Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Posts Tagged ‘Μαχητικός συνδικαλισμός

Κομματικός-μετριοπαθής ή Αυτόνομος-μαχητικός συνδικαλισμός; (του Θανάση Τσακίρη)

leave a comment »

Κομματικός-μετριοπαθής ή Αυτόνομος-μαχητικός συνδικαλισμός;
Το κρίσιμο ερώτημα μιας τριακονταετίας

Αθήνα, Απρίλιος 2005

Οξύτατες υπήρξαν ιστορικά, σε διεθνές αλλά και εθνικό επίπεδο, οι διαμάχες και συγκρούσεις σχετικά με την ανεξαρτησία και την αυτονομία των συνδικάτων. Οι ελληνικές κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις αποτελούν μοναδικό ιστορικό φαινόμενο. Από τη μια δεν αποτελούν τυπικά οργανώσεις εκπροσώπησης συλλογικών συμφερόντων, όπως είναι τα συνδικάτα που είναι τα μοναδικά αρμόδια σώματα για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας, από την άλλη, όμως, ως άτυπες οργανώσεις, παίζουν σημαντικότατο ρόλο στα συνδικαλιστικά πράγματα˙ αποτελούν ιμάντες μεταβίβασης της πολιτικής γραμμής των κομμάτων στα συνδικάτα επηρεάζοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι γενικά οι παρατάξεις αποτελούν ελληνικό φαινόμενο ούτε ότι μόνο στην Ελλάδα τα κόμματα παρεμβαίνουν στο συνδικαλιστικό γίγνεσθαι. Παραδείγματος χάριν, στις ΗΠΑ οι παρατάξεις παίζουν σημαντικό ρόλο αλλά δημιουργούνται με βάση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι σε συγκεκριμένα συνδικάτα. Επίσης ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα άμεσης και αδιαμεσολάβητης υποκατάστασης του συνδικαλιστικού κινήματος από τα κόμματα υπήρξε αυτό των Παλαιστινιακών συνδικάτων.

Στην ελληνική περίπτωση, θα τονίσουμε ότι η ύπαρξη και κατίσχυση των παρατάξεων γενικά αλλά και των κομματικών παρατάξεων ειδικά ενισχύεται από την σωματειακή μορφή της οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην ελληνική συνδικαλιστική και πολιτική ιστορία, η σωματειακή μορφή χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα (ή κυβερνητικό συνασπισμό) για την άλωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και την κάθετη ενσωμάτωσή τους στο κράτος και την κρατική πολιτική. Ειδικός ήταν και είναι ο ρόλος της κρατικής χρηματοδότησης των συνδικάτων στην εξάρτησή τους από το κράτος, που, εκτός των άλλων, δημιουργούσε εύφορο έδαφος για διασπάσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων και συγκρότηση νέων παρατάξεων με στόχο την αποκόμιση και οικονομικών ωφελειών (π.χ. επικουρικές συντάξεις συνταξιοδοτικών στελεχών κλπ.). Ο κατακερματισμός των ελληνικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είναι αποτέλεσμα των ειδικών συνθηκών της ιστορικής ανάπτυξης της οικονομίας (μικρό μέγεθος εκμεταλλεύσεων, κατίσχυση των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας κ.ο.κ.) εντάθηκε με την συνεχή πολυδιάσπαση λόγω της κυριαρχίας του παραταξιακού συστήματος.

Παράλληλα, όμως, με την κομματικοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, χαράσσεται μια σημαντική διαχωριστική γραμμή που δεν διαπερνά μόνο κάθετα τις «επαναστατικές» και τις «ρεφορμιστικές» συνδικαλιστικές παρατάξεις αλλά διαπερνά οριζόντια και τις «ρεφορμιστικές» ανάλογα με τη συγκυρία. Αυτή η διαχωριστική γραμμή, που τα όριά της ποικίλλουν ανάλογα με τη συγκυρία είναι η διαίρεση σε μαχητικό και μετριοπαθή συνδικαλισμό.
Συστατικά στοιχεία των στρατηγικών
του μαχητικού και του μετριοπαθούς συνδικαλισμού
Στοιχείο Μαχητικός Μετριοπαθής
Ιδεολογία Ιδεολογία συγκρουόμενων συμφερόντων Ιδεολογία συνεργασίας (partnership)
Στόχοι Φιλόδοξα αιτήματα (κλίμακα και εύρος) με παραχωρήσεις Μετριοπαθή αιτήματα με μερικές ή πολλές παραχωρήσεις
Πόροι μελών Ισχυρή εξάρτηση από την κινητοποίηση των συνδικαλισμένων εργαζομένων Ισχυρή εξάρτηση από τους εργοδότες, τρίτα μέρη ή τη νομοθεσία
Θεσμικοί πόροι Αποκλειστική στήριξη στη συλλογική διαπραγμάτευση Διάθεση πειραματισμού και στήριξη μη διαπραγμ/κών θεσμών
Μέθοδοι Συχνή απειλή ή χρήση απεργιακής δράσης Μη συχνή απειλή ή χρήση απεργιακής δράσης

Η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές του 1974 με 54% συνοδεύτηκε από το ξεκίνημα ενός πρωτοφανούς ξεσπάσματος του εργατικού κινήματος, με κινητήρια δύναμη τα βιομηχανικά εργοστασιακά σωματεία, τις οργανώσεις των οικοδόμων και, σε δεύτερη φάση, των εργαζομένων στις τράπεζες και στην κοινή ωφέλεια. Στόχος των εργαζομένων ήταν να αποκατασταθούν οι συνδικαλιστικές ελευθερίες, να αποκατασταθεί το εργατικό εισόδημα που χανόταν λόγω του ραγδαία ανερχόμενου πληθωρισμού, να συγκροτηθεί ένα σοβαρό κράτος πρόνοιας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργηθούν θεσμοί εργατικού ελέγχου, συμμετοχής και αυτοδιαχείρισης. Ένα μεγάλο μαχητικό απεργιακό κύμα ξέσπασε. Οι απεργοί από 352.000 το 1975, έφτασαν τους 1.289.000 το 1976. Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν οι απεργίες διαρκείας (πάνω από 1 μήνα), με πιο σημαντική την πολιτική πανελλαδική απεργία του Μάη, ενάντια στον «Νόμο 330». Οι απεργίες στη «Νασιοναλ Καν», στην «Μάντεμ Λάκκο», στην «ΑΜΙΑΝΤΙΤ», στην «Κεραφίνα», στη «Θεσσαλική» και αλλού καθώς και η δημιουργία των Συντονιστικών Επιτροπών κατά κλάδο, πόλη και περιφέρεια έδειξαν ότι μια νέα μορφή εργατικού συνδικαλισμού γεννιόταν στην Ελλάδα. Τρία χρόνια μετά, το 1977, η «πανίσχυρη» κυβέρνηση του 54%, φοβούμενη ότι θα έχανε τον έλεγχο, κατέφυγε σε πρόωρες εκλογές, συγκέντρωσε μόνο το 42% των ψήφων και ξαναβγήκε χάρις στο εκλογικό σύστημα. Την ίδια ώρα το ΠΑΣΟΚ διπλασίαζε τις δυνάμεις του, φτάνοντας στο 25%. Παράλληλα, η κοινωνική πόλωση που βάθαινε, εξαφάνισε ουσιαστικά τα Κόμματα του Κέντρου, μιας και τα μικροαστικά στρώματα άρχισαν να κινούνται προς την αριστερά.

