Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Posts Tagged ‘Θεωρία

Θεωρίες περί απεργίας (του Θανάση Τσακίρη)

leave a comment »

1. Εισαγωγή 
Ταξιδέψατε ποτέ με την British Airways και αγοράσατε αφορολόγητες κολόνιες από τις χαμογελαστές αεροσυνοδούς ή μήπως βρεθήκατε μπροστά σε έναν αγέλαστο και αγενή τέλλερ θέλοντας να κάνετε ανάληψη του μισθού ή της σύνταξής σας; Στην πρώτη περίπτωση ίσως να την πατήσατε και να αγοράσατε «μαϊμού» κολόνια. Στη δεύτερη ή θα καταραστήκατε τη μοίρα σας που πέσατε στον «αφισοκολλητή» που μας έγινε και υπάλληλος ή θα είπατε από μέσα σας «σιγά μη χαμογελάει με το μισθό που παίρνει και με το στρες που τον εξουθενώνει.» Κι όμως, συνειδητά ή ασυνείδητα, συλλογικά ή ατομικά, οι άνθρωποι αυτοί είχαν εμπλακεί σε μια διαρκή σύγκρουση με τα αφεντικά τους˙ μια σύγκρουση που παίρνει πολλές μορφές ανάλογα με την εποχή, την οικονομική-πολιτική συγκυρία, τις θεσμικές ρυθμίσεις ή την εργασιακή κουλτούρα.[1] 

Η επιστημονική έρευνα στον τομέα αυτό έχει πολλές φορές σταθεί στις επίσημες στατιστικές σειρές για τις απεργίες. Ένας σοβαρός κίνδυνος με τη χρήση αυτής της μεθοδολογίας είναι να αποδοθεί με παραμορφωτικό τρόπο η πραγματικότητα, μιας και χρησιμοποιούνται μόνο συνολικά στοιχεία και δεν λαμβάνονται υπόψη, ώστε να ερμηνευθεί καλύτερα η πραγματικότητα, κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας, τοπικές ιδιαιτερότητες, άτυπες συγκρούσεις ή ατομικές στρατηγικές και τακτικές.

 

Για την πληρέστερη κατανόηση, λοιπόν, της πραγματικότητας θα χρειαστεί να λαμβάνουμε υπόψη μας όλα αυτά τα δεδομένα που θα απεικονίσουν ευκρινέστερα τάσεις μέσα στην κοινωνία που δεν αποκαλύπτονται με την απλή χρήση γενικών ποσοτικών στοιχείων χωρίς αναφορά στο συγκεκριμένο.

 

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από την προσπάθεια ορισμού της έννοιας της λέξης απεργία. Στην ηλεκτρονική έκδοση του λεξικού MerriamWebster διαβάζουμε ότι απεργία είναι «η συλλογική άρνηση εργαζομένων να εργαστούν υπό τους όρους που καθορίζουν οι εργοδότες.» Επίσης, οι απεργίες «μπορούν να προκύψουν από διαμάχες σχετικά με τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας». Μπορεί να λάβουν χώρα «για αλληλεγγύη σε άλλους απεργούς εργαζόμενους, ή για καθαρά πολιτικούς λόγους.» Οι απεργίες οργανώνονται από τα εργατικά συνδικάτα, ενώ απεργίες μη εγκεκριμένες από τα συνδικάτα (άγριες απεργίες – wildcat strikes) μπορούν να κατευθύνονται τόσο εναντίον της συνδικαλιστικής ηγεσίας όσο και κατά του εργοδότη.» Το δικαίωμα στην απεργία «χορηγείται θεωρητικά στους εργαζόμενους όλων σχεδόν των εκβιομηχανισμένων κοινωνιών και η χρήση του ακολούθησε παράλληλο δρόμο με αυτόν της ανόδου των εργατικών συνδικάτων κατά το 19ο αιώνα.»

 

Στις ΗΠΑ «ο αγώνας για την ευτυχία» πέρασε μέσα από απεργίες για μείωση των ωρών εργασίας και για υψηλότερη αμοιβή. Οι τυπογράφοι της Νέας Υόρκης ήταν οι πρώτοι που κατέβηκαν σε απεργία το 1794˙οι επιπλοποιοί απήργησαν το 1796 και ακολούθησαν οι ξυλουργοί της Φιλαδέλφειας το 1797, οι υποδηματοποιοί το 1799. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι προσπάθειες των εργατικών ενώσεων για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας και αμοιβής στράφηκαν στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν ξεχάστηκε η ιδέα της απεργίας. Στη δεκαετία του 1820 στην προσπάθεια μείωσης των ωρών εργασίας από 12 σε 10 το όπλο της απεργίας χρησιμοποιήθηκε συχνότερα και έγινε αισθητή η ανάγκη της σύγκρουσης και συγκρότησης συνδικάτων σε ομοσπονδιακό επίπεδο.[2]

