Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Archive for the ‘Κοινωνιολογία’ Category

«Public policy and social responses to privatization: A comparative analysis of Banking Sector and Public Utilities Reform in Greece» by Athanasios Tsakiris and Manto Lampropoulou

leave a comment »

189th International Conference
Manchester Metropolitan University 14-16 April 2014

«Public policy and social responses to privatization:
A comparative analysis of Banking Sector and Public Utilities Reform in Greece»

ATHANASIOS TSAKIRIS, PhD, Adjunct Lecturer, National and Kapodestrian University of Athens, Political Science & Public Administration Department

PhD, National and Kapodestrian University of Athens
Visiting Research Fellow, University of Peloponnese, Department of Political Science and International Relations

Privatization is a process of transferring property rights, assets, institutions, firms and operations from the ownership and control of the state to the private sector . During the 1990s, both socialist modernizers as well conservatives and neoliberals alike favorized the privatization policy in Europe and America. Privatization took various forms and was implemented through different tools and methods, mostly through selling state-owned companies to private investors. Privatization programmes included public enterprises, such as public utilities (e.g. telecommunication, electricity and water companies), banks, insurance and other financial sector firms and manufacturing companies. The policy was “justified” by its followers using a variety of real or exaggerated problems. As well, the motives, the goals and the type of privatization differed. In some instances, the purpose was to develop better functioning of publicly owned companies, since in many cases nationalized enterprises either had become overindebted or/and associated with poor service to the users of these companies. Sometimes governments transformed state-owned enterprises that were previously monopolies in their sectors into semi-private or private enterprises operating in deregulated and liberated competitive markets. In other cases, in order to finance new services or research and development (R&D), the governments used the policy of privatization for raising new capital either for the companies or for the state’s budget in times of public spending constrains. Last but not least, many public services that were offered through state agencies (in-house services such as IT, facilities management) are now being contracted out.
Along with the economic and productive activities transferred to the public sector, privatization touched some of the core social functions of government. The effect of neoliberalism and economic globalization is closely related to these developments. Governments are attacking the welfare state and its institutions, the viability of which is questioned. The ability of multinational corporations and financial institutions to transfer monetary assets from country to country pushes conservatives and socialdemocrats to reduce social spending and to create “market-friendly” policies privatizing even pensions and social security programs such as medicare and medicaid in order to keep the investments of multinational enterprises in the domestic economy. Moreover, these governments impose measures such as tax reductions for enterprises, easing of inflation pressures, improvement of public agencies’ quality and efficiency, abolishing bureaucratic structures etc. . Globalization is accelerating and capital is searching for profitable new markets with cheap labor and low taxes urging the elected governments to shrink or even abolish social state provisions. Thus, privatization can be conceptualized as a retreat of both the economic and the social functions of the state.
In Greece, privatization policies were initiated in early the 1990s, as part of the broader project of state reform. Privatizations were implemented mostly through the selling of shares of state-owned entities to private investors and individuals. Two major areas of reform were the banking system and the public utilities. In the past twenty years, most of the state-controlled banks were privatized and many utility companies entered the Stock Market. At the same time, these sectors were gradually liberalized under the single market pressures. Until the late 1990s, the financial industry was further deregulated following the principles and provisions of the Second Banking Directive of the EU and telecommunications and electricity markets were prepared to open to competition. The current economic crisis placed the privatisation programme at the top priorities of the government’s agenda and accelerated the ongoing reforms. Privatization policies produced various social and political reactions, which were expressed through the reaction of the affected groups, in particular, trade unions, pressure groups, social movements and the citizens as users of the privatized services. These actors opposed to varying degrees the politics of the privatization process and supported alternative ways of rebalancing the public-private boundary.

Read the whole text here tsakiris_lampropoulou_final_manchester2014

Written by antiracistes

16 Μαρτίου, 2015 at 1:39 μμ

Η ίδρυση της ΟΤΟΕ (του Θανάση Τσακίρη)

leave a comment »

Απόσπασμα από τη διδακτορική διατριβή του Θανάση Τσακίρη

3.2.5 Η ίδρυση της ΟΤΟΕ

Μέσα σε αυτή την συγκυρία της ανοικοδόμησης του ελληνικού καπιταλισμού μετά τον Β΄Π.Π. και τον Εμφύλιο Πόλεμο και στα πλαίσια της ταχύρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης – συσσώρευσης κεφαλαίου και της αναδιοργάνωσης του τραπεζικού συστήματος, ιδρύθηκε το 1955 η ΟΤΟΕ ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συντονισμένη δράση των Συλλόγων εργαζομένων που ήδη λειτουργούσαν σε κάθε Τράπεζα.
Ένα ερώτημα που τίθεται μονίμως στη μέχρι τώρα συζήτηση είναι το κατά πόσο κοινωνικά στρώματα των υπαλλήλων (white-collar workers – κοινώς αποκαλούμενοι και «χαρτογιακάδες»), όπως οι εργαζόμενοι στις τράπεζες, δηλαδή, είναι ευεπίφοροι στη συλλογική οργάνωση και διεκδίκηση. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η αντίστοιχη συζήτηση γίνεται στα πλαίσια της προσέγγισης των οργανωμένων σχέσεων μέσα από ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων, δηλαδή ότι οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν σημαντικότατο μηχανισμό ένταξης των μαζών στην πολιτική.
Οι γενικού χαρακτήρα απαντήσεις ερμηνεύουν το συνδικαλισμό των μη χειρωνακτών εργατών ως έκφραση ταξικής ταυτότητας είτε ως συνέπεια της υποβάθμισης της μισθωτής υπαλληλικής απασχόλησης και των όρων με τις οποίες πωλείται στην αγορά η μισθωτή υπαλληλική εργασία είτε ως το συλλογικό κίνημα μιας νέας εργατικής τάξης που βασίζεται στις «μεταβιομηχανικές» τεχνολογίες και αγορές.

Η μελέτη που παρέμεινε κλασική στο είδος της και αποτέλεσε αναφορά για κριτική συζήτηση του θέματος είναι αυτή του G. Bain. Άσκησε κριτική στις «κοινωνιολογικές απόψεις» που τόνιζαν την υποβάθμιση του μεσοταξικού χαρακτήρα των υπαλλήλων ή την εμφανιση νέων κοινωνικών δυνάμεων, συσχετίζοντας ουσιαστικά τα πρότυπα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλληλικών στρωμάτων με την ταξική θέση τους˙ αντιθέτως, επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στις συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς, των θεσμών και της πολιτικής που αποτελούν παράγοντες εμφάνισης και ανάπτυξης του νέου τύπου συνδικαλισμού σ’ αυτά τα στρώματα. Από μαρξιστική σκοπιά ασκήθηκε κριτική στις απόψεις του Bain ότι θεωρεί ουσιαστικά την ανάπτυξη του συνδικαλισμού σ’ αυτά τα στρώματα ως απλό αποτέλεσμα της κυβερνητικής παρεμβατικής ρυθμιστικής δραστηριότητας και όχι ως έκφραση των κοινωνικών αντιθέσεων και της πάλης των τάξεων. Η οπτική που προέρχεται από το πεδίο των «βιομηχανικών σχέσεων» τονίζει ότι δεν έχει σχέση η ταξική θέση με τα πρότυπα συνδικαλιστικής οργάνωσης αλλά ο τρόπος ρύθμισης της θέσης εργασίας (job regulation). Αντιθέτως, η μαρξιστική κριτική των «βιομηχανικών σχέσεων» τονίζει ότι η ταξική κατάσταση αυτών των στρωμάτων είναι αμφίσημη και, κατά συνέπεια, αυτή η αμφισημία-αβεβαιότητα εκφράζεται στα πρότυπα συνδικαλιστικής εκπροσώπησής τους. Η αμφίσημη αυτή σχέση με την συνδικαλιστική οργάνωση –αν δεν συνυπολογίσουμε άλλους παράγοντες στην ανάλυση- διαφαίνεται καθαρά σε πολλές περιπτώσεις όπου συγκρούεται η επιθυμία των υπαλλήλων να απεργήσουν για τη διεκδίκηση της ικανοποίησης αιτημάτων και η επιθυμία του καθενός ξεχωριστά να διεκδικήσει με ατομικό, και όχι συλλογικό, τρόπο την ιεραρχική του άνοδο.