Οι κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις, ειδικά στην μεταπολίτευση, κυριάρχησαν στα συνδικάτα παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον παλιότερο «εργατοπατερίστικο» συνδικαλισμό που στηριζόταν περισσότερο στη σύνδεσή των παρατάξεών του με το κράτος. Έτσι, μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας, η οργανωμένη παρέμβαση των κομμάτων προσέλαβε μια εντελώς καινούργια μορφή με την συγκρότηση παρατάξεων που ασπάζονταν τους σκοπούς των κομμάτων. Η διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ απέφερε ήδη από τα χρόνια της δικτατορίες τους «πικρούς καρπούς» του διχασμού του αντιδικτατορικού κινήματος και της δημιουργίας ξεχωριστών συνδικαλιστικών παρατάξεων. Με το ΚΚΕ εσωτερικού συντάχθηκε το ΑΕΜ (Αντιδικτατορικό Εργατικό Μέτωπο) και με το εναπομείναν ΚΚΕ η ΕΣΑΚ (Ενιαία Συνδικαλιστική Αντιδικτατορική Κίνηση). Μην μπορώντας να συνεργαστούν ούτε με την ΕΣΑΚ ούτε με το ΑΕΜ στο επίπεδο της κεντρικής συνδικαλιστικής σκηνής, οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ συγκρότησαν το 1975 την ΠΑΣΚΕ (Πανελλήνια Αγωνιστική Συνδικαλιστική Κίνηση). Από τη μεριά τους οι συντηρητικοί και οι κεντρογενείς συνδικαλιστές που στράφηκαν προς την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία συνέχισαν να λειτουργούν με χαλαρά οργανωμένες παρατάξεις υπό την ηγεμονία της επίσημης ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Οι συνδικαλιστές που υποστήριξαν τις δικτατορικές «κυβερνήσεις» υιοθέτησαν, το 1976, την τακτική της προσκόλλησης στις συντηρητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις, αφού σε μια πρώτη φάση συγκρότησαν την ΕΔΕΚ (Ελεύθερη Δημοκρατική Εργατική Κίνηση). Η διοίκηση της ΓΣΕΕ υπό την ηγεσία των Ν. Παπαγεωργίου (προπολεμικά συνδικαλιστής του παραδοσιακού Κέντρου) και Χ. Καρακίτσου (Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας) στα λόγια υιοθετούσε τις διακηρύξεις της αντιπολίτευσης σχετικά με την αμοιβή της εργασίας αλλά στην πράξη η γραμμή της ήταν αυτή της συναίνεσης προς την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ και του συμβιβασμού με τους εργοδότες, χωρίς καν να προσεγγίζει την έννοια του «ρεφορμιστικού» ή έστω και του «μετριοπαθούς» συνδικαλισμού. Χαρακτηριστικός σταθμός στη συγκρότηση της συμμαχίας φιλοκυβερνητικών και χουντικών συνδικαλιστών υπήρξε το 19ο Έκτακτο Συνέδριο της ΓΣΕΕ που διεξήχθη στην Καλαμάτα και καταγγέλθηκε από όλες τις μη κυβερνητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις ως «πραξικόπημα». Οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν θύμιζαν τις προδικτατορικές μετεμφυλιακές καθώς αποκλείστηκαν δεκάδες σωματεία και ομοσπονδίες που ελέγχονταν από τη μεταπολίτευση ενώ έγιναν δεκτοί αντιπρόσωποι σωματείων-«φαντασμάτων» που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά (ακόμη και «συνδικαλιστές»-«κακοποιά στοιχεία», κατά την έκφραση του ίδιου του Προέδρου του Συνδικαλιστικού Τμήματος της Ν.Δ. Κ. Μπακατσέλου»). Η ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζομένων στις τράπεζες και στην κοινή ωφέλεια που ακολούθησε διέλυσε τις όποιες αυταπάτες υπήρχαν όσον αφορά το ρόλο της συμμαχίας κυβερνητικών-χουντικών. Μια σειρά από ομοσπονδίες και σωματεία δημιούργησαν τις ΣΑΔΕΟ εν είδη συντονιστικών σχημάτων αγώνα είτε για την διεκδίκηση λύσεων στα διογκούμενα προβλήματα της πολιτικής λιτότητας που επέβαλε η κυβέρνηση της ΝΔ είτε για την συμμετοχή των αποκλεισμένων ομοσπονδιών στη διοίκηση της ΓΣΕΕ. Ειδικά για το δεύτερο αίτημα, όμως, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς καταστατικού τύπου. Δεν επρόκειτο για κάποιους «ασυνείδητους» συνδικαλιστές που παραβίαζαν απλώς το καταστατικό και δεν εφάρμοζαν τις «δημοκρατικές αρχές». Επρόκειτο για συνειδητή ταξική πολιτική με στόχο τη διάσπαση, τον κατακερματισμό και τον έλεγχο του εργατικού κινήματος από τη συμμαχία κυβερνητικών-χουντικών. Αυτή η συμμαχία διατήρησε τον έλεγχο της κεντρικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ ως το 1981 οπότε με την κυβερνητική αλλαγή και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ανετράπη με δικαστική απόφαση.

