Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Posts Tagged ‘Τράπεζες

30 χρόνια από την πρώτη απεργία διαρκείας των τραπεζοϋπαλλήλων

leave a comment »

ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΑΠΕΡΓΙΕΣ

30 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ

του Θανάση Τσακίρη

Το καλοκαίρι (3-7-79) και εν μέσω της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης, μια απόφαση για απεργία διαρκείας εκπλήσσει τους πάντες. Οι τραπεζικοί υπάλληλοι αρνούνται να θεωρήσουν ορθή την εκτίμηση της κυβέρνησης ότι με την αλλαγή ωραρίου θα επιλυθεί το πρόβλημα. Η κρίση αυτή ως επακόλουθη της πρώτης του 1973 είχε επιφέρει σοκ στις δυτικές οικονομίες που άρχιζαν να ζουν με την κρίση. Η τιμή του βαρελιού είχε φτάσει τα 80 δολάρια ΗΠΑ και η αποσταθεροποίηση της οικονομίας ήταν ορατή. Η αύξηση του κόστους παραγωγής, η αύξηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων καθώς και η αύξηση της τιμής των εισαγομένων αγαθών προκαλούσαν την αντοχή των λαϊκών και εργατικών τάξεων και στρωμάτων. Η αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής οικονομίας επέβαλλε την ανάγκη στροφής σε πολιτικές αυστηρής λιτότητας τόσο στο επίπεδο της δημόσιας όσο και σ’ αυτό της ιδιωτικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. Έτσι, η γενικότερη εισοδηματική πολιτική που τελικά ακολουθήθηκε είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ονομαστικών αυξήσεων στις κατώτατες και μέσες αποδοχές που ισοδυναμούσαν με ελαφρά μείωση των πραγματικών αποδοχών (και λόγω φορολογίας) ενώ στη βιομηχανία οι αυξήσεις στις πραγματικές αποδοχές ήταν οριακές.

Κι έτσι ενώ όλα έδειχναν ότι η χώρα όδευε προς μια περίδο εργασιακής ειρήνης, αφού τα σημαντικότερα προβλήματα των τραπεζικών είχαν λυθεί ή θα τους δινόταν σύντομα λύση, ξαφνικά η κυβέρνηση αιφνιδιάζει με τα μέτρα για το ενεργειακό Το Γ.Σ. της Ο.Τ.Ο.Ε. αποφάσισε αμέσως απεργία διαρκείας.

Την επόμενη μέρα όλα τα υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα ήταν έρημα. Η συμπαράσταση από όλες τις οργανώσεις ήταν εντυπωσιακή. Μπροστά στην απεργία διαρκείας η κυβέρνηση έθεσε σε λειτουργία τους σκληρούς κατασταλτικούς μηχανισμούς προβαίνοντας στην επιστράτευση του 15% του προσωπικού των Ελληνικών τραπεζών με βάση το Νόμο 17/1974 περί πολιτικής επιστράτευσης˙ τελικά μετά από δύο 24ωρα ακύρωσε την απόφασή της.