Σε άλλες έρευνες τονίζεται η επίπτωση των αλλαγών στους χώρους εργασίας, της εργασιακής σύγκρουσης και της αντίστασης στους κρατικά επιβαλλόμενους μισθολογικούς περιορισμούς που αυτά τα στρώματα θεωρούν ότι αντίκεινται στη λογική της βάσει προσόντων αμοιβής, με συνέπεια να πυκνώνουν οι γραμμές των συνδικάτων τους. Σημαντική επίσης είναι η αντίληψη περί καριέρας που διαμορφώνουν τα στρώματα αυτά με αποτέλεσμα να επιβάλλουν στη στοχοθεσία των συνδικάτων τους μια διαφορετική αντίληψη από αυτήν που διαπερνά τα συνδικάτα των βιομηχανικών εργατών που είναι πολύ πιο εξισωτική. Όπως θα δούμε τα ελληνικά συνδικάτα –και στην περίπτωσή μας οι σύλλογοι εργαζομένων στις τράπεζες- θέτουν συχνά στόχους που αφορούν την ιεραρχία στους χώρους εργασίας και, εμμέσως, τον έλεγχο των εργαζομένων πάνω στο αντικείμενο της εργασίας τους. Από την άλλη, όπως είδαμε, για μεγάλο χρονικό διάστημα η εισαγωγή νέας τεχνολογίας επέβαλε νέους όρους εργασίας. Η νέα τεχνολογία μείωνε τη διακριτική ευχέρεια των υπαλλήλων, ιδιαίτερα του γκισέ, να αντιμετωπίζουν τις απαιτήσεις των πελατών με ξεχωριστό τρόπο και, κατ’ αυτό τον τρόπο, υποβάθμιζε την εργασία ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων. Τα στοιχειώδη προσόντα που χρειάζονταν πια ήταν η υπακοή στους ρυθμούς του ηλεκτρονικού υπολογιστή που λειτουργούσε με τη μορφή δικτύου. Η λογική του δικτύου περιόριζε τις κινήσεις των εργαζομένων (tellers) σε πληκτρολόγηση ενός συγκεκριμένου αριθμού εντολών. Οι tellers με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα εξυπηρετούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό απαιτητικότερων πλέον πελατών, οι οποίοι έχουν επίγνωση των προσφερομένων δυνατοτήτων λόγω της απελευθέρωσης των αγορών και της εντεινόμενης ανταγωνιστικής πίεσης των ιδιωτικοποιούμενων τραπεζών και των πάσης φύσεως ανταγωνιζόμενων χρηματοοικονομικών οργανισμών που διεκδικούν την πελατεία των μεγάλων δημόσιων τραπεζών. Οι σύλλογοι υπαλλήλων των τραπεζών

Αλλ’ ας δούμε αναλυτικότερα το χρονικό της ίδρυσης και δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα. Ειδικά στις μεγαλύτερες Τράπεζες του κλάδου, Σύλλογοι Εργαζομένων ανέπτυξαν σημαντική δραστηριότητα πολλά χρόνια πριν την ίδρυση της Ομοσπονδίας (Σύλλογος Εργαζομένων– ΣΥΕΤΕ – ιδρύθηκε το 1917 στην Εθνική Τράπεζα, στην Τράπεζα Ελλάδος το 1929, στην Αγροτική Τράπεζα το 1932, στην Τράπεζα Αθηνών το 1934, στην Εμπορική Τράπεζα το 1945 και στην Ιονική το 1948).

Στην κατοχή δημιουργήθηκε η «Επιτροπή Συνεργασίας των Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων». Το πρωτόκολλο συνεργασίας που υπογράφηκε στις 8 Ιουνίου 1942 τόνιζε ότι η ΕΣΤΟ σκόπευε στην προστασία και προαγωγή των Οικονομικών και Επαγγελματικών συμφερόντων των τραπεζοϋπαλλήλων και θεωρούσε αναγκαίες τη συναδελφική αλληλεγγύη και την κοινή δράση για να επιτευχθεί το ποθούμενο αποτέλεσμα. Σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η «εξασφάλιση τροφής».
Κατά τη διάρκεια των μετακατοχικών χρόνων και, ιδιαίτερα, εν μέσω εμφυλίου πολέμου, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες διεκδικούσαν δυναμικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, παρά και ενάντια στις συκοφαντικές δυσφημήσεις που εξαπέλυαν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους και η εργοδοσία. Αυτοί συνήθως απεικόνιζαν τους τραπεζικούς υπαλλήλους ως «προνομιούχους», κάτι που επιχειρήθηκε ξανά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Η πρώτη τραπεζοϋπαλληλική ομοσπονδία (ΟΥΕΤ- Ομοσπονδία Υπαλλήλων Ελληνικών Τραπεζών) ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1950 από τα συνδικάτα εργαζομένων στην Τράπεζα Αθηνών, την Ιονική, την Εμπορική, τη Λαϊκή. Σ’ αυτή συμμετείχαν ο Εθνικός Παντραπεζικός Σύλλογος και ο Σύνδεσμος Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης. Η ΟΥΕΤ στις αρχές του Ιουνίου 1951 κατέβηκε σε απεργία διαρκείας για το θέμα των αμοιβών που είχαν καθηλωθεί λόγω έλλειψης νέων συμβάσεων (ίσχυε η συλλογική σύμβαση του 1937) και του πληθωρισμού. Όμως η Ομοσπονδία αυτή είχε περιορισμένη εμβέλεια, στο βαθμό που η πλειοψηφία των Τραπεζοϋπαλλήλων ανήκαν σε συνδικάτα που δεν ήταν μέλη της (Σύλλογοι Εθνικής, Ελλάδος, Αγροτικής κλπ). Οι τελευταίοι εκπροσωπήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΕΤΟ).
Στο μεταξύ είχε αρχίσει ένας κύκλος συγχωνεύσεων τραπεζών με πρώτη αυτή μεταξύ της μεγαλύτερης ελληνικής τράπεζας (Εθνική) και της κατά πολύ μικρότερης Τραπέζης Αθηνών. Αυτός ο κύκλος θα έκλεινε μερικά χρόνια αργότερα με τη συγχώνευση της υπό αγγλικό έλεγχο Ιονικής Τράπεζας (η αρχαιότερη τράπεζα στο νεοελληνικό κράτος) με την Λαϊκή Τράπεζα υπό την ηγεσία του Στρατή Ανδρεάδη και τη δημιουργία του Συγκροτήματος που αποτέλεσε για αρκετές δεκαετίες το μεγάλο ανταγωνιστή της δημοσίων συμφερόντων ΕΤΕ.
Το 1955, μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ των προέδρων όλων των Συλλόγων εργαζομένων στις Τράπεζες, συμφωνήθηκε η ίδρυση της ΟΤΟΕ, με μέλη τους σημαντικότερους συλλόγους εργαζομένων της εποχής. Πώς έφτασαν τα πράγματα ως εκεί; Στις αρχές του ίδιου χρόνου πραγματοποιήθηκε μια σειρά συσκέψεων στα γραφεία του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Αθηνών. Σ’ αυτές συμμετείχαν εκπρόσωποι από πρωτοβάθμιους συλλόγους προσωπικού των τραπεζών και των οργανισμών κοινής ωφέλειας. Στόχος των συσκέψεων ήταν να συγκροτηθεί ένα συντονιστικό σχήμα που θα ωθούσε την ηγεσία της ΓΣΕΕ να πάρει θέση απέναντι στην εργοδοτική και την κυβερνητική πολιτική και να ταχθεί υπέρ της αγωνιστικής διεκδίκησης των εργατικών αιτημάτων. Ως τότε η ηγεσία της ΓΣΕΕ έδινε συνεχώς «πίστωση χρόνου» στις κυβερνήσεις χωρίς να σημειώνονται ουσιαστικά αποτελέσματα. Αντιθέτως, κάθε Πρωτομαγιά οργανωνόταν μια εκδήλωση υπέρ του Κυπριακού Αγώνα που κορυφωνόταν με συγκέντρωση στις θρησκευτικές δεήσεις που γίνονταν στη Μητρόπολη Αθηνών. Το συντονιστικό σχήμα που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία των συλλόγων των τραπεζών Ιονική, Λαϊκή, Αθηνών και του Εθνικού Παντραπεζικού Συλλόγου με τη συμμετοχή του Συλλόγου Εμπορικής Τράπεζας και των συλλόγων των οργανισμών κοινής ωφέλειας (εκτός του Συλλόγου της Εταιρείας Υδάτων) αποφάσισε να οργανώσει πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στις 8/5/55 με σκοπό την έναρξη αγώνα για την αποκατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, τον εκδημοκρατισμό των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τη διεκδίκηση ενιαίων μισθολογικών αυξήσεων και συνθηκών ζωής και εργασίας.
Ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΟΤΟΕ, το καλοκαίρι του 1956, ξεσπά η πρώτη μεγάλη απεργία στο χώρο των τραπεζών με αφορμή το «ασφαλιστικό», που αποτελεί και το μεγαλύτερης σημασίας πρόβλημα που ταλανίζει τους εργαζόμενους. Η ξαφνική απόφαση της κυβέρνησης ΕΡΕ-Καραμανλή, στα μέσα Αυγούστου, να προβεί σε συγχώνευση όλων των ταμείων στο ΙΚΑ συνάντησε την άμεση αντίδραση της ΟΤΟΕ που σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Ηλεκτρισμού και Κοινής Ωφέλειας και την Ένωση Λιμενεργατών ΟΛΠ προέβησαν σε απεργιακή κινητοποίηση που νέκρωσε τις τράπεζες, τις συγκοινωνίες, και το λιμάνι. Αξίζει να επισημανθεί ότι, παρά το γεγονός ότι στην ηγεσία της ΟΤΟΕ συμμετείχαν συνδικαλιστές προσκείμενοι στην παράταξη του Μακρή, δεν περίμεναν την απόφαση της ΓΣΕΕ και η απόφαση για την απεργία ελήφθη ομόφωνα από την Εκτελεστική Γραμματεία της ομοσπονδίας.
Η καθολική συμμετοχή στην απεργία καθώς και η διαπραγματευτική δεινότητα των ηγετικών στελεχών της ΟΤΟΕ και των άλλων Ομοσπονδιών είχαν θετικό αποτέλεσμα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που δείχνει το τι μπορεί να καταφέρει ένα κοινωνικό κίνημα στις κρίσιμες στιγμές είναι ότι όχι μόνο ακύρωσε την πολιτική της κυβέρνησης αλλά και ότι οι συνδικαλιστές-διαπραματευτές υπαγόρευσαν στον υπουργό Εργασίας το κείμενο της ανακοίνωσης της ίδιας της κυβέρνησης.
Στα κρίσιμα, λοιπόν, χρόνια της διαμόρφωσης της ελληνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στις τράπεζες, βλέπουμε ότι όχι μόνο οργανώνονται συνδικαλιστικά οι υπάλληλοι του κλάδου, αλλά πολλές φορές μπαίνουν στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών και γενικότερης πολιτικής σημασίας αγώνων (Κατοχή, Κυπριακό κ.α.). Με άλλα λόγια, τηρουμένων των αναλογιών και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη αρνητική πολιτική συγκυρία της περιόδου δεν φαίνεται να επιδεικνύουν κάποιον ιδιαίτερο σκεπτικισμό στη συνδικαλιστική συμμετοχή και εκπροσώπησή τους, ούτε απουσιάζουν από τις μεγάλες αγωνιστικές και απεργιακές κινητοποιήσεις, παρ’ όλα που αυτά τα χαρακτηριστικά συνοδεύτηκαν και από αρνητικές τάσεις (συντεχνιασμός, ιεραρχικές και τεχνοκρατικές αντιλήψεις κ.α.)