Στις εθνικές βουλευτικές εκλογές της 18ης Οκτωβρίου το ΠΑΣΟΚ κατήγαγε μια συντριπτική νίκη έναντι της απερχόμενης κυβέρνησης της ΝΔ. Αυτή η πολιτική αλλαγή επέφερε αλλαγές σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών πεδίων. Στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων καθώς και μεταξύ πολιτικών κομμάτων και συνδικάτων παρατηρήθηκαν τόσο στοιχεία τομής όσο και στοιχεία συνέχειας με το παρελθόν. Η ΠΑΣΚΕ με την χρήση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου κατάφερε να αναδειχθεί με δικαστική απόφαση ηγεμονική πλειοψηφούσα δύναμη στη ΓΣΕΕ. Η δικαστική καθαίρεση της παλιάς ηγεσίας και η ανάδειξη νέας πλειοψηφίας με μόνο κριτήριο την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην οποία επρόσκειτο η ΠΑΣΚΕ, έδειξε τα όρια των όποιων αλλαγών: κυριάρχησε το στοιχείο της συνέχειας με τη χρήση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου και τη διαιώνιση των αντιδημοκρατικών πρακτικών. Με τους χειρισμούς αυτούς το κυβερνητικό πλέον ΠΑΣΟΚ έδειξε ότι θα χρησιμοποιούσε κάθε νόμιμο ή και ημινόμιμο μέσο για την προστασία της εφαρμογής της πολιτικής του και την τιθάσευση των συνδικάτων προτού η δυσαρέσκεια των μελών τους (ενόψει της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει μετά από τις πρώτες αυξήσεις μισθών το 1982) πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τομή με το παρελθόν υπήρξε η αναγνώριση από το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ του κινήματος των εργοστασιακών σωματείων που κινητοποιήθηκαν στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο ανεξάρτητα και αυτόνομα από τα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς. Το σύστημα των συνδικαλιστικών παρατάξεων αναγνωρίστηκε επίσημα με την ψήφιση του Ν. 1264/1982 και την καθιέρωση της απλής αναλογικής στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων. Αν και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Νόμος 1264/1982 υπήρξε τομή σε σχέση με το παρελθόν, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι με τις μικρές αλλά αποτελεσματικές παρεμβάσεις στις επιμέρους διατάξεις, αποκλείστηκαν σε μεγάλο βαθμό οι αυτόνομες ομάδες και οι ανεξάρτητοι υποψήφιοι προς όφελος των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων και τη μετατροπή των συνδικάτων σε μικρογραφίες του κοινοβουλίου. Από μια εντελώς λειτουργιστική σκοπιά, το σύστημα των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων χρησίμευσε στα πολιτικά κόμματα τόσο ως επικοινωνιακός δίαυλος όσο και ως δεξαμενή άντλησης ψήφων και στρατολόγησης πολιτικού προσωπικού που δεν επρόκειτο να ξαναβρεί το δρόμο της επιστροφής του στις επαγγελματικές του καταβολές. Ο δρόμος για την κοινοβουλευτική και υπουργική καρέκλα άνοιγε μέσα από τα συνδικάτα και τις κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις.

Μεταξύ 1981 και 1985, οι απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν μειωμένες σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Εκτός από την ψήφιση του Ν. 1264/1982 που θεωρήθηκε ως κατάκτηση, η κυβέρνηση χορήγησε αρκετά υψηλές αυξήσεις στους κατώτερους μισθούς-ημερομίσθια και συντάξεις, μειώθηκαν οι ώρες εργασίας σε 40 εβδομαδιαίως, η ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών αυξήθηκε σε 4 εβδομάδες, ταμεία επικουρικής σύνταξης δημιουργήθηκαν σε κλάδους όπου δεν υπήρχαν, θεσπίστηκε η τυπική ισότητα των δύο φύλων.

Όλα αυτά τα μέτρα δημιούργησαν ένα ευνοϊκό κλίμα εκλογικής στήριξης της ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα ποσοστά και οι έδρες της παραδοσιακής αριστεράς –ιδιαίτερα της ΕΣΑΚ- σε μια σειρά συνδικαλιστικές εκλογές που διεξήχθησαν αυτήν την περίοδο. Στο χώρο της συνδικαλιστικής δεξιάς κυριαρχούσαν ακόμη οι προσκείμενοι στην προηγούμενη ηγεσία της ΓΣΕΕ χωρίς όμως να συντονίζονται και να έχουν μια κοινή γραμμή πλεύσης. Σε επίπεδο ΓΣΕΕ και βασικών εργατικών κέντρων κυριαρχούσε γραμμή της «σκληρής δεξιάς» στο πλαίσιο της «ρεβανσιστικής» πολιτικής στρατηγικής της ΝΔ υπό την προεδρία του Ευάγγελου Αβέρωφ. Η πολωτική αυτή αντιπαράθεση ενίσχυε στη φάση εκείνη την ΠΑΣΚΕ με εργαζόμενους που παλιότερα ψήφιζαν τις παρατάξεις της αριστεράς. Ακόμη, το πολιτικό μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που υποστήριζε το ΚΚΕ σε συνδυασμό με την καταστολή της Πολωνικής Αλληλεγγύης και την επιβολή στρατιωτικού νόμου στην χώρα-καρδιά του Συμφώνου της Βαρσοβίας γινόταν ολοένα και λιγότερο αποδεκτό από τη βάση του, σπρώχνοντας τους ψηφοφόρους του στην κάλπη της ΠΑΣΚΕ αλλά και των αυτόνομων συσπειρώσεων που επαγγέλονταν μια δημοκρατική και αυτοδιαχειριστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Επιπλέον, συγκεκριμένα οργανωτικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του ΚΚΕ, όπως η μη δημοκρατική γραφειοκρατική δομή του, οι αντιφάσεις της στρατηγικής του και της τακτικής του απέναντι στο κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ (σύγκρουση στην αρχή, «μορατόριουμ» στην ηγεσία της ΓΣΕΕ μετά το 23ο Συνέδριο της συνομοσπονδίας) προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερες διαρροές συνδικαλιστών που δεν συμφωνούσαν με την κάθετη επιβολή της κομματικής γραμμής και χειραγώγηση του συνδικαλιστικού χώρου από την ΕΣΑΚ.