Η ΟΤΟΕ. κατηγόρησε την κυβέρνηση για αυθαίρετη και αντισυνταγματική συμπεριφορά και αποφάσισε τη λήξη της απεργίας, ώστε να μην δώσει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να κηρύξει επιστράτευση. Οι τράπεζες επαναλειτούργησαν στις 12-7-79, χωρίς όμως να έχει κλείσει το θέμα. Η ΟΤΟΕ προσέφυγε σε όλες τις διεθνείς οργανώσεις για να καταγγείλει το μέτρο της επιστράτευσης. Η ETUC (Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων) με επιστολή της που απέστειλε στην ελληνική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε για τον αυταρχικό τρόπο με τον οποίο επέβαλε το νέο ωράριο ζητώντας της να αναθεωρήσει την απόφασή της και δήλωσε την αλληλεγγύη της στην απεργία των τραπεζοϋπαλλήλων, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να κινήσει την κοινή γνώμη εναντίον των τραπεζοϋπαλλήλων. Σε ενδειξη καλής θέλησης και ότι είναι έτοιμη για διάλογο χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα, η ΟΤΟΕ ανέστειλε προγραμματισμένες απεργίες και απέσυρε την προσφυγή της στο Συμβούλιο της Επικρατείας για το ωράριο. Η απόφαση αυτή δεν ήταν ομόφωνη. Δυνάμεις προσκείμενες στην ΕΣΑΚ και την εξωκοινοβουλευτική και ανεξάρτητη αριστερά πρότειναν απεργία διαρκείας αντί της αναθεώρησης του απεργιακού προγράμματος. Αντίθετα, η κυβέρνηση ενώ αρχικά έδειξε καλή διάθεση, μετά σκλήρυνε τη στάση της. Ενώ στη συνάντηση που είχε ο υπουργός Εργασίας με τον γενικό γραμματέα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων (FIET) κ. H. Mayer είχαν φανεί μερικά σημεία συνεννόησης, ξαφνικά η κυβέρνηση έδωσε τόνο σκληρό. Αυτό ανάγκασε και τον κ. Mayer με τηλεγράφημα να χαρακτηρίσει την στάση αυτή «απαράδεκτη συμπεριφορά». Σε άμεση απάντηση συνεκλήθη έκτακτο Γενικό Συμβούλιο της ΟΤΟΕ και αποφάσισε τα εξής:
• Να πάρει μέρος ο κλάδος στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις των άλλων συνεργαζομένων οργανώσεων.
• Με επιστολή στον υπουργό εργασίας να χαρακτηριστούν προσβλητικές οι θέσεις του επί των αιτημάτων του κλάδου.
• Να αποσταλεί κλιμάκιο τραπεζικών στο εξωτερικό με αποστολή την καταγγελία των μέτρων εναντίον του κλάδου.
• Να ενταθούν οι προσπάθειες της Ομοσπονδίας για την αποκατάσταση του συμβατικού ωραρίου.
Επίσης η ΟΤΟΕ πραγματοποίησε την προγραμματισμένη απεργία της 20-21 Σεπτεμβρίου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την:
• ανακοπή της προώθησης των θεμάτων τους επειδή πραγματοποιήθηκε απεργία για το λόγο αυτό.
• υπαναχώρηση της κυβέρνησης από τη συμφωνία που υπέγραψε με την Ο.Τ.Ο.Ε. τον Απρίλιο, με αίτημα την άμεση εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
• άσκηση εκβιασμού με τη φράση «εργασιακή ειρήνη για την προώθηση θεμάτων», απαιτώντας την άμεση εγκατάλειψη αυτής της τακτικής γιατί πλήττει το δικαίωμα της απεργίας και εμφανίζει την κυβέρνηση να εκδικείται τους εργαζόμενους που διεκδικούν ικανοποίηση των αιτημάτων τους.
• αδιάλλακτη εμμονή της κυβέρνησης στην άρνηση του ουσιαστικού διαλόγου με τους τραπεζοϋπαλλήλους για τις συνθήκες εργασίας τους, απαιτώντας την εγκατάλειψη της τακτικής των «τετελεσμένων γεγονότων» και ηθικών εξαναγκασμών.

Εκείνο το στοιχείο όμως που χαρακτήρισε τελικά την τακτική της ηγεσίας της ΟΤΟΕ ήταν η προτροπή προς τους εργαζόμενους να αψηφήσουν το «διαφορικό ωράριο» και να φεύγουν από την εργασία στις 3:30 αντί στις 4:30. Αυτή η προτροπή ακολουθήθηκε από πολλούς εργαζόμενους που κατήργησαν στην πράξη το ωράριο αλλά στοίχισε στην ΟΤΟΕ τη δικαστική κατηγορία της «ανυπακοής προς τις αρχές». Προστέθηκε όμως στο ρεπερτόριο των τακτικών του συνδικαλιστικού κινήματος η «πολιτική ανυπακοή».

