοϋπαλλήλους (ενώ η εργοδοσία πρότεινε αρχικά μηδαμινές αυξήσεις μισθών και μόνο από το 17ο μισθολογικό κλιμάκιο και πάνω), ενώ, παράλληλα, “ρυθμίστηκαν και άλλα θέματα που αφορούν βασικές ανάγκες των εργαζομένων”.

Στη «βούληση» των τραπεζών οι θέσεις εργασίας
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η ΟΤΟΕ αρκέστηκε στη διατύπωση ότι οι τραπεζίτες εκφράζουν τη “βούληση” για την προστασία των θέσεων εργασίας, όχι δηλαδή τη σαφή τους δέσμευση, την ώρα που έχουν πυκνώσει οι φήμες και τα σενάρια για κύμα απολύσεων και/ή εθελουσίων εξόδων τα επόμενα χρόνια. Εθελούσιες που, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, δεν θα είναι γενναιόδωρες για τους εργαζόμενους που θα εξωθηθούν να τις “αξιοποιήσουν”, υπό το φόβο της απόλυσης.

Μην ξεχνάμε ότι, με βάση τη “βούληση” των τραπεζών, οι εργαζόμενοι στις Τράπεζες έχουν συρρικνωθεί αριθμητικά, με απώλεια 26.000 θέσεων εργασίας, την τελευταία δεκαετία.

Την ίδια ώρα, ενώ δεν υπάρχει ισχυρή ρήτρα απασχόλησης στη νέα σύμβαση, οι απειλές για απόσχιση κλάδων, όπως αυτός των κόκκινων δανείων στην τράπεζα Πειραιώς (απόσχιση που “πάγωσε” μετά τις δυναμικές κινητοποιήσεις των εργαζόμενων), δεν έχουν φύγει από το τραπέζι.

Παραμένουν «αόρατοι» οι ενοικιαζόμενοι
Καθόλου άσχετο με τις αποσχίσεις είναι και το ζήτημα της εργολαβοποίησης: οι τράπεζες δίνουν απλά μία ασαφή υπόσχεση για ανάθεση σε τρίτες εταιρείες μόνο εργασιών που δεν ανήκουν στις “πάγιες και διαρκείς ανάγκες τους”.

Ωστόσο, γνωρίζουμε από τη μέχρι τώρα εμπειρία ότι το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει, με αποτέλεσμα περίπου το 10% των εργαζόμενων στις τράπεζες να είναι “ενοικιαζόμενοι”, δηλαδή δεύτερης ταχύτητας και εκτός της ΣΣΕ, παρ’ ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (βλέπε τα σχετικά δημοσιεύματα του Left.gr).

Για ακόμη μία φορά, δηλαδή, η ΟΤΟΕ αφήνει εκτός της κλαδικής σύμβασης τους “αόρατους” εργαζόμενους, ξεχνώντας ότι η κατάσταση των εργολαβικών εργαζομένων είναι η προβολή της μελλοντικής κατάστασης κάθε τραπεζοϋπαλλήλου στο εγγύς μέλλον, όπως έχει προειδοποιήσει πολλάκις ο Σύλλογος Δανειζομένου Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα (ΣΥ.ΔΑ.Π.Τ.Τ.).

Ίσως γι’ αυτό, η ηγεσία της Ομοσπονδίας δήλωσε, ότι “συνεχίζει τον αγώνα από την επόμενη κιόλας ημέρα” (αφού, βέβαια, απεμπόλησε το όπλο της απεργίας!), δηλαδή αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι για τους μόνιμους και η κατάφωρη αδικία για τους ενοικιαζόμενους παραμένουν.

Άρα, ρωτάμε εύλογα, προς τι οι πανηγυρικές ανακοινώσεις και το κλίμα ευφορίας;

Μειώνεται το ωράριο των συναλλαγών
Στα σημαντικά σημεία της συμφωνίας συγκαταλέγεται η μείωση του ωραρίου συναλλαγών κατά 30 λεπτά την ημέρα, από Δευτέρα έως και Πέμπτη, ωράριο το οποίο διαμορφώνεται ως εξής: από 08.00 έως 14.00, Δευτέρα έως και Παρασκευή.

Το παραπάνω σχετίζεται με τους στοχευμένους ελέγχους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας όλο το προηγούμενο διάστημα (και τις βαριές “καμπάνες”) που ανάγκασαν τις τράπεζες να συμμορφωθούν με την τήρηση των ωραρίων.