Στο χώρο των τραπεζών η απεργία των 42 ημερών του 1982 για το ενιαίο μισθολόγιο αποτέλεσε το «κρας-τεστ» για την αντοχή του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ αλλά και για την συνοχή της ΟΤΟΕ. Η απεργία έτυχε της αποδοχής και της ΠΑΣΚΕ τις πρώτες τρεις ημέρες μέχρι να ζητηθεί επιτακτικά από την κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ η λήξη της με το αιτιολογικό ότι τα αιτήματα ικανοποιήθηκαν και η συνέχιση της απεργίας, πέραν του ότι δεν είχε νόημα, αποκτούσε πια χαρακτήρα υπονόμευσης της «κυβέρνησης της αλλαγής». Η κυβερνητική πίεση για λήξη της απεργίας δεν πέτυχε οπότε «επιστρατεύθηκε» η ΠΑΣΚΕ ώστε να εκδηλωθεί η «αγωνιστική απεργοσπασία», όπως χαρακτηρίστηκε από τον κλαδικό τύπο της εποχής. Η συγκλονιστική απεργία των 42 ημερών κατέδειξε τα όρια χειρισμών της ΠΑΣΚΕ όσον αφορά τη στάση της σε σχέση με την κυβερνητική πολιτική, η ΕΣΑΚ, παρά την αγωνιστική στάση και κινητοποίηση των στελεχών της, δεν κατάφερε να γλιτώσει από τις συνέπειες της κεντρικής στρατηγικής και τακτικής του ΚΚΕ. Σε μια σειρά από συλλόγους έχασε μικρό ή/και μεγάλο μέρος της προηγούμενης εκλογικής δύναμής της. Από την πτώση της ΕΣΑΚ επωφελήθηκαν και οι δεξιές παρατάξεις, ειδικά το 1983, όταν από περιθωριακές δυνάμεις που δεν συγκέντρωναν πάνω από 20% (π.χ. Εμπορική Τράπεζα, όπου η ΕΣΑΚ μεταξύ 1977-1983 ήταν πρώτη δύναμη με ποσοστά γύρω στο 40%) βρέθηκαν να απειλούν την πρωτοκαθεδρία της ΠΑΣΚΕ. Το 1985 οργανώθηκε η συνδικαλιστική δεξιά «εις παράταξιν μίαν». Η Δημοκρατική Ανεξάρτητη Κίνηση Εργαζομένων (ΔΑΚΕ) συγκροτήθηκε ως ενιαία παράταξη δανειζόμενη οργανωτικές δομές, συνθήματα και αιτήματα από την παραδοσιακή αριστερά διατηρώντας παράλληλα ορισμένα συντεχνιακά χαρακτηριστικά (π.χ. υπεράσπιση του συστήματος πρόσληψης παιδιών υπαλλήλων-συνήθως σε ποσοστό 10% επί του συνολικού αριθμού των νεοπροσλαμβανομένων). Ως συνέπεια, το εκλογικό σώμα που ακολουθούσε τις παρατάξεις ΔΑΚΕ και ΠΑΣΚΕ μεγεθύνθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό ώστε να παρακολουθεί τις εκλογικές διακυμάνσεις των μητρικών κομμάτων. Όπως τονίσαμε παραπάνω, η ΠΑΣΚΕ αύξανε τις δυνάμεις της (κυρίως σε βάρος της παραδοσιακής συνδικαλιστικής αριστεράς) παρ’ ότι έπαιζε συχνά ανοιχτό απεργοσπαστικό ρόλο («αγωνιστική απεργοσπασία») ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος και την χρήση απεργοσπαστικών μηχανισμών από τις επόμενες κυβερνήσεις. Η αύξηση αυτή δεν ανακόπηκε και παρ’ ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προώθησε μορφές περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής (ετεροχρονισμός ΑΤΑ με Προεδρικό Διάταγμα το 1993, έμμεσα με άρθρο 4 του Ν. 1365/1983 περί κοινωνικοποιήσεων με το οποίο δινόταν δικαίωμα σε μικρές ομάδες διαφωνούντων να σταματούν τις απεργίες στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα και τις τράπεζες).

Την ίδια περίοδο ξεκίνησαν οι περιβόητες «κοινωνικοποιήσεις» των δημοσίων επιχειρήσεων ΟΤΕ-ΔΕΗ-ΕΥΔΑΠ και αναμενόταν η έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων για την κοινωνικοποίηση των τραπεζών του δημοσίου τομέα. Τα τελευταία δεν εκδόθηκαν ποτέ. Η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων ήταν μειοψηφική. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονταν με παραταξιακά ψηφοδέλτια μεταφέροντας στις συνεδριάσεις των ΑΣΚΕ (γενικές συνελεύσεις αντιπροσώπων των κοινωνικών φορέων) των κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων την κομματική γραμμή των παρατάξεών τους και όχι των εργαζομένων που εκπροσωπούσαν.

Μετά τις εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές του 1985 , που σηματοδοτήθηκαν από την πιο έντονη από ποτέ πόλωση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και την αρχή του τέλους του σοσιαλδημοκρατικού πειράματος «ελληνικού τύπου» , ακολούθησε η επιβολή από τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του μονεταριστικού προγράμματος για τη «σταθεροποίηση της οικονομίας». Η τοποθέτηση του Κ. Σημίτη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και η επίκληση γενικώς των διεθνών και εγχώριων οικονομικών προβλημάτων σε συνδυασμό με την εφαρμογή μέτρων λιτότητας σήμανε την απαρχή μιας στροφής προς τις νέες τάσεις του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στελεχών, μελών και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η αντίδραση όμως δεν έμεινε εντός των οργανωτικών δομών του ΠΑΣΟΚ αλλά βγήκε προς τα έξω με τη δημόσια διαφωνία 7 μελών της ΠΑΣΚΕ στη Διοίκηση της ΓΣΕΕ τον Οκτώβριο του 1985. Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και το εκτελεστικό του γραφείο αποφάσισαν τη διαγραφή των 7 διαφωνούντων. Οι διαφωνούντες αρχικά συντάχθηκαν με την συνδικαλιστική αντιπολίτευση, ανέτρεψαν την νομιμόφρονα ΠΑΣΚΕ από το προεδρείο της ΓΣΕΕ και προκήρυξαν απεργιακές κινητοποιήσεις εναντίον της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία απαγορεύονταν οι αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων πέραν της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν η δικαστική παρέμβαση για την ανατροπή της πλειοψηφούσας συνδικαλιστικής αντιπολίτευσης από τη Διοίκηση της ΓΣΕΕ και η αντικατάστασή της από νέα στην οποία πλειοψηφούσε το «νομιμόφρον» τμήμα της ΠΑΣΚΕ.

Η σύγκρουση γρήγορα μεταφέρθηκε στους επί μέρους μαζικούς χώρους και, στην περίπτωσή μας, στις τράπεζες. Η αρχή έγινε το Δεκέμβριο του 1985 στην Εμπορική Τράπεζα, όπου συγκρούστηκαν οι διαγραφέντες που σχημάτισαν ψηφοδέλτιο διατηρώντας τον τίτλο ΔΗΣΚ και οι νομιμόφρονες που χρησιμοποίησαν τον τίτλο της ΠΑΣΚΕ. Η μάχη ήταν σκληρή καθώς οι χθεσινοί σύντροφοι έγιναν εν μία νυκτί αντίπαλοι. Οι διαγραφέντες επικράτησαν και ο Σύλλογος για τα επόμενα χρόνια θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των απεργιακών και άλλων εργατικών κινητοποιήσεων για την ανατροπή της κυβερνητικής εισοδηματικής πολιτικής. Στην Εθνική Τράπεζα, οι νομιμόφρονες επικράτησαν των διαγραμμένων χωρίς δυσκολία επειδή όσοι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της ΠΑΣΚΕ έκαναν το μεγάλο βήμα μοιράστηκαν στις άλλες παρατάξεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ιονικής, οι διαφωνούντες παρέμειναν στην ΠΑΣΚΕ. Μετά από μερικούς μήνες, οι διαγραμμένοι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ συγκρότησαν πολιτικό-συνδικαλιστική παράταξη πανελλήνιας εμβέλειας (Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλληλική Κίνηση-ΣΣΕΚ). Αναζητώντας μια τρίτη λύση απέναντι στην σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση που είχε πάρει το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και τη σταλινική αριστερά, και έχοντας απορρίψει το ευρωκομμουνιστικό πείραμα, προτίμησαν την επιστροφή στην στρατηγική της «Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη» του μεταπολιτευτικού ΠΑΣΟΚ.