 

Οι περισσότερες απεργίες αποσκοπούν στην επιβολή ενός κόστους στον εργοδότη για την παράλειψή του να ικανοποιήσει συγκεκριμένα αιτήματα. Στην περίπτωση των Ιαπωνικών συνδικάτων «δεν υπάρχει πρόθεση παύσης της παραγωγής για μακρά χρονικά διαστήματα αλλά χρησιμοποιούνται περισσότερο άλλες μορφές εκδηλώσεων διαμαρτυρίας.» Στη Δυτική Ευρώπη και αλλού, «οι εργάτες έχουν πραγματοποιήσει γενικές απεργίες που αποσκοπούσαν στην επίτευξη αλλαγών στο πολιτικό σύστημα αντί για την επίτευξη παραχωρήσεων από τους εργοδότες.»[3] Ως γενική απεργία το ίδιο λεξικό ορίζει «την παύση της εργασίας από ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων σε μια σειρά από κλάδους σε μια οργανωμένη προσπάθεια επίτευξης πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Η ιδέα της γενικής απεργίας που να εκτείνεται σε μια σειρά κλάδων έχει τις απαρχές της στη Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα και έγινε αντιληπτή ως τακτική στη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης ή, από πιο ριζοσπάστες στοχαστές, ως εργαλείο της κοινωνικής επανάστασης. Αξιοσημείωτες γενικές απεργίες έγιναν στη Ρωσία κατά την Επανάσταση του 1905, στη Βρετανία το 1926 (συνεχίστηκαν από διάφορα εργατικά συνδικάτα προς υποστήριξη των απεργών ανθρακωρύχων) και στη Γαλλία το 1968 (πυροδοτήθηκε από τα φοιτητικά αιτήματα για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση).[4]

 

Μια χαρακτηριστική περίπτωση γενικής απεργίας ήταν αυτή του Winnipeg στον Καναδά, που έλαβε χώρα από τις 15 Μαΐου ως τις 25 Ιουνίου 1919. Προκλήθηκε από την κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στους κλάδους των κατασκευών και του μετάλλου. Η κήρυξη της γενικής απεργίας συνάντησε την ομόθυμη υποστήριξη του πληθυσμού που ζούσε σε μια ατμόσφαιρα γενικής κοινωνικής αναταραχής και οικονομικής αβεβαιότητας. Συμμετείχαν και οι δημόσιοι υπάλληλοι, κάτι που δεν συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Το κεντρικό θέμα ήταν το αίτημα των εργατών για επίσημη καθιέρωση συλλογικών διαπραγματεύσεων και το οποίο δεν γινόταν αποδεκτό από τους εργοδότες. Οι εργοδότες και οι τοπικές ελίτ αντέδρασαν κατηγορώντας τους απεργούς ότι είχαν επαναστατικούς σκοπούς. Επειδή η ικανοποίηση του αιτήματος θα άνοιγε δρόμο για την επέκτασή του απ’ άκρου εις άκρον στον Καναδά, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πολλών πόλεων κήρυξαν απεργίες αλληλεγγύης. Για να προλάβει τη γενικότερη επέκταση της σύγκρουσης η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρενέβη απειλώντας με απόλυση τους ομοσπονδιακούς υπαλλήλους, τροποποίησε το Νόμο περί Μετανάστευσης ώστε να επιτραπεί η απέλαση ηγετών-απεργών και διεύρυνε το νομικό ορισμό της «στάσης». Η κυβέρνηση προσπάθησε να καταστείλει βίαια τις απεργιακές διαδηλώσεις με αποτέλεσμα το θάνατο ενός απεργού και τον τραυματισμό 30 διαδηλωτών στις 21 Ιουνίου. Ένας από τους φυλακισθέντες ηγέτες των απεργών εξελέγη αργότερα ως ο πρώτος σοσιαλιστής βουλευτής στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 4 ακόμη φυλακισθέντες απεργοί εξελέγησαν ως σοσιαλιστές βουλευτές στο τοπικό νομοθετικό σώμα της πολιτείας Manitoba. Η ήττα της απεργίας επέφερε ισχυρό χτύπημα στη Καναδικό εργατικό κίνημα και χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια για να επιτευχθούν βασικοί στόχοι, όπως η αναγνώριση των εργατικών συνδικάτων και η καθιέρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Άλλη μια έννοια που θα πρέπει να ορίσουμε είναι αυτή της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα πάντα με το λεξικό MerriamWebster, πρόκειται για «διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ εκπροσώπων των εργαζομένων (συνήθως είναι οι αξιωματούχοι του συνδικάτου) και της διοίκησης για τον καθορισμό των όρων απασχόλησης. Η συμφωνία που επιτυγχάνεται ενδεχομένως να μην αφορά μόνο τους μισθούς αλλά και τις πρακτικές προσλήψεων, απολύσεων, προαγωγών, τις συνθήκες και τα ωράρια εργασίας, καθώς και τα προγράμματα επιδομάτων και παροχών. Η συλλογική διαπραγμάτευση αναπτύχθηκε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα. Συμβάσεις που υπογράφονται μετά από συλλογική διαπραγμάτευση είναι πλέον κανόνας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.  Λιγότερο συχνά χρησιμοποιούνται στις αναπτυσσόμενες χώρες που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα πλεονάζουσας εργασίας. Συμβασιακές διαπραγματεύσεις μπορούν να λάβουν χώρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο ανάλογα με τη διάρθρωση της βιομηχανίας στο πλαίσιο μιας χώρας.»[5]