Επίσης, σύμφωνα με τη νέα σύμβαση, οι εργαζόμενοι με αναπηρία (ΑμεΑ) θα επιλέγουν τη χρήση του μειωμένου ωραρίου που δικαιούνται, στο χρόνο που τους εξυπηρετεί εντός του ωραρίου ενώ επίσης προβλέπονται, σύμφωνα με την ΟΤΟΕ, ρυθμίσεις κοινωνικής μέριμνας, προστασίας της μητρότητας και της οικογένειας.

https://left.gr/news/ypohorise-prin-tin-apergia-i-otoe-ypegrafi-i-nea-trietis-kladiki-symvasi

Written by antiracistes

Μαρτίου 19, 2019 at 9:02 πμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

Συλλογική σύμβαση; Είναι «αντιδεοντολογική»!

leave a comment »

Συλλογική σύμβαση; Είναι «αντιδεοντολογική»!

Τι καταγγέλλει στο Left.gr η πρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων στην «ICAP Outsourcing Solutions»

 

Όπως έχουμε καταδείξει στον ΦΑΚΕΛΟ του Left.gr, για τους ενοικιαζόμενους – εργολαβικούς εργαζόμενους, τίποτα δεν είναι αυτονόητο, από την απλή τήρηση της εργατικής νομοθεσίας για τα ωράρια, μέχρι τις άδειες μητρότητας, είτε μιλάμε για τον τραπεζικό κλάδο, είτε για τις τηλεπικοινωνίες, τις φαρμακευτικές εταιρείες, τις εταιρείες καλλυντικών, και πολλές ακόμα επιχειρήσεις που αξιοποιούν το καθεστώς της μεσιτείας στην αγορά εργασίας για να υπονομεύουν τα εργασιακά δικαιώματα.

Από τα σημαντικότερα εξ’ αυτών, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), έχουν βρεθεί ξανά στο προσκήνιο μετά την επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων με κυβερνητική παρέμβαση.

Απ’ ότι φαίνεται, όμως, οι ενοικιαζόμενοι θεωρούνται και ως προς το ζήτημα αυτό εργαζόμενοι δεύτερης κατηγορίας. Toυλάχιστον, έτσι κρίνουμε από το «όχι σαν αυτό του Μεταξά» που απάντησε ο Εκτελεστικός Διευθυντής της ICAP Outousrcing Solutions (εκ των μεγαλύτερων «παιχτών» στην ενοικίαση προσωπικού), κ. Θ. Τόλλης, στο αίτημα του Συλλόγου των εργαζομένων στην εταιρεία.

Όπως καταγγέλλει στο Left.gr η πρόεδρος του σωματείου, Β. Χριστοπούλου, ενοικιαζόμενη μέσω της ICAP στην Εθνική Τράπεζα, η ICAP δεν αποδέχεται την υπογραφή συλλογικής σύμβασης, διότι, όπως ανέφερε ο κ. Τόλλης, ο Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΝ.ΙΔ.Ε.Α. (Ένωση Ιδιωτικών Εταιρειών Απασχόλησης) στην οποία είναι πρόεδρος (και στην οποία ανήκουν όλες οι εταιρείες τύπου ICAP), δεσμεύει τα μέλη του να μην συνάπτουν ΣΣΕ αλλά μόνο ατομικές συμβάσεις, με κάθε υπάλληλο. Η ίδια δέσμευση, μάλιστα, ισχυρίστηκε ο κ. Τόλλης, υπάρχει και στον Κώδικα Δεοντολογίας της αντίστοιχης ένωσης στην Ευρώπη (EUROCIETT) στην οποία η ΕΝ.ΙΔ.Ε.Α. είναι μέλος.

Σημειώνουμε ότι στην ιστοσελίδα της ΕΝ.ΙΔ.Ε.Α. είναι ανηρτημένη παλαιότερη έκδοση του Κώδικα Δεοντολογίας η οποία, όπως επισήμανε ο κ. Τόλλης στην πρόεδρο του σωματείου «δεν είναι ενημερωμένη με τις εν λόγω αλλαγές».

Επιστολή στο υπουργείο Εργασίας, βουλευτές και ευρωβουλευτές
Εν ολίγοις, απαγορεύεται από τη «θρησκεία» των σύγχρονων δουλεμπόρων το βασικό δικαίωμα και ο πρωταρχικός στόχος των σωματείων των εργαζομένων. Και με περισσό θράσος το ομολογούν.