Η μαζική αυτή έξοδος μελών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ –μαζικότερη και από την περίπτωση της Δημοκρατικής Άμυνας, των Τροτσκιστών και της ΕΜΑΣ- είχε ως επίκεντρο τον κόσμο της μισθωτής εργασίας˙ «απομυθοποίησε», ως ένα βαθμό, το ρόλο των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων στη συνείδηση πολλών εργαζομένων και έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας του συνδικαλιστικού κινήματος με άλλους όρους από την άποψη της μαζικότητας. Ταυτόχρονα, άνοιξε νέους εκλογικούς διαδρόμους μέσω της συνεργασίας της με ομάδες και συσπειρώσεις του αυτόνομου ριζοσπαστικού χώρου. Στο συγκεκριμένο χώρο των τραπεζών, η ΣΣΕΚ συνεργάστηκε στο Σύλλογο της Εμπορικής Τράπεζας με την ΑΣΚ και την ΕΣΠ δημιουργώντας τη «Συσπείρωση Εργαζομένων» που έγινε πρότυπο συνεργασίας σε άλλους συλλόγους και σε επίπεδο Ομοσπονδίας. Προβλήθηκαν οι θέσεις και τα αιτήματα περί «άμεσης δημοκρατίας», «περιφερειακών και τοπικών γενικών συνελεύσεων», εξάλειψης της γραφειοκρατίας στα συνδικάτα», «πλήρους ισότητας των δύο φύλων σε όλα τα επίπεδα», «αυτόνομου-ταξικού-δημοκρατικού συνδικαλισμού». Αναδείχθηκαν στην ημερήσια διάταξη των συνδικάτων τα θέματα της «προστασίας του περιβάλλοντος», της «υγιεινής και ασφάλειας», της «παρέμβασης στην εισαγωγή της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής στους εργασιακούς χώρους» κ.α. Στο παθητικό της όμως καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης ως συνέπεια της μακρόχρονης παραμονής των στελεχών και μελών της στο πολυσυλλεκτικό και λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ, ο παραγοντισμός των στελεχών της, και ο καιροσκοπισμός, χαρακτηριστικότερη εκδήλωση του οποίου αποτέλεσε η προσπάθεια εμφύτευσης στον Ελλαδικό χώρο του προτύπου συγκρότησης του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος (ίδρυσή του από τα συνδικάτα). Το πείραμα απέτυχε παταγωδώς στις εκλογές του Ιουνίου 1989 και κατέληξε στην επιστροφή το 1992 στο ΠΑΣΟΚ μεγάλου μέρους των στελεχών της που παρέμειναν ως το τέλος. Η ΣΣΕΚ συνεργάστηκε με τις άλλες παρατάξεις της αντιπολίτευσης στις απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις για την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής της εισοδηματικής λιτότητας. Για το σκοπό αυτό συγκρότησε -από κοινού με τις άλλες παρατάξεις- τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα στην οποία συμμετείχαν οι ηγεσίες των Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων που είχαν πάρει αποφάσεις καταδικαστικές για την κυβερνητική πολιτική και την αδράνεια της διορισμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ. Οι άλλες παρατάξεις που συμμετείχαν στη ΣΕΑ ήταν η ΕΣΑΚ και η ΔΑΚΕ όπως και οι συνδικαλιστές της «Αυτονομίας-Ανανέωσης» και του ανεξάρτητου-αυτόνομου χώρου. Η ΣΕΑ, όμως, δεν είχε καλό τέλος. Οι κομματικές αντιπαραθέσεις πάνω σε θέματα στρατηγικής και τακτικής θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί αν υπήρχε μια πολιτική κουλτούρα διαφορετική. Σε συνδυασμό με την επερχόμενη προεκλογική περίοδο του 1989, αυτή η δυσκολία συνεννόησης και χάραξης κοινής στρατηγικής και τακτικής στάθηκε μοιραία για την παραπέρα συνεργασία. Οι συνέπειές της ήταν φανερές στο επίπεδο των απεργιακών κινητοποιήσεων: οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του 1988 που ξέσπασαν στους χώρους των εργαζομένων στις τράπεζες και στους δημόσιους και ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς (ΟΛΜΕ-ΟΙΕΛΕ) δεν συντονίστηκαν ώστε να πετύχουν καλύτερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας από αυτές που ήταν πρόθυμη η κρατική και ιδιωτική εργοδοσία να υπογράψει χωρίς την πίεση των αγώνων. Στις απεργίες αυτές ήταν φανερή η έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων και εργατικής βάσης καθώς οι κομματικές παρατάξεις αναγκάστηκαν -κάτω από την πίεση των εργαζομένων που μάζευαν συνεχώς υπογραφές υπέρ της απεργίας διαρκείας και του έλεγχου του αγώνα από τα κάτω- να προχωρήσουν σε διεξαγωγή ανοιχτών γενικών συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων που αποφάσιζαν για την παραπέρα πορεία των κινητοποιήσεων. Οι απεργίες όμως έληξαν με απόφαση της ΕΣΑΚ η οποία, με τον κρίσιμο αριθμό ψήφων που διέθετε στα διοικητικά όργανα των ομοσπονδιών, συμφώνησε με την ΠΑΣΚΕ για την υπογραφή της Σύμβασης στην ΟΤΟΕ χωρίς την εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων.

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ από την κυβερνητική εξουσία και η άνοδος στη θέση του τόσο της κυβέρνησης συνεργασίας της Ν.Δ. και του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, όσο και της Οικουμενικής Κυβέρνησης με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ παρέλυσαν για μια ολόκληρη χρονιά το συνδικαλιστικό κίνημα και τα όργανά του ελλείψει αντιπολίτευσης. Η κομματικοποίηση είχε φτάσει στο απόγειο της. Οι μεμονωμένοι απεργιακοί αγώνες που ξεσπούν δεν έχουν ευτυχή κατάληξη. Στην Τράπεζα Πίστεως οι χιλιάδες απεργοί που έδιναν καθημερινές μάχες, κόντρα σε μια εργοδοσία αποφασισμένη να νικήσει και να επιβάλει τους δικούς της όρους ενόψει της έντασης του ενδοτραπεζικού ανταγωνισμού και της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έμειναν μετέωροι καθώς οι κομματικοί συσχετισμοί σε ΓΣΕΕ και ΟΤΟΕ ήταν συντριπτικοί σε βάρος της ανάπτυξης αυτόνομων συνδικαλιστικών αγώνων.