 

Ας συνοψίσουμε τα χαρακτηριστικά της απεργίας σύμφωνα με την μέθοδο του Richard Hyman.[6] Η απεργία είναι «μια προσωρινή διακοπή της εργασίας από μια ομάδα εργαζομένων που αποσκοπεί στην έκφραση δυσαρέσκειας ή στην ικανοποίηση αιτημάτων». Αυτό σημαίνει ότι είναι μια προσωρινή διακοπή συγκεκριμένης εργασίας και όχι αποχώρηση από τη συγκεκριμένη επιχειρηματική ή διοικητική μονάδα˙ είναι διακοπή εργασίας που διαφέρει από άλλες μορφές έκφρασης δυσαρέσκειας/διαφωνίας, όπως η επιβράδυνση της εργασίας, η δουλειά με αυστηρή τήρηση των κανονισμών (worktorule) και η απαγόρευση υπερωριών. Είναι, επίσης, ενέργεια συλλογική μισθωτών απασχολούμενων και διαφέρει από ενέργειες όπως η αποχή των φοιτητών από τα μαθήματά τους ή η στάση πληρωμής ενοικίων. Τέλος, μια απεργία είναι υπολογισμένη πράξη που αποσκοπεί να εκφράσει παράπονα ή να επιβάλει ικανοποίηση αιτημάτων.

 

Υπάρχουν διαφόρων ειδών απεργίες. Ο πιο κοινός είναι η απεργία ή η στάση εργασίας (walkout). Οι εργάτες ή δεν πηγαίνουν στη δουλειά ή φεύγουν από τη δουλειά. Το συνδικάτο οργανώνει μικρές ομάδες απεργών που περιφρουρούν την απεργία εμποδίζοντας την είσοδο απεργοσπαστών στους χώρους εργασίας (ομάδες περιφρούρησης, απεργιακές φρουρές-pickets). Ένα άλλο είδος είναι η κατάληψη (sitdown strike) του χώρου εργασίας και η παρεμπόδιση της χρήσης απεργοσπαστών και συναλλαγών με το κοινό –ιδιαίτερη μέριμνα σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Άλλα είδη είναι αυτά που προαναφέραμε, δηλαδή οι απεργίες αλληλεγγύης και οι γενική απεργία. Μια λιγότερο γνωστή αλλά διόλου ασήμαντη μορφή απεργίας είναι το μποϊκοτάζ, όπου οι μη απεργούντες εργάτες αρνούνται να χρησιμοποιήσουν εμπορεύματα και αγαθά που παρήχθησαν από εταιρείες των οποίων το προσωπικό απεργεί. Τέλος, υπάρχουν οι απεργίες δικαιοδοσίας (jurisdiction strikes) όπου δύο συνδικάτα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το δικαίωμα εκπροσώπησης μιας ομάδας εργατών.

 

Η απεργία, λοιπόν, είναι μια μορφή κοινωνικής σύγκρουσης. Ως σύγκρουση ορίζεται ο αγώνας, η μάχη και η πάλη, «δηλαδή μια φυσική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα μέρη». Με μια πιο διευρυμένη έννοια, σύγκρουση είναι «αντιληπτή διάσταση ενδιαφερόντων» και «πεποίθηση ότι οι φιλοδοξίες των εμπλεκομένων δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα».[7] Αυτή η διευρυμένη έννοια της σύγκρουσης πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη συνέχιση της συζήτησης καθώς συμπαρασύρει μαζί της την έννοια της απεργίας στη διεύρυνση των σημασιών της.