Άλλωστε, η ίδια η λειτουργία αυτών των εταιρειών, που «άνθισαν» στην περίοδο του σημιτικού «εκσυγχρονισμού», έχει ως στόχο την παράκαμψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, για παράδειγμα στον τραπεζικό κλάδο: με το πρόσχημα του «έργου», οι Τράπεζες δανείζονται προσωπικό από εταιρείες (βλέπε ICAP) και υπονομεύουν τον θεσμό των ΣΣΕ αφού τις υπογράφουν μεν, δεν τις εφαρμόζουν όμως για το σύνολο του προσωπικού τους. Δημιουργούν υπαλλήλους δύο και τριών ταχυτήτων, πιο εύκολα διαχειρίσιμους. Οι ενοικιαζόμενοι δεν ανήκουν στο σωματείο της τράπεζας, δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση, μετατρέπονται εύκολα σε μερικής απασχόλησης, απολύονται πανεύκολα και ξαναπροσλαμβάνονται με χειρότερους όρους αν χρειαστεί.

Έτσι, όπως αναδεικνύεται από την άρνηση της ICAP, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι που έχει ως βασικό του στόχο τη σύναψη ΣΣΕ και το οποίο προστατεύεται τόσο από το εργατικό δίκαιο, όσο και από το Σύνταγμα της χώρας, δεν αποτελεί δεσμευτικό όρο για μία εταιρεία που απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους και «συνεργάζεται» με μεγάλες επιχειρήσεις (Εθνική Τράπεζα, Vodafone κ.α.).

Στη πραγματικότητα, βέβαια, πρόκειται για εικονικές συμβάσεις εργολαβίας που υποκρύπτουν δανεισμό εργαζομένων, χωρίς όμως αυτοί να αναγνωρίζονται ως δανειζόμενοι, με αποτέλεσμα να μην επωφελούνται από τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις.

Το ζήτημα που προκύπτει με την απάντηση της εργοδοσίας στους εργαζόμενους είναι μείζον και, όπως τονίζει η κ. Χριστοπούλου, το σωματείο ήδη έχει στείλει επιστολή στο υπουργείο Εργασίας αλλά και σε εκπροσώπους της Βουλής και της Ευρωβουλής, ζητώντας απάντηση στο ερώτημα αν είναι νόμιμο να περιλαμβάνονται τέτοιου είδους όροι στον Κώδικα Δεοντολογίας μίας Ένωσης εργοδοτών.

Η αλχημεία για τον κατώτατο μισθό
Και οι αντεργατικές πρακτικές δεν σταματούν εκεί: το σωματείο καταγγέλλει την εργοδοτική μεθόδευση προκειμένου η αύξηση του κατώτατου να είναι χωρίς αντίκρυσμα για τις πραγματικές αποδοχές των εργαζόμενων στην ICAP.

Πώς έγινε αυτό; Το ποσό που στην απόδειξη μισθοδοσίας αναγραφόταν ως «υπερβάλλον ποσό» συρρικνώθηκε τόσο, όσο χρειάστηκε για να συμψηφιστεί η αύξηση στο ποσό του κατώτατου μισθού. Το «υπερβάλλον ποσό» είχε προκύψει με τις τροποποιήσεις των ατομικών συμβάσεων που έλαβαν χώρα το 2011 και 2012, τότε που μη έχοντας άλλη επιλογή αφού δεν υπήρχε ακόμα σωματείο, οι εργαζόμενοι υπέγραψαν χωρίς πολλές αντιρρήσεις οποιαδήποτε τροποποίηση, προκειμένου να μην κινδυνεύσει η θέση εργασίας τους (γι’ αυτό και η πρόεδρος του σωματείου επαναλαμβάνει ότι οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να υπογράφουν τίποτα, αν δεν ενημερώσουν πρώτα το σωματείο τους).

Επιδόματα τα οποία υπολογίζονταν ως ποσοστό του βασικού μισθού εξαφανίστηκαν και στη θέση τους μπήκε το «υπερβάλλον ποσό», το οποίο όμως μπορεί να αυξομειώνεται ανάλογα με τη βούληση της εταιρείας και να συμψηφίζεται με οποιαδήποτε άλλη αύξηση, όπως και έγινε από την 1η Φεβρουαρίου με την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Είπαμε, για τους ενοικιαζόμενους τίποτα δεν είναι δεδομένο…

Πηγή: left.gr

Written by antiracistes

Μαρτίου 8, 2019 at 2:31 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized

Επιτακτική ανάγκη η δημιουργία προοδευτικού μετώπου στα συνδικάτα–Των Χρήστου Γιαμπουράνη και Γιώργου Γώγου*

leave a comment »