Written by antiracistes

22 Νοεμβρίου, 2012 at 7:52 πμ

Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα (1974-1993), του Θανάση Τσακίρη

leave a comment »

Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα (1974-1993)Διαβάστε τη διατριβή εδώ:

Written by antiracistes

22 Νοεμβρίου, 2012 at 7:21 πμ

«Greek bank employees’ “rebellion” against social security reform in Greece: A reborn social movement?» Πρακτικά Συνεδρίου Alternative Futures and Popular Protest, Manchester Metropolitan University (30/3/05-1/4/05).

leave a comment »

tsakiris manchester 2005 26 feb 2005

PhD, Political Science and Public Administration
National and Kapodistrean University of Athens

«Greek bank employees’ “rebellion” against social security reform in Greece: A reborn social movement?»

Alternative Futures and Popular Protest, Manchester Metropolitan University (30/3/05-1/4/05).

“The measures proposed by the government for encountering the social insurance problem will dramatically shrink and curtail the insurance rights of the working people as well as the contents of Social Insurance. The nature of these measures consists in collecting and taxing; they are one-sided and they affect only the working people and the pensioners. No further support by the state’s budget or the employers is anticipated. These measures are doomed to face the workers’ total opposition by and to fail passing through the parliament”. (Statement by Mr. D. Kouselas, Chairman of the Executive Committee of the Hellenic Bank Employees’ Federation-OTOE, 19.4.2001)

The beginning of the 21st century found Greece in the midst of an open economic and social crisis on the verge of saltation into a political crisis. The socialist government of Kostas Simitis having exhausted all possible political weapons capable of persuading the majority of the population to continue providing its voting support to PASOK (Pan Hellenic Socialist Movement) could not constrain the oppositional tendencies that were gaining ground even between its own rank-and-file members. The above-mentioned statement made by Mr. Kouselas is indicative of the strong antithesis between the government and its most friendly supporters among PASOK’s member that composed the modernising fraction of the party. The socialist government’s fate to lose the general elections of March 2004 was predetermined when its attempt to reform the social security system during the first half of 2001 provoked an unparalleled worker rebellion. This rebellion caused the dismissal of the Minister of Labour and Social Security, Mr. A. Giannitsis, in the government reshuffle that followed.

The social insurance issue is a long-standing problem affecting all aspects of the Greek society and economy, much more so Greek politics. Historically, Greek governments did not develop a reliable social security system that could have been integrated in a wider social welfare state. The need of the ruling classes to integrate as many patron social groups as they could into the political – electoral system so that the working class and its allies could not mobilise against the established capitalist mode of production has lead to the formation of a distinct type of welfare state. This type of welfare state is characterised by inequalities in all its main fields of activity, e.g. maintenance of costly insurance funds that do not pay living pensions to the retirees or do not provide adequate health services to the people. Some social groups pay more contributions to the social security system than others and enjoy higher pensions or health services than others. Moreover, there are differences in the interior of many industries. The banking industry is the best example in this case. Employees of the central Bank of Greece pay fewer contributions and enjoy higher pensions or health services compared to employees of private banks. The absence of a coherent strategy on the part of the state, the political parties, and the trade unions makes thing worst. In such a historical political setting we must add the economic and social factors that have contributed to this outcome. Factors such as the requirements of private and state capitalist enterprises to keep down labour costs (wages, salaries and contributions to the social security system) had driven thousands of workers off the social security system (immigrants to foreign countries) or to self-employment and small enterprises using flexible forms of employment (temporary and leased workers, part-timers, outsourcing, unpaid family members) as well as non-insured immigrants from other countries (e.g. Asia, Africa, Eastern Europe). On the other hand, the male breadwinner family-centred social structure plays a significant role in determining this outcome by depriving the system of crucial financial resources due to the late entrance of women and young people in the labour market. Combined the high levels of unemployment this social and economic situation creates a “dependency discourse” as more and more citizens are pushed to the social periphery being supported economically by the labour of less working citizens.

During the 1990s the social insurance system’s crisis was worsened. According to studies published by the Labour Institutes of OTOE and GSEE (General Confederation of Greek Workers) the main reasons aggravating the crisis were the following:
1. Demographic problems.
Greek society is growing old very fast. The following table shows that until 2050 the dependency ratio of people over 65 years old will be more than doubled as percentage of the population between 15 and 64 years old. This means that in the same way worker contributions will decline causing the financing asphyxiation of social insurance funds unless the governments and the dominant social classes pay their dues and legalise all immigrants.

Year Total Population of Greece Population over 65 years old Ratio of old-aged people over 65 as percentage (%) of the population between 15 and 64 years old
2000 10,307,535 1,881,429 27.180
2002 10,350,872 1,924,510 27.792
2004 10,394,391 1,967,590 28.404
2006 10,438,094 2,010,666 29.016
2008 10,481,980 2,053,738 29.628
2010 10,526,050 2,096,803 30.240
2012 10,562,923 2,147,641 31.032
2014 10,579,830 2,193,447 31.824
2016 10,584,062 2,235,797 32.616
2018 10,579,829 2,275,582 33.408
2020 10,562,908 2,311,621 34.200
2022 10,531,243 2,361,034 35.352
2024 10,499,673 2,409,114 36.504
2026 10,468,197 2,455,897 37.656
2028 10,436,816 2,501,417 38.808
2030 10,405,529 2,545,708 39.960
2032 10,388,882 2,624,261 41.814
2034 10,379,534 2,702,592 43.668
2036 10,376,420 2,780,653 45.522
2038 10,376,524 2,857,722 47.376
2040 10,377, 043 2,933,029 49.230
2042 10,377,977 2,982,718 50.472
2044 10,379,326 3,031,759 51.714
2046 10,381,090 3,080,180 52.956
2048 10,383,271 3,128,004 54.198
2050 10,385,867 3,175,257 55.440
Source: Robolis S., Romanias G., and Maryios V. (2001) Actuary Study of the Social Insurance System in Greece, Athens: INE GSEE-ADEDY
2. Unemployment. High unemployment rates –both in Greece and the rest of Europe have been contributing to the undermining of the social insurance system.
(in thousands) LABOUR FORCE
1975 3230 3280 1.5
1976 3235 3296 1.9
1977 3262 3318 1.7
1978 3276 3337 1.8
1979 3311 3375 1.9
1980 3356 3451 2.8
1981 3529 3674 3.9 61.1
1982 3501 3718 5.8 60.8
1983 3540 3846 8.0 63.4
1984 3552 3868 8.2 63.3
1985 3589 3893 7.8 62.2
1986 3601 3887 7.4 61.8
1987 3597 3884 7.4 61.2
1988 3657 3961 7.7 61.8
1989 3671 3967 7.5 61.5
1990 3719 4000 7.0 60.9
1991 3632 3933 7.7 59.3
1992 3685 4035 8.7 60.8
1993 3720 4118 9.7 61.2
1994 3790 4193 9.6 61.9
1995 3824 4249 10.0 62.7
1996 3872 4318 10.3 63.5
1997 3854 4294 10.2 63.2
1998 3967 4446 10.8 64.1
1999 3940 4463 11.7 64.5
2000 3946 4437 11.1 64.5
2001 3917 4362 10.2 63.5
Source: Labour Force Study: National Statistics Agency of Greece (ESYE)

These two problems are exogenous reasons that affect the funds’ “maturing” as shown in the table below.