Η δεκαετία 1990-2000 βρίσκει το συνδικαλιστικό κίνημα απροετοίμαστο να αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες που προσδιορίζονται από την πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στην ένταση της αντεπίθεσης του κεφαλαίου, που απειλεί με αφαιρέσεις κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, στην κυβερνητική αλλαγή και στις προκλήσεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι κομματικές συνδικαλιστικές παρατάξεις συνέβαλαν σε μια εικόνα συνεχούς απαξίωσης του συνδικαλιστικού κινήματος καθ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία, έχοντας μετατρέψει τα συνδικάτα σε κοινοβουλευτικού τύπου αρένες. Με τις εκλογές του Απριλίου 1990 και την ανάδειξη της Ν.Δ. σε αυτοδύναμη κυβέρνηση αντεστράφησαν οι ρόλοι καθώς η ΠΑΣΚΕ βρέθηκε στην θέση της αντιπολιτευόμενης παράταξης και η ΔΑΚΕ σ’ αυτή του υπερασπιστή της κυβερνητικής πολιτικής. Όμως, παρ’ όλα αυτά, κάτι δείχνει να αλλάζει. Ήδη από το 1987, στις αποφάσεις του 23ο συνεδρίου της ΓΣΕΕ, στο οποίο παρέστη μόνο η κυβερνητική ΠΑΣΚΕ, τονίζεται «η ανάγκη υπέρβασης των παραδοσιακών πρακτικών συγκεντρωτισμού και αυταρχισμού, που χαρακτήριζαν για χρόνια τη συνδικαλιστική εξουσία, μέσα από την τήρηση της αρχής της δημοκρατικής λειτουργίας στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.» Για να γίνει, όμως, αυτό, βασική προϋπόθεση είναι η «διαμόρφωση ενός μαζικού, αυτόνομου από τον κομματικό εναγκαλισμό και ταξικά πολιτικοποιημένου συνδικαλιστικού κινήματος, ικανού να ενεργοποιείται μέσα και έξω από τους θεσμούς». Αυτή η τάση θα εκδηλωθεί πιο φανερά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με την υπογραφή της πρώτης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας διετούς διαρκείας μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτικών οργανώσεων, που από τη μια προκάλεσε εύλογες ανησυχίες περί εργασιακής ειρήνης σε μια περίοδο εντεινόμενης οικονομικής ύφεσης και από την άλλη προκάλεσε την οργή του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και ορισμένων συνδικαλιστικών στελεχών του που συνδέονταν πολιτικά μαζί του και διατέλεσαν μέλη της διορισμένης διοίκησης της ΓΣΕΕ το 1985.

Η κυβερνητική στρατηγική της ΝΔ δεν άφηνε πολλά περιθώρια στο συνδικαλιστικό κίνημα καθώς, στην προσπάθεια να θωρακιστεί η πολιτική της από την ανάπτυξη των εργατικών συνδικαλιστικών αγώνων, ψηφίστηκαν νόμοι που περιόριζαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε αποδεκτά από κράτος και εργοδότες όρια και ακύρωναν εργατικές κατακτήσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα περιορισμού των περιθωρίων κινήσεων των συνδικάτων ήταν η ψήφιση νόμου με τον οποίο προβλεπόταν επιβολή αυστηρών ποινών σε συνδικάτα που δεν θα συναινούσαν στην ύπαρξη του αναγκαίου «προσωπικού ασφαλείας» κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της κυβέρνησης προέβλεπε και υλοποιούσε σταδιακά τις εξής πολιτικές: αποεθνικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (αύξηση ορίων ηλικίας, αύξηση μηνιαίων εισφορών και μείωση δαπανών με μείωση συντάξεων και επιδομάτων), μέτρα αυστηρής εισοδηματικής λιτότητας (κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής, αυξήσεις φόρων κλπ). Ταυτόχρονα προωθούσε την απορύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και την έγκριση για χρήση ολοένα και περισσότερων εποχιακώς ή μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων. Αυτή η πολιτική προκάλεσε πολλά προβλήματα στις διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης, ειδικά στην ΟΤΟΕ, όταν το 1991 οι εργοδότες προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με δικά τους αιτήματα που αφορούσαν την εισαγωγή του ευέλικτου ωραρίου εργασίας και της λειτουργίας των τραπεζών κατά τα απογεύματα και τα Σάββατα. Το 1993 προσήλθαν με αίτημα την ουσιαστική κατάργηση του «επιδόματος ισολογισμού» καθώς ζητούσαν να καταβάλλεται μόνο κατόπιν αποφάσεως των Γενικών Συνελεύσεων των Μετόχων κάθε Τράπεζας και στο βαθμό που θα υπήρχαν κέρδη. Απαιτούσαν επίσης τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα, την εξάλειψη κάθε μορφής εξομοίωσης των υπαλλήλων των τραπεζών, την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας και την αποφυγή θεσμοθέτησης του τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικο-οικονομικό πλαίσιο ήταν αδύνατη η συνέχιση της χρήσης παλαιότερων στρατηγικών και τακτικών για τις κομματικές συνδικαλιστικές αλλά και για τις αυτόνομες παρατάξεις. Δεν είχαν καταργηθεί οι πελατειακές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν οι δύο μεγάλες κομματικές παρατάξεις για να ενισχύουν τις εκλογικές τους δυνάμεις αλλά δεν είχαν πλέον τόση ισχύ όσο στο παρελθόν. Παρ’ όλο που η «γραφειοκρατική πατρωνία» δεν καταργήθηκε ως πολιτική πρακτική, την οποία χρησιμοποίησαν κατά κόρον οι δύο μεγάλες συνδικαλιστικές παρατάξεις στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, στη δεκαετία του «εκσυγχρονισμού» που αποτέλεσε το νέο πολιτικό σχέδιο ενός σημαντικού μέρους της άρχουσας τάξης, και που υλοποιήθηκε ως ένα βαθμό από τις κυβερνήσεις Σημίτη-ΠΑΣΟΚ, κυρίαρχη ήταν η τάση για τον «κοινωνικό διάλογο» και την «συνδικαλιστική συναίνεση». Η κυριαρχούσα στη διοίκηση της ΓΣΕΕ εκσυγχρονιστική πτέρυγα της ΠΑΣΚΕ επέβαλε τη γραμμή του «κοινωνικού διαλόγου» συμμετέχοντας σε τριμερείς συζητήσεις με την κυβέρνηση και τους εργοδότες (π.χ. εργασιακές σχέσεις, συζήτηση νόμου για την απασχόληση και τις υπερωρίες κ.α.). Στις συζητήσεις αυτές αρχικά συμμετείχε η ΔΑΚΕ και η Αυτόνομη Παρέμβαση. Η τελευταία γρήγορα αποσύρθηκε από τις συζητήσεις και αργότερα η ΔΑΚΕ, ιδιαίτερα όσο πλησίαζαν οι εθνικές βουλευτικές του 2000. Επίσης, η ανάδειξη της ΔΑΚΕ σε δεύτερη δύναμη σε βάρος της ΕΣΑΚ υποχρέωσε την ΠΑΣΚΕ να παραχωρήσει στην πρώτη θέσεις στο προεδρείο της συνομοσπονδίας και να αποτελέσει πιλότο για τις μετέπειτα συνδικαλιστικές συνεργασίες ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.