Επιτακτική ανάγκη η δημιουργία προοδευτικού μετώπου στα συνδικάτα

Των Χρήστου Γιαμπουράνη και Γιώργου Γώγου*

Στα δύο πρόσφατα συνέδρια, της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ) και του Εργατικού Κέντρου Πειραιά (ΕΚΠ), όσοι βρισκόμασταν εκεί γίναμε μάρτυρες παραλυτικών και διαλυτικών τάσεων στα συνδικάτα. Σήμερα -με δεδομένο πλέον το ότι επανήλθαν οι δύο βασικές αρχές για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ)- θα έπρεπε οι εργαζόμενοι να συζητάμε για το πώς θα διαμορφωθεί ένα διεκδικητικό πλαίσιο δράσης από τα σωματεία και την υπογραφή των ΣΣΕ στους χώρους δουλειάς. Αντ’ αυτού, τα συνέδρια δύο μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που θα έπρεπε να θέτουν ζητήματα οργάνωσης της πάλης των εργαζόμενων, είτε δεν ξεκίνησαν (παρ’ όλο που ήταν προγραμματισμένα) ύστερα από αντιδημοκρατικές και βίαιες παρεμβάσεις συγκεκριμένων παρατάξεων, είτε παρουσιάζουν σημάδια παρακμής και σήψης.

Πρωταγωνιστές αυτού του θλιβερού φαινομένου είναι οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Τι προσπαθεί να κάνει το ΠΑΜΕ; Με ύβρεις, τραμπουκισμούς, φθηνά επικοινωνιακά κόλπα και «κοπτοραπτική» αντιπροσώπων προσπαθεί να κλιμακώσει μια ψευδεπίγραφη αντιπαράθεση με σκοπό να φέρει πάση θυσία τους συσχετισμούς στα μέτρα του.

Απώτερος στόχος είναι να μη βγει στην επιφάνεια η στασιμότητα των δυνάμεών του στα σωματεία και η στρατηγική κατεύθυνσή του για μη υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας προκειμένου να επιβεβαιώσει το αφήγημα ότι δεν έχουν επανέρθει οι συλλογικές συμβάσεις, αδιαφορώντας για τους εργαζόμενους που υποτίθεται πως εκπροσωπεί. Όταν δεν το κατορθώνει αυτό, σταματά δημοκρατικές ανοιχτές διαδικασίες συνδικάτων επιστρατεύοντας τον πειθαρχημένο κομματικό μηχανισμό του και τη γραφειοκρατία που έχει χτίσει μέχρι σήμερα για τέτοιους σκοπούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η φαινομενική αντιπαράθεσή του με την εργοδοσία, στον βαθμό που δεν εστιάζει στην υπογραφή συλλογικών συμβάσεων, αφήνει τους εργαζόμενους ουσιαστικά ανυπεράσπιστους απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάκτηση των χαμένων εργασιακών δικαιωμάτων.

Από την άλλη πλευρά, ο εργοδοτικός συνδικαλισμός δημιουργεί «ανίερες» συμμαχίες μεταξύ των δυνάμεων της ΠΑΣΚΕ και της Δεξιάς με μοναδικό στόχο την αναπαραγωγή των συσχετισμών και των προσώπων που έχουν την κύρια ευθύνη για την απονεύρωση και αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εργοδοτικού συνδικαλιστή είναι ο Δημήτρης Καραγεωργόπουλος, εκλεγμένος με την ΠΑΣΚΕ, απερχόμενος προέδρος στην ΟΙΥΕ και γραμματέας Τύπου της ΓΣΕΕ. Διαπλέκεται απροκάλυπτα με την εργοδοσία, δημιουργεί σωματεία σφραγίδες, επιστρατεύει πληρωμένη περιφρούρηση με μπράβους σε συλλογικές διαδικασίες και, κυρίως, επιχειρεί να μετατρέψει τη ΓΣΣΕ, τις ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα σε γραφεία ευρέσεως εργασίας.

Οι δύο αυτές τακτικές και προσεγγίσεις, παρότι προσπαθούν να παρουσιάζονται αντιπαραθετικές, στην πραγματικότητα μοιράζουν ρόλους σε ένα ψεύτικο δίπολο κρύβοντας επιμελώς τη συμφωνία τους ενάντια στην υπογραφή συλλογικών συμβάσεων. Το πραγματικό δίπολο που αναδεικνύεται στη συγκεκριμένη συγκυρία είναι από τη μια οι δυνάμεις όσων παλεύουμε για υπογραφή ΣΣΕ, διαφάνεια, δημοκρατία, ενεργή και ισότιμη συμμετοχή εργαζομένων στα συνδικάτα, και από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις που είτε εξυπηρετούν εργοδοτικά συμφέροντα προσβλέποντας σε ιδιοτελή οφέλη είτε αυτοανακηρύσσονται σωτήρες και υπερασπιστές των εργαζομένων υπονομεύοντας στην ουσία τις προσπάθειες υπογραφής ΣΣΕ για κομματικό όφελος.