Total of agencies under the competence of the Ministry of Labour and Social Insurance ΙΚΑ Farmers Insurance Organisation (OGA) Professionals and Craftsmen Fund (TEBE) Public
1975 3.53 3.92 3.34 2.57 0.62
1980 3.16 4.04 2.44 2.99 0.89
1985 2.89 3.43 2.29 3.12 1.10
1990 2.50 2.82 1.72 3.99 0.82
1994 2.31 2.49 1.58 4.01 0.92
Source: Social Budget 1975-1995

As for the bank employees’ funds this ratio was close to that of public employees. Especially for the National Bank’s Employees Special Fund the ratio amounted to 1.75 while for the other special funds (Agricultural Bank, Ionia Bank, Bank of Greece and National Bank for Economic Development) to 1.
3. Blocking of funds. Emergency Law No.1611/1950 provides that “the insurance funds’ surpluses are deposited in the Bank of Greece, which is obliged to channel these surpluses through the commercial banks into the progress and development of Greek industry and commerce.” The lending interest rate was extremely low compared to the interest rate for the financing of the funds (e.g. the funds deposited their reserves to the Bank of Greece at an interest rate 5.5% between 1951 και 1983, 8% after 1983, 13.5% in the mid ’90s, but meanwhile the inflation was running at double or/and triple rates and the funds were financed at an interest rate amounting to 18.5% in 1986). It was estimated that IKA had been deprived of financial resources amounting to 450 billion drachmas (in current prices). This law is still in force. Moreover, the funds have been given the right (L. 2042/1992) to invest 20% of their existing reserves in stocks (60%) and in real estate (40%). Law No.1902/1990 provides the opportunity to the funds to create their own funds or to participate in the existing ones as well as to contract with Mutual Funds Management Limited Companies. As a result, the employees’ contributions were to be accumulated, capitalized, and invested in the money market. Besides that, we must mention that the funds’ real estate assets were granted or leased to third parties at unacceptably low rates.
4. Since 1956 all governments avoided the statutory trilateral (state-employers-employees) funding of the social insurance system.
5. The exercise of social, national and developmental policies through the insurance funds. The Greek State granted non-compensating pensions to Greek origin refugees from Egypt, Turkey and Romania without paying the necessary amounts provided for by the state budgets.
6. Contribution payment evasion and exemptions. Industrialists and other employers have been evading paying contributions to the system. Their debts to IKA amounted to more than 1.76 billion euros annually. Even state-controlled agencies and organizations owe more than 3.8 billion euros to IKA; moreover, the state settled to pay its debts in 15 annual installments at the rate of 2%.
7. The organizational fragmentation of the social security system.
8. The bureaucratic operation of the funds due to the anachronistic legal framework and the management of the funds by administrations appointed by the governments.

Successive governments tried to impose policies that were supposed to solve the viability problem of the insurance system. Under the pretext of “iniquitous deficits” of the social security funds these governments promoted the capitalisation of the funds’ reserves and the reductions of benefits aiming at the establishment of a minimum mandatory public pension forcing the employees to invest their insurance contributions in private insurance firms. The funds were impelled to operate as private financial investors placing their reserves either in mutual funds or in high-risk securities as we mentioned above. Through a series of laws the governments of ND (1990-1993) had already cut out many of the social rights of workers and pensioners (e.g. retirement of mothers with minors after 15 years of insured work, retirement limits for those that had entered the labour market and the insurance system after 1993). After the electoral overthrow of ND from the government, PASOK did not cancel the laws passed by ND, thus showing that its policies would follow suit. In 1998 the modernisers that had taken over PASOK and the Simitis government passed a new law that aimed at curtailing a series of pensions (widowhood, subsidiary pensions, etc.), at limiting health expenses, at the gradual liberalization of the funds’ asset management etc. What seemed to differentiate PASOK’s governmental policies than those of the ND governments was that PASOK initiated a new process for policy making and its legitimisation. This new process was called “social dialogue”. Although “social dialogue” is a long-standing policy making process in EU countries it was formally initiated as official EU policy procedure with the Maastricht Treaty. In the Greek case where pressures to incorporate the trade union movement in the economic and political system were always hard during the socialist governments’ domination the social dialogue took the form of tripartite discussions between state, employers and employees and especially with the creation by law in 1994 and development of the Social and Economic Committee (OKE). The parties of the left, mainly KKE and the left wing of Synaspismos, did not consent to the tripartite cooperation and took to the streets many times in the late 1990s for various issues such as labour relations, overtime pay restrictions, social security etc. Even ND did not consent to many of the policies decided by the social dialogue bodies due to the pressures of their voters. Most of the meetings were between PASOK’s ministers and PASOK’s trade unionists along with the employers’ representatives (mainly the industrialists of the Hellenic Industries Association-SEB).

These socio-economical conditions formed the structural constraints upon the working class people who had to work hard in order to achieve a minimum living income both during their working lives and retirement.

There were a lot of factors contributing to the “rebellion” of Greek workers and bank employees in the conjuncture during which it went off. Let us see the main ones. First of all, it was a time when the political skills of the Prime Minister Mr. K. Simitis and his modernising social-democratic government had been worn off and could not be used any more for the manipulation of the public opinion. Neither was the governing party able to mobilise its rank-and-file in order to support the government. The goal of the previous governmental tenure, that is the incorporation of Greece to the European Monetary Union (EMU), had been achieved. The once “catch-all” political party named Pan Hellenic Socialist Party (PASOK) had become a “cartel party” which depended on the state and the mass media for its survival. Its new governmental tenure could not be justified electorally to millions of members and voters that had voted for the party in order to secure or/and advance their social rights in front of the threat of right-wing neoliberalism that was purported to be represented by ND.

On the other hand, both the major and the minor opposition parties were in a state of a long wait recognising the government’s initiative (mainly the major opposition party of “New Democracy”). The minor parties of the left opposition (Communist Party of Greece/Kommounistiko komma Hellados, and Coalition of Left and Progress/Synaspismos tis Aristeras kai tis Proodou) were fighting against each other for the political-ideological hegemony upon a shrinking political audience, and then we must bear in mind that these two parties are promoting totally different ideological-political agendas which cannot be matched together in a coherent political plan.

In such a setting the trade union movement had to take into account more factors in order to restructure its agenda and its organization. Moreover, it was a time when the political consensus on the issues of economy such as destatisation/privatisation of previously public utilities etc was mounting. The programmatic differences between the two mainstream parties PASOK and ND were not essential and they did not have to do with structural socio-economic and political but with secondary or cultural issues, such as EU funds appropriation or the separation of the state from the church. Both parties were now operating under the agenda of neoliberal or social-liberal capitalist restructuring.

The governmental proposals

According to the Ministry of Labour and Social Security, its proposals would not bring about any changes to the general retirement ages, social security contributions, state funding, public nature and rationale of the social security system, or conditions for retirement with regard to entitlement to minimum pensions. Effectively, the following four changes had been proposed:
• The statutory age for entitlement to a pension was at that time 65 years for all those have been employed and covered by social security for the first time since 1/1/1993. For those employed and covered by social security before this date, the official retirement age was 65 for men and 60 for women, though their real age of retirement was 61.5 years for men and 58.5 years for women. The government proposed that the existing retirement ages should, after a transitional period of over five years, also come into effect for those insured people to whom they did not at that tme apply, with any necessary exceptions.
• At that time, the «replacement ratio» of pensions for those employed for the first time before 1993 was 80% of their previous purchasing power. However, it was only 60% for those employed for the first time since 1993. The government proposed that the 60% replacement ratio be applied to all pensioners.
• The minimum pension was then GRD 124,300 (364.8 euros) per month for those who have performed 15 years of paid work covered by social security, and were aged 65 or above. The government proposed a gradual reduction of the minimum pension to GRD 67,875 (199.2 euros) per month starting from 2007, to be partially offset in some cases by an additional benefit like the Benefit of Social Solidarity for Pensioners (EKAS) – for example, where the pensioner has no other means and otherwise would face extreme poverty.
• Changes to the structure of the social insurance system.
The proposed regulations are to be applied to:
• all social insurance bodies;
• all insured people, without discrimination between those insured before 31 December 1992 and after 1 January 1993; and
• men and women, without discrimination on grounds of gender.

Against these governmental proposals the working class and the overwhelming majority of public and private employees revolted with so much passion for the first time since the fall of the dictatorship.

The Hellenic Bank Employees’ Federation’ objective at that time (Resolution of the 26th Congress that was held on October 2000) was to create a United Bank Employees Insurance Fund (E.T.A.T.) with the following characteristics:
1. Independent-autonomous fund, which shall operate either as an association or a public entity.
2. Representatives from the banks, the employees and the pensioners would consist the management of the Fund. The Fund’s Articles of Association could be amended only with the consensus of both sides (employees – banks).
3. The banks would undertake the responsibility to guarantee this Fund.
4. Contributions and donations would be bilateral (employees – employers) and at a ratio 1/2.
5. The age limits and the pensions level should be those decided by the employees at the referendum held in 1992.
6. The existing funds’ assets would come under the authority of the United Bank Employees Insurance Fund (E.T.A.T.)
7. It would be based on three principles: similar contributions, similar benefits, and similar preconditions.
8. The Fund would involve all bank employees without any discriminations or distinctions.