 

2. Θεωρίες περί απεργίας

 

Τα συμφέροντα των εργαζομένων προωθούνται σε ένα ευρύ μέτωπο και η εργασιακή σύγκρουση περιλαμβάνει τόσο την απεργία όσο και το ρόλο των συνδικάτων ως εκπροσώπων των εργαζομένων. Όλες οι μορφές αντίστασης παίζουν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της διαπραγματευτικής προσπάθειας και ως ένα βαθμό υπάρχει ένα συνεχές μεταξύ αυτών των τύπων σύγκρουσης και των πιο άτυπων. Η σύγκρουση στη σχέση απασχόλησης είχε σημαντική επίδραση στις θεωρίες περί εργασιακών σχέσεων.

 

Η παλιότερη και συντηρητικότερη θεώρηση των απεργιών ήταν η μονιστική/οργανικιστική. Οφείλει την προέλευσή της στην ερμηνεία των αντιλήψεων του Herbert Spencer περί της οργάνωσης ως οργανισμού για τον οποίο όλα τα μέρη οφείλουν να εργάζονται από κοινού για την εκπλήρωση των στόχων του. Οι μονιστές θεωρούν την οργάνωση ως μια ομάδα «που ενώνεται υπό ένα κοινό σκοπό», δηλαδή την επιτυχία της οργάνωσης, εν προκειμένω της επιχείρησης ή του κράτους. Με μία και μοναδική πηγή εξουσίας (διοίκηση, κυβέρνηση) και με όλους τους συμμετέχοντες να μοιράζονται τον ίδιο σκοπό, τα αποτελέσματα είναι η αρμονία και η συνεργασία. Η απεργία δεν είναι αναπόφευκτη κατάσταση ούτε υποκινείται από φανερά ή κρυφά συμφέροντα, οργανωμένων ή άτυπων ομάδων στο εσωτερικό, κυρίως των εργατών ή υπαλλήλων. Αντιθέτως, η απεργία είναι είτε προϊόν παρανόησης/παρεξήγησης είτε προϊόν κακών προθέσεων εργατοπατέρων, λαοπλάνων και εν γένει προσώπων με σκοτεινές προθέσεις. Έτσι η ιστορία των απεργιών παριστάνεται ως ιστορία ισχυρών προσωπικοτήτων και όχι ως ιστορία συγκρούσεων μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων, ιδεών, στρατηγικών και τακτικών.[1] Η απεργία, και οι συγκρούσεις εν γένει, θεωρούνται υπονομευτικές της προσπάθειας που καταβάλλουν οι διοικήσεις των επιχειρήσεων ή οι κυβερνήσεις για την επίτευξη των τεθέντων στόχων. Μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της θεωρίας αυτής παρουσιάζει τις απεργίες ως καταστάσεις που μπορούν να αποσοβούνται με την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των διοικήσεων και των συνδικαλιστών.[2]

 

Η ορθόδοξη προσέγγιση υπήρξε ο πλουραλισμός.  Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι εργοδότες και τα συνδικάτα θεωρούνται πάνω-κάτω ως ισοδύναμες δυνάμεις. Τα προβλήματα αυτής της προσέγγισης έχουν να κάνουν με την έλλειψη της δυνατότητας διάκρισης των ανισοτήτων δύναμης μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων έτσι ώστε να θεωρείται οποιαδήποτε σύγκρουση κυρίαρχο ζήτημα και να ανακύπτουν δυσκολίες και διαταραχές προσωρινής κατάρρευσης στη ρύθμιση της εργασίας (job regulation). Η θεωρία δίνει έμφαση στην επίλυση της διαμάχης. Οι πλουραλιστικές προσεγγίσεις εξετάζουν με στενό και περιοριστικό τρόπο στους τυπικούς θεσμούς των εργασιακών σχέσεων. Σήμερα τα κίνητρα και οι ενέργειες των ομάδων που εμπλέκονται στις εργασιακές σχέσεις έχουν καταστεί το επίκεντρο της προσοχής. Αυτό που είναι καθοριστικό είναι το πώς αντιλαμβάνονται και ορίζουν τα γεγονότα. Αυτό σημαίνει ότι ανοίγει μια δίοδος για την αναζήτηση εξηγήσεων πέρα από τις συμβατικές. Ένα νέο μοντέλο για τους τρόπους με τους οποίους συνδέονται αυτά τα επίπεδα ανάλυσης παρέχεται από τον Alvin Gouldner.[3] Η πρωταρχική αιτία της σύγκρουσης είναι η κατανομή του πλούτου και της εξουσίας/δύναμης (power). Στο πλαίσιο του εργασιακού χώρου, η ανισότητα και η σύγκρουση είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, ανεξάρτητα από τη σχέση μεταξύ της συγκεκριμένης διοίκησης και του συγκεκριμένου εργατικού δυναμικού.