Τους τελευταίους μήνες υπάρχουν παραδείγματα σωματείων, όπως στην ναυτιλία, στον τουρισμό, στις μεταφορές (ΣΣΕ στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ και στο υπαλληλικό προσωπικό στον ΟΛΠ), στους κούριερ, στο ραδιόφωνο (ΕΤΕΡ), στον επισιτισμό και στο τρόφιμο, που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν σε πολύ καλό επίπεδο οικονομικά και θεσμικά ζητήματα. Τα παραδείγματα συνδικάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω προέρχονται από τη βάση διαφορετικών συνδικαλιστικών παρατάξεων, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις αγωνίζονται με κεντρική στόχευση την υπογραφή ΣΣΕ. Στους χώρους αυτούς, οι συνάδελφοι που έχουν την ευθύνη των σωματείων δίνουν λύσεις και προοπτική στους συναδέλφους τους και η εμπλοκή τους στα συνδικάτα είναι αποτελεσματική. Αυτό δίνει με πραγματικούς όρους ορίζοντα και ελπίδα στους εργαζόμενους, ενώ παράλληλα το συνδικαλιστικό κίνημα και τα συνδικάτα βγαίνουν κερδισμένα γιατί ανακτούν την αξιοπιστία τους στα μάτια των εργαζομένων. Η προσέγγιση αυτή είναι που μπορεί να αντιμετωπίσει τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα και παράλληλα να εμπνεύσει τους εργαζόμενους να συμμετέχουν ενεργά στα συνδικάτα μακριά από λογικές ανάθεσης, βάζοντας στην άκρη τους «μεσάζοντες» των αιτημάτων τους.

Στην κοινωνία, όμως, αυτά τα ψευτοδιλήμματα δεν έχουν καμία θέση. Ήδη διαμορφώνονται οι συμμαχίες που εδράζονται σε δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές αντιλήψεις για πολλά ζητήματα (δικαιώματα, εθνικά θέματα, δημοκρατία, εργασία κ.λπ.). Η μια συμμαχία είναι η ευρεία δημοκρατική – προοδευτική που αρχίζει να συγκεντρώνει ανθρώπους προερχόμενους από διαφορετικές, ίσως, ιδεολογικές αφετηρίες -με διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο και διαφορετικό ενδεχομένως όραμα για την κοινωνία-, αλλά έχει συνδετικό κρίκο την αντίδραση στον ολοκληρωτισμό, την εθνοκαπηλία και τις διακρίσεις και την ανάγκη υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας.

Η άλλη συμμαχία, η εργοδοτική και συντηρητική, συσπειρώνει το κομμάτι εκείνων που θέλουν την παλινόρθωση του παλιού πολιτικού προσωπικού και επιχειρεί να επαναφέρει όλες τις σχέσεις διαπλοκής υιοθετώντας τις νεοφιλελεύθερες συνταγές για την οικονομία και τη διάλυση της εργασίας σε συνδυασμό με την ακροδεξιά, ξενοφοβική ατζέντα.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία τα συνδικάτα είναι απολύτως απαραίτητα να ξαναπαίξουν τον ρόλο τους και να συσπειρώσουν τους εργαζομένους με κατεύθυνση ένα προοδευτικό – αγωνιστικό μέτωπο στην εργασία που θα απαντάει τόσο στο μηδενιστικό όσο και τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

* Ο Χρήστος Γιαμπουράνης είναι μέλος του Δ.Σ. του Εργατικού Κέντρου Αθήνας και ο Γιώργος Γώγος μέλος του Δ.Σ. του Εργατικού Κέντρου Πειραιά

 

http://www.ergasiasimera.gr/?p=10656&fbclid=IwAR34fLXsjFAszgm2yFq_dEuCIrbZ2yrGEioZ5gTjUMeqiRjose0IGn5nuEI

 

 

Written by antiracistes

Μαρτίου 3, 2019 at 12:33 μμ

Αναρτήθηκε στις Αναδημοσιεύσεις, Uncategorized