The Fund would operate taking as a model the Funds of the Commercial Bank of Greece and Alpha Bank, which means that:
1. it would pay the whole pension (main and subsidiary) to its pensioners-members, immediately after their retirement on the terms and conditions provided in its Articles of Associations. For example, if an employee retires at the age of 56 he would receive immediately his/her pension (main and subsidiary) from the Fund.
2. When this employee reaches the retirement age limit required by the Social Security Foundation (IKA-controlled by the State), e.g. at the age of 60, IKA would pay to him/her or to the Fund the main pension that he/she is entitled to by IKA.
3. Thus, the employee will still receive the same pension but the ETAT will be disburdened by the part of the main pension that IKA will pay.


What made more than 150,000 working people rally round the trade unions and participate in demonstrations, protests, and even riots. It was quite a surprise to see so many people taking to the streets although only a few months ago the majority of them had voted once more for the governing party approving its previous policies regarding the social insurance issues? Or, when these same people did not participate in the day-to-day procedures of trade unions as compared to the past decades? Was this “rebellion” a result of a regular return of the working people to “collective action”? There could be a lot of answers to these questions.

One of the popular themes of mainstream political sociology stresses the individualization of social and political life and the end of the social classes. The result is the decrease of union density and membership. G. Paschos assumed that it is not correct to stress that there is a regular comeback of collectivity and politicisation: “[T]he government’s proposals for the funds’ deficits and the reform of the miserly insurance system came up against marginal insecurities of a great number of insured and retired citizens. These proposals exceeded some limits (…) and functioned as a fuse mobilising thousands of fellow citizens.” This means that the government’s attack “against our social security rights was not conceived as a social annoyance” but, on the contrary, the attack was “individualised diversely” and conceived as “a personal abuse of the core of the private”. It follows that the individualisation of the threat destabilised personally every individual and that the individual’s risk was an exogenous imposition. One of the new qualitative features of the mass reaction of the workers which exceeded the constraints set by the circumstances was that the “individualised conception of the threat divides and, at the same time, binds the people”. The collectivity that resulted was not a “collectivity of solidarity” because what was mobilised was nothing more than an “privatised collectivity” that does not go into sensitivities and common fronts for the securing of social rights” and does not seem “to engraft collective action with endurance, duration and density”. Suchlike solidarity that was demonstrated through the mobilisations was nothing else than a “stage”. This new type collectivity corresponds to “the laws of the market and to a renewed individualism”. In such a context, “the privatised insecurities do not easily come upon” and when they “come upon publicly, even in the form of an aggregation of individuals of the same homeopathy” they may sometimes go further and be more successful compared to the hollow partisan disputations, without though being able to provide a fair and rational social security system that may stand out against neo-liberalism. We should be cautious with views that erase social aggregates, such as the working class, from the political and social playing field. Of course, neither do government policies automatically create long-lasting social movements nor a few mass demonstrations and strikes amount to an overcome of the crisis of traditional trade unionism that is a current issue in both the political and the scientific fields.

From the perspective of a rational choice approach presented by K. Featherstone, G. Kazamias and D. Papadimitriou, the pension system had become a huge fiscal burden on the state, threatening Greece’s position in the European Union. Moreover, its gross inequalities of provision and bureaucratic inefficiency were symptoms of the embedded “clientelism” and “disjointed corporatism” that stood in the way of the government’s self-proclaimed ‘modernization’ programme. In the event, though EMU entry requirements empowered the reform momentum, a combination of the strategic weakness of key actors and the entrenched opposition of sectoral interests dissipated the initiative. The failure suggests the relevance of the wider social setting to reform: in particular, the weakness of the technocratic community and the relative absence of a supportive ‘advocacy coalition’, beyond the dominance of the “party state”. Faced with criticism, the political leadership sought to protect their electoral position and postponed pressing decisions . Although this point of view writes off parts of the realities, e.g. the fact that Simitis’s government was this time challenged by the national confederation (GSEE) supported by its famous Labour Institute (INE/GSEE), which had already studied the proposals and had their counter-proposal ready to be published.

It could be said that certain policies might be more vulnerable to popular labor protest than others. D. Gravaris and M. Spourdalakis argue that PASOK’s policies on the social insurance issue were intervening in the output of the insurance system, that is pension levels and retirement limits whilst ND’s policies were intervening in the input side of the system, that is financial contributions to the system. Workers could tolerate a small reduction of their salaries in order to finance the system. Moreover the ND governments, especially in 1992, treated the so-called “influential unions” with more cautiousness compared to the social security funds of the private sector of the economy. The government of ND passed Law 2084/92 which exempted strong union funds from the overall It was not so easy for them to accept reductions of the already low pensions or to stay in a non-compensating labor market for a longer time span. PASOK’s successful record in taming the labor movement could not be sustained any more. That was the paradox. ND had dealt with the pension issue with more cautiousness than PASOK, despite the latter’s more “populist” or “corporatist” policies.

Common opinion surveys show that this view can be based upon data from empirical research. Some figures are indicative:
“What do you consider as the greatest problem that you face nowadays?” 17,5% of the respondents regarded that the most serious problem was the threesome one “insurance-pensions-care” followed by the threesome problem “excessive work hours/violation of legal work hours/arbitrary changes” that was conceived as most significant by 14% of the responders. “Individualism/competition/bad relations between employees” ranked eighth with only 2.3% of the responders selecting it a most significant problem”. In addition, it is the respondents who belong to the “45-54” age category that regard the insurance problem as the most serious one followed by those that belong to the 35-44 age category. This means that the employees belonging to most productive ages are those who are anxious about the pension system and its future and who are the majority of the working people.

Moreover, 50,1% of the respondents considered the pensions that the pensions being paid today by their insurance funds are rather satisfactory as against 19,5% of the respondents who believe that pensions are somewhat satisfactory. 40.8% of the respondents answered that they were somewhat informed on the pensions issue as against 29,4% of the respondents who answered that they were informed enough while 17,9% of the respondents were not informed at all and 9,7% very well informed. It is equally interesting that 49,4% of the respondents are rather anxious about the prospect of financing their pensions, 26.2% were very anxious as against 17.3% who answered that they were rather confident, 2.8% who were very confident. Another interesting question that supports the above opinion is on “after how many insurance years do you think it is right to retire and receive a pension?” 42.6% of the respondents think that they must retire after of 30 insurance years, as against 28,5% that thing that it is right to retire after 35 insurance years. Moreover, 19.3% of the respondents thought that 25 insurance years are sufficient and 8.5% answered that 20 insurance years are enough. To the question “at what age do you think it is right to retire and receive a pension?” 33.9% responded that they must retire at the age of 55, 23.9% at the age of 60, 20.3% at the age of 50, 7.6% at 45, 6.6% without age limit, 4.2% at 65, and 4.2% without reference to age. Another interesting figure of the survey is that on an aggregate level bank employees are not satisfied by their working conditions, their salaries and their work futures: 42.1% dissatisfied, 35% fully satisfied, and 19,5% rather satisfied. Taking into account that these employees will retire during the next two decades and that the privatization and destatisation policies will speed up in European countries and in Greece one could appreciate the reactions of the majority of the employees of state-controlled banks (National Bank, Agricultural Bank, Commercial Bank) as well as other small private banks who answer that are dissatisfied with their salaries and their future work prospects. On the contrary, low dissatisfaction levels are expressed by employees of large private banks perhaps due to the fact that their employees are aware of the circumstances and they do not feel as vulnerable as their colleagues in state-controlled banks are. Last but not least, bank employees believe that there must be a uniform solution to the social insurance problem that will be appropriate to all bank employees 82.4% as against 14.7% who believe that there must be different solutions according to the specific conditions of each separate bank). The only reaction to a uniform solution derives from the employees of the Bank of Greece whose insurance regime is a product of early struggles and is known to be the model for all other banks.

As we can make out from the above survey data, this “rebellion” was a condensed expression of severe discontent among a dynamic part of the employees that could not be controlled easily through traditional collective action in a routine negotiation process similar to that of a collective agreement covering issues such as wages and salaries or working terms and conditions. The mobilization of the employees’ dissatisfaction against governmental policies on the insurance issue was a good chance for all the working people who did not usually participate in internal procedures of trade unions to voice their thoughts and feelings superseding the bureaucratic structures of their representative associations.

Written by antiracistes

31 Οκτωβρίου, 2012 at 1:42 μμ

Ιστορικά σφηνάκια – 1792: απεργία τσαγκαράδων στην πόλη της Φιλαδέλφειας

leave a comment »

Οι έμμισθοι τεχνίτες υποδηματοποιοί  της πόλης της Φιλαδέλφειας στις ΗΠΑ δημιουργούν το πρώτο μόνιμο τοπικό σωματείο (The Federal Society of Journeymen Cordwainers) και κηρύσσουν απεργία ενάντια στη μείωση της αμοιβής για κάθε ζευγάρι παπούτσια που παράγουν. Η απεργία ηττήθηκε και το σωματείο αποδιοργανώθηκε αλλά δεν διαλύθηκε και το 1805 ξανασυμμετείχε σε μακρόχρονη απεργία.