 

Στον ευρύτερο χώρο της «ριζοσπαστικής ανάλυσης» των εργασιακών σχέσεων βασική θέση των ερευνητών είναι ότι η ένταση μεταξύ του διοικητικού ελέγχου και της αντίστασης των εργατών αποτελεί σύγκρουση πραγματικών συμφερόντων. Ο διοικητικός έλεγχος και η έκταση της εξουσίας που έχουν οι διοικήσεις πάνω στην εργασία είναι πάντοτε συνάρτηση της αντισταθμικής δύναμης που διαθέτουν οι εργάτες. Η διαλεκτική ελέγχου-αντίστασης έχει ερευνηθεί σε μεγάλο βαθμό και τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι η πλειονότητα των εργαζόμενων εργάζεται υπό καθεστώτα αυστηρού και στενού ελέγχου και παρακολούθησης, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη εργατικής αντίστασης που κυμαίνεται από ατομικές μορφές ως συλλογικές.

 

Μορφές εργασιακής σύγκρουσης

Ανοργάνωτη

Άτυπη

Ατομική

Αλλαγή εργοδότη

Απουσία-‘παρέκκλιση’

Σαμποτάζ-‘αυθόρμητο’

Σούφρωμα-‘γαϊδουρινή συμπεριφορά’

‘Υποκριτική συμμόρφωση

Απουσία-‘σκόπιμη

Σαμποτάζ-‘χρησιμοθηρικό’

Μικροκλοπές-‘συμπεριφορά αρπακτικού’

Απεργίες

Δουλειά σύμφωνα με τους κανόνες

Σαμποτάζ – ‘μαχητικό’

Μικροκλοπές-‘συμπεριφορά λύκου’

Οργανωμένη

Επίσημη

Συλλογική

Πηγή: Blyton P. and Turnbull P. (2004) The Dynamics of Employee Relations. Basinstoke: Palgrave/MacMillan, σελ.352

 

H μαρξιστική άποψη για την απεργία εντάσσεται στο συνολικότερο θεωρητικό πλαίσιο που επεξεργάστηκε ο K. Marx από κοινού με τον F. Engels και που τονίζει ότι οι εργασιακές σχέσεις και, κατά συνέπεια, η απεργία ως όπλο των εργατών στη σύγκρουση με τους εργοδότες, αποτελούν ένα μόνο μέρος της ευρύτερης ανάλυσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και, συγκεκριμένα, των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής και της δυναμικής της καπιταλιστικής συσσώρευσης.[4] Οι διάφοροι συνεχιστές του Μαρξικού έργου έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελέτη των απεργιών τόσο ως φαινομένου όσο και ως μέσου για την επαναστατική ανατροπή στην κατεύθυνση της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας και της εργατικής εξουσίας.[5] Έτσι, η R. Luxemburg, μελετώντας την περίπτωση των μαζικών απεργιών της Ρωσίας, τόνισε ότι η απεργία δεν πραγματοποιείται ως τρόπος αποφυγής του πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης ούτε ως μέσο για την αιφνίδια κατάληψη της εξουσίας για λογαριασμό της κοινωνικής επανάστασης με θεατρικό πραξικόπημα αλλά ως μέσο, «πρώτα και κύρια, για τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων ώστε το προλεταριάτο να διεξάγει τον καθημερινό πολιτικό αγώνα» και ότι «ο επαναστατικός αγώνας στη Ρωσία, όπου οι μαζικές απεργίες είναι το πιο σημαντικό όπλο του εργαζόμενου λαού, και πάνω απ’ όλα, του προλεταριάτου, διεξάγεται για εκείνα τα πολιτικά δικαιώματα και τις συνθήκες των οποίων την αναγκαιότητα και σημασία για τον αγώνα για τη χειραφέτηση υπέδειξαν πρώτοι οι Marx και Engels…» Ο Τ. Cliff αναφερόμενος στην εργασία της Luxemburg τόνισε ότι οι μαζικές οικονομικές απεργίες οδήγησαν στη σύγκρουση με το τσαρικό καθεστώς και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του με συνέπεια την άμεση μετεξέλιξή τους σε καθαρά πολιτικές απεργίες. Οι τελευταίες αφύπνισαν πρόσφατα αδρανείς εργάτες ώστε να αναλάβουν την διοργάνωση οικονομικών απεργιών για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας «και οι οικονομικές απεργίες έδωσαν νέα ώθηση στις πολιτικές απεργίες.» Τέλος, «η μαζική απεργία υπερβαίνει το διαχωρισμό της οικονομίας και της πολιτικής που είναι έμφυτος στο ρεφορμισμό (όπως και στο διαμετρικά αντίθετό του, τον συνδικαλισμό[6]) και συγχωνεύει την πάλη για μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού με τον αγώνα για την επαναστατική ανατροπή του.»   