Στις 9 Αυγούστου οι επιτροπές για τη ΣΑΔΕΟ, η ΕΦΕΕ, η ΕΣΕΕ και άλλες εργατικές και πολιτικές οργανώσεις μαζί με την ΟΤΟΕ διοργάνωσαν πανεργατική συγκέντρωση στα Προπύλαια του Πανεπιστημιου Αθήνας. Η συγκέντρωση απαγορεύτηκε από την αστυνομία. Τα ΜΑΤ παραβίασαν το πανεπιστημιακό άσυλο και χτύπησαν τους συγκεντρωμένους που είχαν προλάβει να φτάσουν στα Προπύλαια και κυνήγησαν στους γύρω δρόμους χιλιάδες προσερχόμενους πολλαπλασιάζοντας την ένταση και την έκταση των επεισοδίων και προβαίνοντας σε δεκάδες συλλήψεις τραπεζικών υπαλλήλων και άλλων εργαζομένων.

Για την ιστορία του κινήματος των εργαζομένων στις τράπεζες, βλ. http://tsakiris.snn.gr

Written by antiracistes

10 Αυγούστου, 2009 at 5:25 μμ

Σύγχρονες εργασιακές σχέσεις και συνδικαλιστικό κίνημα

leave a comment »

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Οι εργασιακές σχέσεις στο χώρο μας πάνε από το κακό στο χειρότερο και ολοένα και πιο πολλοί μιλούν για «εργασιακό μεσαίωνα» που έρχεται. Καλύτερα είναι να λέμε ότι επιστρέφουμε σε ένα εργασιακό καθεστώς 19ου αιώνα, γιατί στο πλαίσιο των συντεχνιών του Μεσαίωνα υπήρχε στοιχειώδης εργασιακή ασφάλεια ενώ στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης του «φιλελεύθερου καπιταλισμού» του 19ου αιώνα δεν υπήρχε καμία προστασία του αυξανόμενου προλεταριάτου μέχρι να εμφανιστούν τα εργατικά συνδικάτα. Τα λογοτεχνικά έργα του Κάρολου Ντίκενς, οι οικονομικές αναλύσεις των Κάρολου Μαρξ και του Φρειδερίκου Ένγκελς, οι ιστορικές εργασίες του Εδουάρδου Π. Τόμπσον για τη δημιουργία της αγγλικής εργατικής τάξης, το τεράστιο έργο του Τσαρλς Τίλλυ για την εργασία στον καπιταλισμό και τα κοινωνικά κινήματα και εκατοντάδες χιλιάδες τυπωμένες σελίδες και άλλες τόσες προβαλλόμενες στο διαδίκτυο δείχνουν του λόγου του αληθές. Σήμερα δεν αρκεί να διαβάζουμε αυτά τα έργα για να καταλάβουμε πού βαδίζουμε. Οι συνθήκες είναι τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο όμοιες από πλευράς συνεπειών. Ζούμε και εργαζόμαστε σε μια περίοδο συνεχούς τεχνολογικής ανανέωσης στα όρια της «επανάστασης» και κυριαρχίας του τριτογενούς τομέα της οικονομίας των υπηρεσιών. Στην περίοδο αυτή προκαλούνται αλλαγές σε αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «δομή του κοινωνικού ρίσκου» και που συνεπάγονται νέες κατηγορίες κοινωνικών νικητών και χαμένων. Το βιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή, στο γραφείο, στο πανεπιστήμιο, στο δρόμο όταν αγοράζουμε ένα σάντουιτς για κολατσιό ή ακόμα και όταν πηγαίνουμε στα ΚΕΟ για να διεκπεραιώσουμε συναλλαγές μας με το Δημόσιο ή να ζητήσουμε την έκδοση πιστοποιητικών. Είναι η καθαρίστρια που μας καθαρίζει το γραφείο, που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των συναδελφισσών της κι έρχεται αντιμέτωπη με τους μπράβους που της διαλύουν τη ζωή με το βιτριόλι. Δίπλα μας στο γραφείο εργάζονται συνάδελφοι, άνδρες και γυναίκες, με σύμβαση έργου ή με σύμβαση δανεισμού από συγγενικές εταιρείες ή κατευθείαν από ιδιωτικά γραφεία εργασίας, με λιγότερα δικαιώματα και περισσότερες υποχρεώσεις, που μπορεί να είναι λαμπροί επιστήμονες αλλά γεννημένοι σε λάθος εποχή. Αν, όμως, διαβάσουμε και τις μελέτες και έρευνες που εκπονούνται από επιστημονικές ομάδες είτε στα πλαίσια των Ινστιτούτων Εργασίας της ΓΣΕΕ και της ΟΤΟΕ και άλλων ομοσπονδιών είτε στα πλαίσια των πανεπιστημιακών σεμιναρίων και προγραμμάτων σπουδών, το σοκ είναι ακόμα εντονότερο. Στο παρόν φύλλο θα μιλήσουμε για την Ευρώπη και τις εργασιακές σχέσεις που έχουν με την πάροδο του χρόνου μεταβληθεί σε βάρος των εργαζομένων και υπέρ των εργοδοτών.