Σημαντικές εξαιρέσεις αποτελούσαν οι περιπτώσεις όπου η ΠΑΣΚΕ συγκέντρωνε απόλυτη πλειοψηφία τόσο σε ψήφους όσο και σε έδρες ή αντίστοιχα οι δυνάμεις της ΔΑΚΕ και οι παραλλαγές της. Η Ιονική Τράπεζα για την ΠΑΣΚΕ και η Τράπεζα Πίστεως για τη ΔΑΚΕ και την μετεξέλιξή της σε Φιλ.Κι.-ΑΣΚΕ αποτελούσαν τα παραδοσιακά οχυρά τους. Βέβαια, αυτή η τάση δεν κυριάρχησε χωρίς αντιστάσεις τόσο από την πλευρά όσων βολεύονταν με το σύστημα της «γραφειοκρατικής πατρωνίας» όσο και από τα αριστερά, ριζοσπαστικά και τα αυτόνομα συνδικαλιστικά σχήματα που αντιδρούσαν γιατί θεωρούσαν ότι επρόκειτο για στρατηγική συστημικής ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό δείγμα της νέας εποχής της συναίνεσης αποτέλεσε η αλλαγή τακτικής της ΠΑΣΚΕ που σε πάμπολλες περιπτώσεις, ιδιαίτερα προς το τέλος της εξεταζομένης περιόδου, άλλαξε άρδην τις απόψεις της περί «δημοκρατικών» προεδρείων στα συνδικάτα και τις αντικατέστησε με τις απόψεις περί «αντιπροσωπευτικών» και «αναλογικών» προεδρείων. Καθώς οι δυνάμεις της αριστεράς, ειδικά της παραδοσιακής, εξασθενούσαν στα συνδικάτα, οι νέοι συνεταίροι της ΠΑΣΚΕ στα προεδρεία κινούνταν είτε στον αστερισμό της κεντροδεξιάς είτε στις παρυφές του ΠΑΣΟΚ -και ορισμένες φορές η συνεργασία ήταν αμφίπλευρη. Όμως, οι εξελίξεις στην περίοδο της πώλησης της Ιονικής Τράπεζας αλλά και οι κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό τον Απρίλιο του 2001 έδειξαν, ότι παρά την πολιτική της συναίνεσης και του κοινωνικού εταιρισμού που επιβλήθηκε, οι εργαζόμενοι δεν είναι παθητικά όντα καθηλωμένα και συμφεροντολόγα –όπως τονίζεται εμμέσως από θεωρίες που προκρίνουν, ως απόλυτα και μονοπαραγοντικά ερμηνευτικά σχήματα τον κρατικό κορπορατισμό, τον λαϊκισμό, ή τις πελατειακές σχέσεις- αλλά μπορούν σε ορισμένες συγκυρίες να κινητοποιηθούν είτε προκαλώντας καθυστέρηση της εφαρμογής πολιτικών που αντίκεινται στα συμφέροντά τους (Ιονική) είτε ακόμη και να ανατρέψουν την πολιτική αυτή ή τουλάχιστον να αμβλύνουν τις αιχμές της (περίπτωση Ασφαλιστικού).

Παράλληλα με τις εξελίξεις αυτές, σημειώθηκε μια άλλη εξέλιξη διόλου ενθαρρυντική για το μέλλον του συνδικαλιστικού κινήματος που τείνει να καθηλώσει για άλλη μια φορά το συνδικαλιστικό κίνημα σε αδιέξοδες καταστάσεις. Η ίδρυση του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου (ΠΑΜΕ) από τις δυνάμεις της ΕΣΑΚ κατά κύριο λόγο με τη συνεπικουρία των λιγοστών συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΔΗΚΚΙ, που βεβαίως δεν έχει επηρεάσει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των τραπεζών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προκαλεί καταστάσεις διάσπασης του συνδικαλιστικού κινήματος, στο μέτρο που η παράταξη αυτή δείχνει να επιθυμεί να μετεξελιχθεί σε τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό φορέα.

Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από αυτή την εξέταση της σχέσης κομμάτων και συνδικαλιστικών παρατάξεων; Πρώτα απ’ όλα πρέπει να τονίσουμε ότι τα συμπεράσματα δεν είναι οριστικά και δεν μπορούμε να κρίνουμε μονοπαραγοντικά την ιστορική εξέλιξη. Η υποκατάσταση των συνδικάτων από τα κόμματα, ένα φαινόμενο που κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή για τρεις δεκαετίες, δεν είναι ούτε αναπόφευκτη ούτε αιώνια. Οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στην γενικότερη οικονομία και στην κοινωνία υποχρεώνουν τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, αν θέλουν να επιβιώσουν πολιτικά, να αυτονομηθούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό από τις κομματικές αγκάλες. Το σύστημα της «πελατειακής πατρωνίας» δεν μπορεί να αποδώσει όπως στο παρελθόν. Τόσο η ΠΑΣΚΕ το 2001 όσο και η ΔΑΚΕ το 2004-2005 βρέθηκαν μπροστά στην έκφραση της μαζικής διαμαρτυρίας ενός ολόκληρου κόσμου που βλέπει να απαξιώνεται η δουλειά του, το εισόδημά του και η σύνταξή του, άλλοτε με κατά μέτωπο επιθέσεις (π.χ. ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση) και άλλοτε με τακτικές πλαγιοκόπησης, σαλαμοποίησης και διάσπασης, άλλοτε με καταστολή και άλλοτε με ενσωμάτωση στη λήψη αποφάσεων. Η ΓΣΕΕ και οι δευτεροβάθμιες οργανώσεις έχουν ρόλο να παίξουν στη σημερινή συγκυρία καθώς τα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά. Η διαχωριστική γραμμή μαχητικού και μετριοπαθούς συνδικαλισμού είναι πάντοτε υπαρκτή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