 


ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑΚΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

 

ΑΠΟΨΗ          

ΑΙΤΙΕΣ          

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

ΛΥΣΕΙΣ

 

 

ΜΟΝΙΣΤΙΚΗ/

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ

 

 

Απλοϊκή: παράλογοι συνδικαλιστές-εκπρόσωποι εργαζομένων

 

Επεξεργασμένη: κακή επικοινωνία

 

 

Απεργίες = αμφισβήτηση της τάξης και της σταθερότητας στην κοινωνία και τις οργανώσεις

 

 

Απλοϊκή : υπονόμευση συνδικάτων

 

Επεξεργασμένη: βελτίωση επικοινωνίας

 

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ/

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ

 

 

Ταξική σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου

και

εργασίας

 

 

Απεργίες = αναγκαίο πρελούδιο προς μια νέα κοινωνική τάξη (order)

 

Ζύμωση εργατικής τάξης και υποστήριξη απεργιακών κινητοποιήσεων

 

 

ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΗ

 

 

Ανταγωνιστικά συμφέροντα εργοδοτών και υπαλλήλων

 

Απεργίες = ανοιχτή και ορατή έκφραση δυσαρέσκειας => σημαντικό στοιχείο κοινωνικής σταθερότητας

 

 

Θεσμοποίηση σύγκρουσης

 (π.χ. παρέμβαση τρίτου μέρους)


[1] Βλ. Fox A. (1966) “Industrial Sociology and Industrial Relations”, Royal Commission Research Paper No.3, London: HMSO, σελ. 2.

[2] Η Σχολή Ανθρωπίνων Σχέσεων που αναπτύχθηκε μετά την κριτική στο Ταιηλορικό πρότυπο της «επιστημονικής διοίκησης» συνέβαλε τα μάλα στην εκλέπτυνση της θεωρίας αυτής. Βλ. Νατσόπουλος Σ.Δ., Εγχειρίδιο Βιομηχανικών και Ανθρωπίνων Σχέσεων, (άνευ χρονολογίας, τόπου έκδοσης και εκδοτικού οίκου). Βλ. επίσης  Στη σύγχρονη εκδοχή της αυτή η αντίληψη εκφράζεται κατά κάποιο τρόπο στις θεωρίες περί Διαχείρισης Ανθρωπίνων Πόρων (Human Resources ManagementHRM) που δίνουν έμφαση στην εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και στην αμφίδρομη επικοινωνία της διοίκησης με τους εργαζόμενους είτε ως άτομα είτε ως ομάδες εργασίας παρακάμπτοντας τα συνδικάτα. H διαχείριση ανθρωπίνων πόρων αντικατέστησε στο λεξιλόγιο την έννοια της διοίκησης προσωπικού, τοποθετώντας την εργασία στην ίδια μοίρα με τη χρηματοδότηση, καθιστώντας την έναν απλό μετρήσιμο συντελεστή στην παραγωγική διαδικασία. Τα θέματα «προσωπικού» εντάχθηκαν στην γενικότερη επιχειρηματική στρατηγική. Οι εργαζόμενοι καθιστάμενοι τμήμα των πόρων της επιχείρησης χρησιμοποιούνται για την δημιουργία και ανάπτυξη του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της επιχείρησης. Υπάρχουν δυο εκδοχές της διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, μία «σκληρή» (hard version) και μια «μαλακή» (soft version). Στην πρώτη περίπτωση, η διαχείριση ανθρώπινων πόρων είναι ένα πιο συστηματικό και ορθολογικό εργαλείο με το οποίο μπορεί να στηριχθεί η οργανωτική αλλαγή με την αποτελεσματική κινητοποίηση και μέτρηση των ανθρώπινων ικανοτήτων και επιδόσεων. Η συνέχεια με τις κλασικές λειτουργικές πρακτικές είναι σαφής. Όμως, είναι ο βαθμός στον οποίο οι ανταμοιβές και οι λοιπές μορφές διαχείρισης της επίδοσης (performance management) συνδέονται με την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης, τα κέρδη και τις ζημιές της επιχείρησης, που θεωρείται αποφασιστικός. Στην δεύτερη εκδοχή μπορεί να αναγνωριστεί η σύνδεση της διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων κυρίως με το μετασχηματισμό των σχέσεων απασχόλησης στη βάση υψηλότερων επιπέδων συμμετοχής των εργαζομένων και εμπλοκής τους στη λήψη αποφάσεων. Η πολιτισμική αλλαγή μετατρέπεται σε κατ’ εξοχήν διαχειριστικό πόρο. Τα τμήματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων των επιχειρήσεων ανέλαβαν τον σχετικό ρόλο σε προγράμματα αλλαγής προσδιορίζοντας και μετρώντας την αλλαγή αξιών. Ο άλλος τρόπος ήταν οι πρακτικές υψηλής επίδοσης της εργασίας που συνδέεται κυρίως με το επίπεδο του χώρου εργασίας και με θέματα ομαδικής εργασίας, ποιότητας και συνεχούς βελτίωσης. Η στρατηγική αυτή στοχεύει στο να ωθηθούν οι εργαζόμενοι να υπερβούν τη σύμβαση εργασίας και να ξεπεραστεί ο «παλαιός συγκρουσιακός συνδικαλισμός». Βλ. Thompson P. (2003) Work Organisations: Critical Introduction, London: Palgrave MacMillan, σελ. 52.Βλ. επίσης Legge K. (1995) Human Resources Management: Rhetorics and Realities. Basingstoke: Macmillan.