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Οδηγός μας σε αυτή την περιπλάνηση στις εργασιακές σχέσεις θα είναι η Ετήσια Έκθεση 2008 για την Ευρώπη και την Ελλάδα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Η έκθεση επικεντρώνεται στις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις που άρχισαν να συντελούνται μετά τη διάσκεψη της Αθήνας (Μάρτιος) που ενέκρινε την ένταξη των 10 νέων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πλειονότητα των χωρών ανήκε πριν στο μπλοκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της ΚΟΜΕΚΟΝ υπό καθεστώς «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως το 1989. Στις προϋποθέσεις της ένταξης στην ΕΕ τα διάφορα πολιτικά σώματα και όργανά της περιέλαβαν και τις αλλαγές στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ασφάλιση. Μια σειρά από επιδεινώσεις άρχισε να παρατηρείται. Πρώτα απ’ όλα, στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, επεκτάθηκε το συμβατικό ωράριο εργασίας ενώ μισθοί και μεροκάματα έμειναν στο ίδιο ύψος, οπότε ουσιαστικά επήλθε μείωσή τους. Όμως, αυτό έγινε, δυστυχώς, με την «ενεργητική συναίνεση» των συλλογικών οργανώσεων των εργαζομένων και με συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η πολιτική ηγεμονία των εργοδοτικών οργανώσεων και του νεοφιλελευθερισμού δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση, όπως και ο ιδεολογικός τους λόγος: η έννοια της «ευελιξίας» εμπεδώθηκε ως ιδέα στις σκέψεις και πράξεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, παράλληλα με την άλλη «μεγάλη ιδέα» των εργοδοτών, την «ανταγωνιστικότητα». Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά τα μέσα πίεσης των εργοδοτών. Είναι και οι εκβιασμοί του τύπου «ή συμμορφώνεστε ή μεταφέρουμε τις εργασίες στις νέες χώρες της ανατολικής Ευρώπης» με τη φτηνότερη εργασία. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, πρόκειται για διαδικασία πρωτόγνωρη στα ιστορικά χρονικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να αποσυνδέεται σε μεγάλο βαθμό η αμοιβή της εργασίας από τη χρονική διάστασή της: «η αμοιβή της εργασίας έπαψε εν μέρει να αντιστοιχεί και να προσδιορίζεται απόλυτα σε ενότητες χρόνου που αφιερώνει ο μισθωτός στον εργοδότη του».Οι συγγραφείς επισημαίνουν, ωστόσο, δεν πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά στην ένταξη των νέων χωρών στην ΕΕ η εργοδοτική στρατηγική καθώς προϋπήρχε και ήδη είχε φέρει θετικά για τους εργοδότες αποτελέσματα η γενικότερη τάση απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στην «παλιά» Ευρώπη και αναφέρουν χαρακτηριστικά την «πολιτική καταδίκη» και «αποψίλωση» του 35ωρου από τη Γαλλική κυβέρνηση Ραφαρέν και αυτές που τις διαδέχτηκαν, καθώς και την αύξηση των επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών εργοδοτών-εργατών στη Γερμανία για «ετήσια διευθέτηση των ωρών εργασίας». Να σημειωθεί ότι η Γερμανία χαρακτηρίζεται από μια συνδικαλιστική κουλτούρα συνδιαλλαγής και συγκαθορισμού των επιχειρησιακών πολιτικών σε αντίθεση με τη συγκρουσιακή συνδικαλιστική κουλτούρα της Γαλλίας. Παρ’ όλα αυτά, η κατεύθυνση είναι παρόμοια, όπως παντού στην Ευρώπη, δηλαδή αυτή της «απελευθέρωσης των αγορών και της απορρύθμισης του ευρωπαϊκού εργασιακού μοντέλου» με χαρακτηριστικές περιπτώσεις την πρόταση οδηγίας Μπολκενστάιν και τις δικαστικές υποθέσεις Βίκιγκ και Λαβάλ.