Aaron BrennerBenjamin DayImmanuel Ness (2009) The Encyclopedia of Strikes in American History. NY: M.E.Sharp.

Written by antiracistes

28 Αυγούστου, 2012 at 10:29 πμ


leave a comment »




του Θανάση Τσακίρη

(…) Το καλοκαίρι (3-7-79) και εν μέσω της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης, μια απόφαση για απεργία διαρκείας εκπλήσσει τους πάντες. Οι τραπεζικοί υπάλληλοι αρνούνται να θεωρήσουν ορθή την εκτίμηση της κυβέρνησης ότι με την αλλαγή ωραρίου θα επιλυθεί το πρόβλημα. Η κρίση αυτή ως επακόλουθη της πρώτης του 1973 είχε επιφέρει σοκ στις δυτικές οικονομίες που άρχιζαν να ζουν με την κρίση. Η τιμή του βαρελιού είχε φτάσει τα 80 δολάρια ΗΠΑ και η αποσταθεροποίηση της οικονομίας ήταν ορατή.[1] Η αύξηση του κόστους παραγωγής, η αύξηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων καθώς και η αύξηση της τιμής των εισαγομένων αγαθών προκαλούσαν την αντοχή των λαϊκών και εργατικών τάξεων και στρωμάτων.[2]  Η αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής οικονομίας επέβαλλε την ανάγκη στροφής σε πολιτικές αυστηρής λιτότητας τόσο στο επίπεδο της δημόσιας όσο και σ’ αυτό της ιδιωτικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. Έτσι, η γενικότερη εισοδηματική πολιτική που τελικά ακολουθήθηκε είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ονομαστικών αυξήσεων στις κατώτατες και μέσες αποδοχές που ισοδυναμούσαν με ελαφρά μείωση των πραγματικών αποδοχών (και λόγω φορολογίας) ενώ στη βιομηχανία οι αυξήσεις στις πραγματικές αποδοχές ήταν οριακές.[3]    


Κι έτσι ενώ όλα έδειχναν ότι η χώρα όδευε προς μια περίδο εργασιακής ειρήνης, αφού τα σημαντικότερα προβλήματα των τραπεζικών είχαν λυθεί ή θα τους δινόταν σύντομα λύση, ξαφνικά η κυβέρνηση αιφνιδιάζει με τα μέτρα για το ενεργειακό Το Γ.Σ. της Ο.Τ.Ο.Ε. αποφάσισε αμέσως απεργία διαρκείας.


Την επόμενη μέρα όλα τα υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα ήταν έρημα. Η συμπαράσταση από όλες τις οργανώσεις ήταν εντυπωσιακή. Μπροστά στην απεργία διαρκείας η κυβέρνηση έθεσε σε λειτουργία τους σκληρούς κατασταλτικούς μηχανισμούς προβαίνοντας στην επιστράτευση του 15% του προσωπικού των Ελληνικών τραπεζών με βάση το Νόμο 17/1974 περί πολιτικής επιστράτευσης˙ τελικά μετά από δύο 24ωρα ακύρωσε  την απόφασή της.


Η ΟΤΟΕ. κατηγόρησε την κυβέρνηση για αυθαίρετη και αντισυνταγματική συμπεριφορά και αποφάσισε τη λήξη της απεργίας, ώστε να μην δώσει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να κηρύξει επιστράτευση. Οι τράπεζες επαναλειτούργησαν στις 12-7-79, χωρίς όμως να έχει κλείσει το θέμα. Η ΟΤΟΕ προσέφυγε σε όλες τις διεθνείς οργανώσεις για να καταγγείλει το μέτρο της επιστράτευσης. Η ETUC (Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων) με επιστολή της που απέστειλε στην ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε για τον αυταρχικό τρόπο με τον οποίο επέβαλε το νέο ωράριο ζητώντας της να αναθεωρήσει την απόφασή της και δήλωσε την αλληλεγγύη της στην απεργία των τραπεζοϋπαλλήλων, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να κινήσει την κοινή γνώμη εναντίον των τραπεζοϋπαλλήλων. Σε ενδειξη καλής θέλησης και ότι είναι έτοιμη για διάλογο χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα, η ΟΤΟΕ ανέστειλε προγραμματισμένες απεργίες και απέσυρε την προσφυγή της στο Συμβούλιο της Επικρατείας για το ωράριο. Η απόφαση αυτή δεν ήταν ομόφωνη. Δυνάμεις προσκείμενες στην ΕΣΑΚ και την εξωκοινοβουλευτική και ανεξάρτητη αριστερά πρότειναν απεργία διαρκείας αντί της αναθεώρησης του απεργιακού προγράμματος.[4] Αντίθετα, η κυβέρνηση ενώ αρχικά έδειξε καλή διάθεση, μετά σκλήρυνε τη στάση της. Ενώ στη συνάντηση που είχε ο υπουργός Εργασίας με τον γενικό γραμματέα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (FIET) κ. H. Mayer είχαν φανεί μερικά σημεία συνεννόησης, ξαφνικά η κυβέρνηση έδωσε τόνο σκληρό. Αυτό ανάγκασε και τον κ. Mayer με τηλεγράφημα να χαρακτηρίσει την στάση αυτή «απαράδεκτη συμπεριφορά». Σε άμεση απάντηση συνεκλήθη έκτακτο Γενικό Συμβούλιο της ΟΤΟΕ και αποφάσισε τα εξής:

  • Να πάρει μέρος ο κλάδος στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις των άλλων συνεργαζομένων οργανώσεων.[5]
  • Με επιστολή στον υπουργό εργασίας να χαρακτηριστούν προσβλητικές οι θέσεις του επί των αιτημάτων του κλάδου.
  • Να αποσταλεί κλιμάκιο τραπεζικών στο εξωτερικό με αποστολή την καταγγελία των μέτρων εναντίον του κλάδου.
  • Να ενταθούν οι προσπάθειες της Ομοσπονδίας για την αποκατάσταση του συμβατικού ωραρίου.

Επίσης η ΟΤΟΕ πραγματοποίησε την προγραμματισμένη απεργία της 20-21 Σεπτεμβρίου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την:

  • ανακοπή της προώθησης των θεμάτων τους επειδή πραγματοποιήθηκε απεργία για το λόγο αυτό.
  • υπαναχώρηση της κυβέρνησης από τη συμφωνία που υπέγραψε με την Ο.Τ.Ο.Ε. τον Απρίλιο, με αίτημα την άμεση εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
  • άσκηση εκβιασμού με τη φράση «εργασιακή ειρήνη για την προώθηση θεμάτων», απαιτώντας την άμεση εγκατάλειψη αυτής της τακτικής γιατί πλήττει το δικαίωμα της απεργίας και εμφανίζει την κυβέρνηση να εκδικείται τους εργαζόμενους που διεκδικούν ικανοποίηση των αιτημάτων τους.
  • αδιάλλακτη εμμονή της κυβέρνησης στην άρνηση του ουσιαστικού διαλόγου με τους τραπεζοϋπαλλήλους για τις συνθήκες εργασίας τους, απαιτώντας την εγκατάλειψη της τακτικής των «τετελεσμένων γεγονότων» και ηθικών εξαναγκασμών.


Εκείνο το στοιχείο όμως που χαρακτήρισε τελικά την τακτική της ηγεσίας της ΟΤΟΕ ήταν η προτροπή προς τους εργαζόμενους να αψηφήσουν το «διαφορικό ωράριο» και να φεύγουν από την εργασία στις 3:30 αντί στις 4:30. Αυτή η προτροπή ακολουθήθηκε από πολλούς εργαζόμενους που κατήργησαν στην πράξη το ωράριο αλλά στοίχισε στην ΟΤΟΕ τη δικαστική κατηγορία της «ανυπακοής προς τις αρχές». Προστέθηκε όμως στο ρεπερτόριο[6] των τακτικών του συνδικαλιστικού κινήματος η «πολιτική ανυπακοή».[7]


Στις 9 Αυγούστου οι επιτροπές για τη ΣΑΔΕΟ, η ΕΦΕΕ, η ΕΣΕΕ και άλλες εργατικές και πολιτικές οργανώσεις μαζί με την ΟΤΟΕ διοργάνωσαν πανεργατική συγκέντρωση στα Προπύλαια του Πανεπιστημιου Αθήνας. Η συγκέντρωση απαγορεύτηκε από την αστυνομία. Τα ΜΑΤ παραβίασαν το πανεπιστημιακό άσυλο και χτύπησαν τους συγκεντρωμένους που είχαν προλάβει να φτάσουν στα Προπύλαια και κυνήγησαν στους γύρω δρόμους χιλιάδες προσερχόμενους πολλαπλασιάζοντας την ένταση και την έκταση των επεισοδίων και προβαίνοντας σε δεκάδες συλλήψεις τραπεζικών υπαλλήλων και άλλων εργαζομένων.

To παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από τη Διδακτορική Διατριβή του Θανάση Τσακίρη «Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα (1974-1993)»  Εγκρίθηκε το 2006 από τη Γ.Σ. του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Ολόκληρο το κείμενο της διατριβής βρίσκεται στο



[1]           Κατά την άποψη του Paul Krugman (TheNewYorkTimes, 9/4/2002), η κρίση αυτή οφειλόταν στην Ιρανική ισλαμική επανάσταση που ώθησε τις δυτικές οικονομίες σε κατάσταση τέτοια που αν δεν υψώνονταν τα επιτόκια θα βρισκόταν εκτός ελέγχου. 

[2]           «Οι ετήσιες μεταβολές στο επίπεδο των τιμών ήταν: το 1974 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 26,9%, από το 1975 μέχρι το 1978 οι αυξήσεις συγκρατήθηκαν στα όρια του 12% με 13,5% για  να αυξηθούν στο 19% το 1979, το 24,9% το 1980 και το 24,5% το 1981.» Βλ. Ιορδάνογλου Χ. και Μπέλλας Χ. (2003), ο.ε.π. σελ. 103.

[3]           Βλ. Ιορδάνογλου Χ. και Μπέλλας Χ. (2003), ο.ε.π. σελ. 101.

[4]           Απ’ ό,τι φαίνεται από την ομιλία του προέδρου της ΟΤΟΕ Δ. Παφίλη (βλ. Τραπεζικό Βήμα, Περ. Γ΄ Αρ. φύλλου 73, Σεπτέμβριος 1979), ο οποίος πήρε επάνω του την ευθύνη για τη χάραξη της συγκεκριμένης στρατηγικής.

[5]           Ήδη είχε αρχίσει η συγκροτηση του σχήματος ΣΑΔΕΟ (Συνεργαζόμενες Αγωνιστικές Δημοκρατικές Εργατοϋπαλληλικές Οργανώσεις). Στη συνέντευξη τύπου των ΣΑΔΕΟ (γραφεία ΟΤΟΕ, 21/9/1979) τονίστηκε ότι: 1) οι ΣΑΔΕΟ είναι άτυπη οργανωτική έκφραση της  ανάγκης να επέλθει η εξυγίανση του συνδικαλιστικού κινήματος από κάθε παρεμβατισμό ή εξάρτηση, 2) προωθούν την ενότητα και δεν αποτελούν «Αντι-ΓΣΕΕ» οργάνωση, 3) μέχρι να επέλθει εξυγίανση της ΓΣΕΕ και των Εργατικών Κέντρων φιλοδοξούν να συντονίσουν όλους τους εργαζόμενους στην προσπάθεια υπεράσπισης των ταξικών συμφερόντων τους και 4) η προσπάθεια αυτή θα γίνεται τόσο έξω όσο και μέσα από τη ΓΣΕΕ και τα ΕΚ ώστε να ξεμπλοκαριστούν από τα δίχτυα του κυβερνητικού εργατοπατερισμού όσες δυνάμεις θέλουν έναν διαφορετικό ταξικό προσανατολισμό της συνομοσπονδίας. Βλ. Τραπεζικό Βήμα, Αρ. φύλλου 73, Σεπτέμβριος 1979.

[6]           Για τα ρεπερτότρια βλ. παραπάνω Tilly Ch. (1978), ο.ε.π., σελ. 193-228. Βλ. επίσης και Piven Fr. (2001) «Μορφές εξουσίας και παγκοσμιοποίηση» στα πρακτικά του συνεδρίου στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά Η Δημοκρατία Σήμερα, Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου-2 Οκτωβρίου 1999,  Θεμέλιο.

[7]           Η «πολιτική ανυπακοή» ως μορφή αντίστασης (παθητικής ή ενεργητικής) στην εξουσία και οι προϋποθέσεις νομιμοποίησής της είναι από τα πιο παλιά θέματα συζήτησης στην πολιτική θεωρία από την εποχή του Σωκράτη. Βλ. Vlastos Gr. (1974) “Socrates on Political Obedience and Disobedience.” TheYaleReview, Νο. 63 (June) pp 517-534 και ΜcLaughlin R. J. (1976) “Socrates on Political Disobedience,” PhronesisNo. 21, σελ. 185-197. Βλ. επίσηςΛοκ Τζ. (1990)  Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίας. Αθήνα:  Γνώση.  Τέλος, για το θέμα της «πολιτικής ανυπακοής» στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, βλ. Tsakiris Athanasios & Aranitou Valia (2011) «“Can’t pay? Don’t pay!”: Civil Disobedience Movements and Social Protest in Greece during the Memorandum Era» , Ανακοίνωση στο  16th AlternativeFutures and Popular Protest Conference Manchester Metropolitan University, 18-20 April 2011

Written by antiracistes

9 Αυγούστου, 2012 at 6:30 πμ

Immanuel Wallerstein on The Return of the Trade-Unions

leave a comment »

Immanuel Wallerstein

May Day: The Return of the Trade-Unions?

Commentary No. 328, May 1, 2012

Organizing trade unions was a quite radical idea as late as the first half of the nineteenth century. They were illegal almost everywhere. So when the laws prohibiting them were repealed in some European countries, North America, and Australia in the second half of the nineteenth century, it was intended as a concession to the pressures of the workers, actually the urban workers, in the hope and expectation that the working classes would then be less radical in their demands.

In most countries, the trade unions worked closely with the socialist and labor political parties that were coming into existence at the same time. The trade unions were faced with many of the same issues of strategy as the socialist and labor parties. The most important of these issues was whether and in what way they would participate in the electoral processes. As we know, most of them decided they should participate and seek power within state structures.

In addition, the trade unions, just like the socialist and labor parties, decided that the only way they could become strong was for them to employ full-time organizers, which meant creating a bureaucracy that ran the organization. As in the case of all bureaucracies, those holding such posts came to have material and political interests that were not necessarily the same as those of the workers who were their members.

The trade unions became state-oriented, especially since their own organizations were defined as national organizations. They usually proclaimed a nominal internationalism – solidarity with trade unions in other countries. But the internationalism always took second place to protecting the interests of workers and the trade unions in their state.

Even though the trade unions toned down their most radical activities, employers were still resistant to the formation of trade unions in their enterprise. The trade unions had to struggle constantly to obtain the legislation that would permit them to organize, and to win favorable accords in negotiations with the employers. Slowly, slowly, trade unions grew stronger.

The 25-30 years following the end of the Second World War were exceptionally good ones for trade unions worldwide. Their membership numbers and percentages grew, and the benefits they could obtain from the employers grew considerably as well. The incredible expansion of the world-economy during this period created a significant growth in capitalist profits. This meant that, for many employers, work stoppages of any kind were more costly than acceding to trade union demands for greater benefits.

The very favorable situation for trade unions came at a price. Trade unions generally repudiated all remaining radical rhetoric and activities, replacing it with various modes of cooperation with the employers and governments. This often included no-strike pledges for the length of the contracts they had signed.

The trade unions in the wealthier states were therefore politically and psychologically unprepared for the post-1970 worldwide downturn in economic growth and stagnation in capital accumulation. The employers in the wealthiest countries (and more generally, the world right) ceased acceding to workers’ demands for improved benefits. Quite the contrary, they sought to reduce benefits, using the threat of job displacement as a major weapon. They promoted anti-union legislation.

Generally speaking, over the past forty years, this anti-union campaign was successful. Trade unions fought a difficult and often losing battle to retain benefits. Wage levels went down. And membership in trade unions went down sharply. The trade unions often reacted by becoming still more accommodating to employer demands. It didn’t seem to help very much.

Meanwhile, in the countries to which industrial production gravitated (which have recently been called “emerging” countries), initial repression of trade unions led to their radicalization, and they joined in efforts to overthrow oppressive regimes (as in South Korea, South Africa, and Brazil). The trade unions linked themselves to left-of-center parties, which eventually came to power in these countries. But once these parties were in power, the trade unions muted their more radical stances.

The so-called financial crisis since 2007 changed all this. The world saw the emergence of new kinds of radical movements such as Occupy, the indignados, Oxi, and others. And suddenly, we saw trade unions fighting back with a new vigor, and participating in the general uprisings of the working strata, especially since breaking the unions was one of the continuing efforts of rightwing political forces.

Now came the new dilemma. The cultures of the new radical movements and that of the trade unions were quite different. The new movements were “horizontalist” – that is, they believed in bottom-up movements that were not state-oriented, and eschewed the creation of organizational hierarchies. The trade unions were “verticalist” and emphasized planning, discipline, and balanced tactics, coordinated by the central structures.

Yet, clearly, it was in the interest of the trade unions and the new radical movements to work together, or so many of them thought. But what did working together mean? Which of the two cultures would prevail in any cooperation? This has become a matter of major debate on both sides – a debate in which there are some who are intransigent and others who are looking for modes of combining efforts.