[3] O Gouldner τονίζει ότι τα αιτήματα για εξουσία και έλεγχο οδηγούν στη χρήση γενικών και απρόσωπων κανόνων που μειώνουν την ορατότητα των σχέσεων εξουσίας/δύναμης που μπορούν να επηρεάσουν τους βαθμούς διαπροσωπικής έντασης και της διαφοράς μεταξύ των στόχων της οργάνωσης και της επίτευξής τους.  Βλ. Gouldner Al. (1955) Wildcat Strike: Study of an Unofficial Strike. London: Routledge and Kegan Paul.

[4] Περιγράφοντας και αναλύοντας την κατάσταση μετά την πρώτη μεγάλη απεργία των λιμενεργατών στο Λονδίνο ο Engels έγραφε ότι η απεργία είναι «το κίνημα της εξαιρετικότερης ευοίωνης προοπτικής που έχει υπάρξει όλ’ αυτά τα χρόνια (… ) Εάν αυτοί οι φτωχοί καταπιεσμένοι άνθρωποι, τα κατακάθια του προλεταριάτου, τα διάφορα απομεινάρια όλων των επαγγελμάτων, που κάθε ξημέρωμα τσακώνονται στις πύλες των αποβάθρων για μια δουλειά του ποδαριού, εάν αυτοί μπορούν να συνταιριάξουν και με τις αποφάσεις τους να τρομοκρατήσουν τις πανίσχυρες Εταιρείες του Λιμανιού, τότε, πράγματι, δεν πρέπει να απελπιζόμαστε με κανένα τμήμα της εργατικής τάξης (…) Εάν οργανωθούν οι λιμενεργάτες, όλα τα άλλα τμήματα θα ακολουθήσουν(…) Είναι ένα νικηφόρο κίνημα.». Βλ. Marx. K. and Engels F. (1975)  Articles on Britain. Moscow: Progress Publishers. σελ. 399 και αναφέρεται στο Blyton P. and Turnbull P. 2004, The Dynamics of Employee Relations. Basingstoke, Hampshire UK and NY USA: Palgrave Macmillan, σσ. 23-24.

[5] Από δύο σκοπιές μελετήθηκε η απεργία, από τη μια ως μαζική-γενική απεργία (R. Luxenbourg, Tony Cliff) και από την άλλη ως φαινόμενο που μπορεί να αναλυθεί με τα μέσα της στατιστικής (V.I.Lenin). Βλ. Luxemburg R. (1925) The Mass Strike, the Political Party and the Trade Unions. Detroit, MI: Marxist Educational Society of Detroit (www.marxists.org) ˙ Cliff T. (1985) “Patterns of Mass Strike”. International Socialism . Vol.2 No. 29, Summer 1985, σσ.3-61 (www.marxists.org) ˙ Engels F. (1889) “The Ruhr Miners’ Strike of 1889”, The Labour Leader, June  (www.marxists.org) ˙ Lenin V.I. (1910) “Strike Statistics in Russia”, Mysl, Nos. 1 and 2. Signed: V. Ilyin. December 1910 and January 1911 (Lenin Collected Works, Progress Publishers, [1974], Moscow, Vol. 16, σσ393-422. http://www.marxists.org).