• Close D. (2002) Greece since 1945, Harlow and London UK: Pearson Education Ltd.
• Ζαμπαρλούκου Στ. (1996) «Συνδικαλιστικό κίνημα και κρατικός παρεμβατισμός στη μεταπολιτευτική Ελλάδα: Μια συγκριτική προσέγγιση» στο Λυριντζής Χ. – Νικολακόπουλος Η. και Σωτηρόπουλος Δ. (επιμ.) Κοινωνία και πολιτική: Όψεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1974-1994. Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο, σσ. 91-118.
• Ζαμπαρλούκου Σ. (1997), Κράτος και εργατικός συνδικαλισμός στην Ελλάδα,1936-90: Μια συγκριτική προσέγγιση, Αθήνα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα.
• Ιωακείμογλου Η. & Γ. Μηλιός. (1986). «Κρίση και λιτότητα: Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου.» Θέσεις, Νο. 14. Ιαν-Μαρ. (http://www.theseis.gr)
• Κατσανέβας Θ. (1994) Το σύγχρονο συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Αθήνα: Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνης.
• Κουκουλές Γ. και Β. Τζανετάκος (1986) Συνδικαλιστικό κίνημα 1981-1986: Η μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε. Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας.
• Λιβιεράτος Δ. (1997) Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, Αθήνα, Εκδ. Προσκήνιο.
• Lyrintzis Chr. (1984) “Political Parties in Post-Junta Greece: A Case of ‘Bureaucratic Clientelism’” in Pridham G. (ed.) The New Mediterranean Democracies. London: Frank Cass.
• Μανίκας Ν. & Χαραλαμπίδης Μ. (1984) Για ένα νέο συνδικαλιστικό κίνημα, Αθήνα, Εκδ. Αλέτρι.
• Mαυρογορδάτος Γ.Θ., (1988) Mεταξύ Πιτυοκάμπτη και Προκρούστη. Oι Eπαγγελματικές Oργανώσεις στη σημερινή Eλλάδα, Aθήνα: Εκδ. Oδυσσέας.
• Mavrogordatos G. (1997) “From Traditional Clientelism to Machine Politics: the Impact of PASOK Populism in Greece.” South European Society & Politics, Vol. 3 Νο.2 σσ. 1-26.
• Μητρόπουλος Α. (1991) Νεο-φιλελευθερισμός & υποβάθμιση της εργασίας. Αθήνα: Εκδ. Αφοί Τολίδη
• Μοσχονάς Α. (2003) Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αθήνα: Εκδ. Τυπωθήτω-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ
• Παλαιολόγος Ν. (1991) Συνδικάτα και Μισθωτοί Εργαζόμενοι: Το Πρόβλημα της Συγκρότησης και Εκπροσώπησης των Μισθωτών από τα Ελληνικά Συνδικάτα (πολυγραφημένη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
• Παλαιολόγος Ν. (2002) «Από την παράδοση στην ανάγκη για μεταρρύθμιση: κριτικές σκέψεις πάνω στη δομή και την λειτουργία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος» στο Πετρινιώτη Ξ., Ρομπόλης Σ. κ.α. (επιμ.) (2002). Επετηρίδα Εργασίας 2002, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Παντείου σσ. 283-295.
• Papadopoulos Y. (1997) “Transformations of Party Clientelism in Southern Europe in a Phase of Democratic Consolidation” Swiss Political Science Review Vo. 3 No. 2 σσ. 1-9
• Ραυτόπουλος Γ. (1999) Αύριο, μια αλληλέγγυα κοινωνία. Αθήνα: Εκδ. Νέα Σύνορα
• Σακελλαρόπουλος Σπ. (2001) Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση: Πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις 1974-1988 Αθήνα: Εκδ. Λιβάνη.
• Σημίτης Κ. (1989) Η πολιτική της οικονομικής σταθεροποίησης. Αθήνα: Εκδ. Γνώση.
• Tsakiris A. (2003) “The Janus-faced Political Intervention of Greek Socialists (PASOK) in the Trade-unions in the 1990s: the case of PASKE in OTOE” Paper presented at the 1st LSE PhD Symposium on Social Science Research on Greece, Hellenic Observatory, European Institute, LSE, London, June 21, 2003.
• Τσακίρης Θ. (2004) «Κράτος-κόμμα-συνδικάτα: Μεταξύ ενσωμάτωσης και αμφισβήτησης» στο Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.) Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα. Αθήνα: Έκδοση Ιδρύματος Σ. Καράγιωργα, σσ. 177-240
• Τσακίρης Θ. (2004) «Η αντιπαράθεση κομματικού και αυτόνομου συνδικαλισμού στο χώρο των τραπεζών κατά τη διάρκεια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1974-2000)» στο Κοντογιώργης Γ., Λάβδας Κ., Μενδρινού Μ. και Χρυσοχόου Δ. (επιμ.) Τριάντα χρόνια δημοκρατίας: Το πολιτικό σύστημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας 1974-2004. Β΄ Τόμος, Αθήνα: Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης και Εκδ. Κριτική, σσ. 9-58.
• Τσακίρης Θ. (2005) «Συνδικάτα και εργασιακές σχέσεις: Από την κρίση στην αποσυνδικαλιστικοποίηση» στο Βερναρδάκης Χρ. (επιμ.) Η Κοινή Γνώμη στην Ελλάδα 2004: Εκλογές, Κόμματα, Ομάδες Συμφερόντων, Χώρος και Κοινωνία. Αθήνα: Εκδ. Σαβάλα και Ινστιτούτο V-PRC, σσ.385-408.
• Τσακίρης Θ. (2005) «Θεωρίες περί Απεργίας», Εισήγηση στο Διατμηματικό Σεμινάριο για τα Οργανωμένα Συμφέροντα, ΜΠΣ «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία»Τμήμα ΠΕΔΔ, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας.
• Τσακίρης Θ. (2005) «Σχέσεις μεταξύ κομμάτων και συνδικαλιστικών παρατάξεων: Η περίπτωση των συλλόγων των κρατικών τραπεζών», Ανακοίνωση στο 10ο Επιστημονικό συνέδριο Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα «Εργασία και πολιτική: Συνδικαλισμός και οργάνωση συμφερόντων στην Ελλάδα
• Tsakiris Ath. (2005) “Greek bank employees’ ‘rebellion’ against social security reform in Greece: a reborn social movement?” Ανακοίνωση στο 10th International Conference on Alternative Futures and Popular Protest Manchester Metropolitan University, 30 March – 1 April 2005 (1974-2004)», 18-21 Μαΐου 2005, Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας 1
Ψηφίσαντες στα συνέδρια της ΓΣΕΕ
Συνέδριο Ψηφίσαντες
22 (1983) 571.000
23 (1986) 596.500
24
25 (1989) 564.500
26
27 (1992) 482.500
28 (1995) 430.000
29 (1998) 414.500
30 (2001) 421.000
32 (2004) 449.000
Πηγή: Οργανωτικό Γραφείο ΓΣΕΕ
Βλ. Κάππος Κ. (2005) Η κατάσταση της εργατικής τάξης. Αθήνα: Εκδ. Αλήθεια, σελ. 101.

Written by antiracistes

27 Φεβρουαρίου, 2008 at 9:10 μμ