The strength of the horizontalist forces is that they can engage the energies and efforts of persons who hitherto have remained passive, either out of a sense of political impotence or a lack of clarity about what was going on and what could be achieved. There is no question that the horizontalist movements have proved very successful so far in doing this. They have clearer long-term strategic vision than the trade unions.

The strength of the trade unions is that they can mobilize a relatively disciplined group of persons and a relatively significant amount of money to throw into the everyday battles that are being fought in communities across the world. They have clearer short-term tactical vision than the horizontalist movements.

May Day celebrates the historic struggle. During a trade-union rally for an eight-hour day in Haymarket Square in Chicago in May 1886, someone threw a bomb, after which some policemen and some civilians were killed. The state accused the “anarchists” and hanged some of them. Haymarket became a symbol for the nascent trade union movement worldwide, which proclaimed May Day to mark it (everywhere but in the United States itself). The “anarchists” were in fact falsely accused and history has exonerated them. But out of their “radical” demands for an eight-hour day, the trade unions were strengthened in their attempts to organize.

We shall see if May Day 2012 will have brought together again the horizontalist and verticalist wings of the struggle against inequalities in the existing world-system. It is only in the combination of a radicalized trade union movement and tactically disciplined horiontalist movements that either will achieve its objectives.


leave a comment »


Οι εργαζόμενοι στο alter είναι κατά μέσο όρο, 10 μήνες απλήρωτοι χωρίς την καταβολή ούτε του δώρου Χριστουγέννων.
Με απόφαση των Γενικών τους Συνελεύσεων βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας από τις 10 Νοεμβρίου 2011.
Αύριο πέμπτη και ώρα 12:00 συνδικαλιστές της Αυτόνομης Παρέμβασης θα επισκεφτούν τις εγκαταστάσεις του alter στο περιστέρι.
Σας καλούμε να συμμετέχετε στη συνάντηση αλληλεγγύης των Απεργών του ALTER.


Σημείο συνάντησης:
Στις 11:45 π. μ. οδός Αγίας Παρασκευής 38-40 Περιστέρι (Μπουρνάζι).
Είναι ‘5 λεπτά με τα πόδια από την Πλατεία Μπουρναζίου, από τη Λεωφόρο Κηφισού/εναέρια πεζογέφυρα Σκλαβενίτη ‘3, κόμβο Λεωφόρου Κηφισού και Λένορμαν/ γέφυρα Κολοκυνθούς ‘7, σταθμό μετρό Άγιος Αντώνιος ’15.

Written by antiracistes

5 Ιανουαρίου, 2012 at 10:05 πμ


leave a comment »

στην υπηρεσια των εργαζομένων στην Εμπορική Τράπεζα
Τηλ επικ: Μαυρίδης Γιώργος 6977919463 Πουλής Δημήτρης 6972287446 Πολύζος Γιάννης 6977341313
e-mail :odο


Συναδέλφισσες –οι:

Μετά την πρώτη συνάντηση που έγινε με πρωτοβουλία του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου μας, με την Διοίκηση της Τράπεζας στις αρχές του καλοκαιριού και όσες ακολούθησαν μετά, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, είχαν όλες την ίδια κατάληξη;
Ύστερα από την καταγγελία, όλων των επιχειρησιακών συμβάσεων από το 1994 έως και το 2009, από πλευράς Διοίκησης της Τράπεζας προτάθηκε στους εργαζόμενους ότι πρέπει να βάλουν πλάτη για άλλη μια φορά, γιατί προφανώς μέχρι σήμερα δε βάζουν (ρε μήπως δεν είμαστε Άτλαντες;).
Αυτή τη φορά η πρόταση τους είναι η μείωση του μισθολογικού κόστους (δηλ. των μισθών μας) κατά 50 εκατομμύρια ευρώ. Όλα αυτά εννοείται ότι θα πρέπει να τα πληρώσουν οι λεγόμενοι κωπηλάτες και όχι αυτοί που παίρνουν τους παχυλούς μισθούς των χιλιάδων ευρώ. Για του λόγου το αληθές η Ανακοίνωση του Συλλόγου Νο. 58/1-11-11 αναφέρει ανάγλυφα τις <> της Διοίκησης . Οπότε καταλαβαίνετε γιατί περικοπές μιλάνε, ο Τομεάρχης δεν θα παίρνει πάνω από 5.000!!!!! χιλιάδες ευρώ και ο Διευθυντής δεν θα παίρνει πάνω από 6.000!!!!! χιλιάδες ευρώ .
Ας μας πούνε οι κύριες και οι κύριοι της Διοίκησης που έκαναν αυτές τις προτάσεις, αν γνωρίζουν πόσα παίρνουν οι κωπηλάτες της πρώτης γραμμής της Τράπεζας ( το μόνιμο προσωπικό) αλλά και το υπόλοιπο ενοικιαζόμενο δουλεμπορικό προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Αν ξέρουν ας μας απαντήσουν στο πιο απλό ερώτημα.
Το ερώτημα είναι: εάν αυτοί που εισηγούνται αυτές τις προτάσεις για μείωση μισθών ήταν στη δική μας θέση, θα μπορούσαν να ζήσουν με αυτά τα λεφτά που παίρνουμε εμείς οι έρμοι κωπηλάτες; και αν ναι, ας μας υποδείξουν τον τρόπο, γιατί όλοι μας να το πούμε πάρα πολύ απλά και λαϊκά ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητό, έχουμε απλώσει τα πόδια μας μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμά μας.
Λοιπόν για να τελειώνουμε με αυτό το παραμύθι και από πλευράς Διοίκησης και από μεριάς Συλλόγου, οι μεν διοικούντες θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους γιατί αυτοί έφεραν την Τράπεζα εδώ που είναι σήμερα και όχι οι κωπηλάτες που είναι όλη μέρα στο κουπί, για να παίρνουν αυτοί τους παχυλούς μισθούς τους, οι δε Συνδικαλιστικές Παρατάξεις ας αφήσουν τα κομματικά τους παιχνίδια με έκτακτες συνελεύσεις και κουραφέξαλα ,για να πάμε στο Διοικητικό Συμβούλιο την Τετάρτη 30/11/2001 και να πάρουμε συνδικαλιστικές αποφάσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τα σημερινά οικονομικά αδιέξοδα και όχι με τις ενέργειες τους να επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα.
Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, υπάρχουν λύσεις που μπορούμε να τις στηρίξουμε και να τις ακολουθήσουν οι συνάδελφοι μας, παλαιοί και νέοι .
Η ΟΔΟΣ ΕΥΠΟΛΙΔΟΣ καλεί όλους τους συναδέλφους να μην δεχθούν ούτε ένα λεπτό του ευρώ μείωση του μισθού τους ,να κλείσουν τα αυτιά τους στις σειρήνες από όπου και αν προέρχονται και να διεκδικήσουμε αυτό που προσφέρουμε στην Τράπεζα και που μας ανήκει , ένα μισθό επιβίωσης καμάτου και όχι θανάτου, για μας, τις οικογένειες μας και τα παιδιά μας, γιατί εμείς είμαστε αυτοί που παράγουμε και τουλάχιστον θα πρέπει να αμειβόμαστε ικανοποιητικά.
Ας πληρώσει τουλάχιστον για μια φορά και το Τραπεζικό Κεφάλαιο που τόσα χρόνια απομυζά τον πελάτη και τον εργαζόμενο .
Καλούμε όλους τους εργαζόμενους να αγωνιστούν για να διατηρήσουν και να διεκδικήσουν αυτό που τους αρμόζει και τους πρέπει και να μη συμβιβαστούν με όσα και με ότι θέλουν να τους περάσουν οι παρατάξεις που αντιπροσωπεύουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα .
Λέμε ένα μεγάλο όχι στην μείωση των μισθών μας , λέμε ένα μεγάλο όχι στα κόμματα που εκφράζουν αυτή την πολιτική , ΠΑΣΟΚ – ΝΔ-ΛΑΟΣ.



leave a comment »



El viernes 11 de noviembre se le comunica el despido a una compañera, miembro de nuestra asociación sindical y trabajadora en la librería “Eurípides”, en el barrio de Xalandri, en Atenas. La compañera no admite el despido.
El lunes 14 de noviembre se celebra una reunión entre miembros de la asociación sindical y el empresario, con la presencia de la trabajadora despedida. En dicha reunión, el empresario insiste en su decisión.
Al día siguiente, martes 15 de noviembre, con el apoyo de otros trabajadores combativos del barrio de Xalandri, la asociación sindical realiza una concentración de protesta a las puertas de las dos librerías “Eurípides”. Se reparte un texto reivindicando la inmediata readmisión de la compañera despedida. Se realiza al mismo tiempo una nueva reunión con el empresario, que convoca a la trabajadora a una nueva reunión al día siguiente. Al término de la protesta, los participantes realizan una asamblea en la plaza central del barrio.
En la reunión del día siguiente, miércoles 16 de noviembre, el empresario termina readmitiendo en su puesto a la compañera trabajadora.

P.D. Se incluyen fotos en el archivo adjunto

Written by antiracistes

27 Νοεμβρίου, 2011 at 6:53 μμ