[6] Εδώ υπονοείται μια σειρά κινημάτων που ήταν ισχυρά στις αρχές του 20ού αιώνα στις λατινογενείς χώρες της Ευρώπης και υποστήριζαν ότι ο σοσιαλισμός θα πραγματοποιηθεί διαμέσου των εργατικών συνδικάτων. Τα κύρια ρεύματα ήταν ο «αναρχοσυνδικαλισμός», το ρεύμα του «συντεχνιακού σοσιαλισμού» και ο «ενιαίος συνδικαλισμός» (One Big Unionism, η περίπτωση της IWW-Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου σε ΗΠΑ-Καναδά). Πέραν αυτή της κοινής γενικής αντίληψης που διατρέχει τα ρεύματα αυτά, κοινές είναι οι ακόλουθες θέσεις:  εργατικός έλεγχος της βιομηχανίας από τα συνδικάτα˙ αντικρατισμός˙ ανατροπή του καπιταλισμού με γενική απεργία των συνδικάτων χωρίς οποιαδήποτε πραγματιστική διαπραγματευτική ή μεταρρυθμιστική πρακτική στην αγορά εργασίας και στο πολιτικό πεδίο˙ ο αληθινός σοσιαλισμός προϋποθέτει το γενικό εργατικό έλεγχο. Αυτή η συνδικαλιστική παράδοση, παρά τα αρνητικά της (έλλειψη ορθολογικής σύλληψης της πραγματικότητας, παντελής απουσία συγκεκριμένης ταξικής ανάλυσης των συγκεκριμένων κοινωνιών και των ιστορικών-κοινωνικών αντιθέσεών τους), είχε να επιδείξει μια σημαντική συνεισφορά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με την έμφαση στον εργατικό έλεγχο και στην εργατική αυτοδιαχείριση, στο ότι η υπόθεση του σοσιαλισμού είναι θέμα των ίδιων των εργατών, και πάνω απ’ όλα, την πρόταξη της δημοκρατίας (άμεσης) ως βασικής αρχής των συνδικάτων εναντίον της θεσμοποίησης αντιδημοκρατικών πρακτικών (συνδικαλιστική γραφειοκρατία). Βλ. Katznelson I. and Zolberg A. (eds.) (1986)  Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States. Princeton, NJ: Princeton University Press.


[1] Μια παλιά μορφή ήταν το «βιομηχανικό σαμποταζ». Βλ. Taylor L. and Walton P. (1971) “Industrial Sabotage: Motives and Meanings.” in Stanley Cohen (ed.), Images of Deviance. Harmondsworth: Penguin, σσ 189-212 . O Λουδισμός υπήρξε μια μορφή βιομηχανικού σαμποτάζ («διαπραγμάτευση με ταραχές» κατά τον Eric Hobsbawm) ως έκφραση διαμαρτυρίας για την αντικατάσταση των τεχνιτών από τις μηχανές στην βιομηχανική παραγωγή. Βλ. Geary D. (1999) “Working-Class Identities in Europe, 1850s-1930s.” The Australian Journal of Politics and History. Vol. 45. No. 1 University of Queensland Press, σσ.20-29.  Βλ. Επίσης Geary R. (1984) European Labour Protest, 1848-1939, London: Methuen, καθώς και Thompson E. P. (1963) The Making of the English Working Class London: Penguin.
[2] Βλ. Jedel M. (1998) “The Role of Today’s Labor Movement”. The State of Business. Vo. 12. No.1   http://www.cba.gsu.edu/magazine/jedel.html
[6] Βλ. Hyman R. (1989) Strike. London: MacMillan Press, σελ. 17.

[7] Βλ. Ρούμπιν Τζ., Προύιτ Ντ. και Χη Κιμ Σ. (1999) Η διευθέτηση της κοινωνικής σύγκρουσης: κλιμάκωση-αδιέξοδο-επίλυση. Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη-Ίδρυμα Ανδρέα Παπανδρέου, σ. 31-32.

 

Written by antiracistes

26 Φεβρουαρίου, 2008 at 7:58 μμ

Αναρτήθηκε στις Θεωρία

Tagged with ,