Πώς, όμως, εξελίχθηκαν οι εργασιακές σχέσεις στην «παλιά Ευρώπη»; Αναγκαία και ικανή συνθήκη, τονίζουν οι συγγραφείς, για την επίτευξη του θεάρεστου για τους εργοδότες αποτελέσματος της διάλυσης του ευρωπαϊκού εργασιακού μοντέλου είναι η «σταδιακή διαχρονικά υποχώρηση της δύναμης των συνδικάτων». Αυτή, βέβαια, δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδικασία, καθώς πρόκειται για εθνικά ιστορικά πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα που αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Παρόμοια είναι και η θέση των συγγραφέων, όπως θα δούμε.

 

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Ας ξεκινήσουμε από το επίπεδο των οργανωτικών αλλαγών των τραπεζικών επιχειρήσεων που σχετίζονται με τις νέες ανάγκες της πελατοκεντρικής ευέλικτης επιχείρησης, που προωθεί το σύγχρονο τραπεζικό κεφάλαιο. Καθημερινά σημειώνονται νέες μεταβολές που αλλάζουν ριζικά το χαρακτήρα της εργασίας, ενώ σε γενικές γραμμές το συνδικαλιστικό κίνημα, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του για «διάλογο» είναι απόν. Η ανάγκη του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί σε 24ωρη βάση, για να εξυπηρετεί το σύνολο των χρηματοοικονομικών αγορών που λειτουργούν σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οδηγεί σε ραγδαία και συνεχή εισαγωγή νέων τεχνολογιών που συμβάλλουν με τη σειρά τους στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ενώ τα συνδικάτα λόγω του γραφειοκρατικού χαρακτήρατους αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτούς τους ρυθμούς. Παραδείγματος χάριν, η ηλεκτρονική τραπεζική τόσο ως σύνολο τεχνολογιών όσο και ως σύνολο επιχειρηματικών πρακτικών αποτελούν μέρος της «μεταφορντικής περιόδου» του τραπεζικού χώρου. Η ικανότητα παροχής

24ωρης και 7ήμερης λειτουργίας υπηρεσιών σε πραγματικό χρόνο, υπηρεσιών υποστήριξης πελατών, η εξωτερίκευση εργασιών και η ανάθεσή τους σε τρίτους, η κατασκευή βάσεων δεδομένων με τα εξατομικευμένα προφίλ πελατών, η διαδικτυακή πρόσβαση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μέσω των εταιρικών πυλών κ.ο.κ. αποτελούν την ηλεκτρονική τραπεζική που δεν γνωρίζει τι σημαίνει απεργία και διαμεσολάβηση ανθρώπινου παράγοντα (direct banking). Έτσι είναι ανάγκη για τις προοπτικές κερδοφορίας των τραπεζών να υπάρξουν αλλαγές στα οργανογράμματα που σημαίνει να καταργηθούν πολλά διευθυντικά στρώματα, να προστεθούν θέσεις εργασίας εκτός χώρου εργασίας (τηλεργασία, εργασία από απόσταση κλπ.) και να ανασχεδιασθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας σε πελατοκεντρική βάση με έμφαση στο σημείο επαφής με τον πελάτη (front office). Διευκολύνεται έτσι η ευελιξία, η ανταποκρισιμότητα, η προσαρμογή στις ανάγκες του κάθε πελάτη ξεχωριστά (customization), η εξατομίκευση προϊόντων και υπηρεσιών και η συνεχής αναδημιουργία των δομών και διαδικασιών. Κατά συνέπεια, διευκολύνονται τα παγκόσμια δίκτυα και η διεθνοποίηση των επιχειρήσεων, η σύνδεση των αγορών μεταξύ τους καθώς και των νομισμάτων και των οργανισμών. Αυτή, όμως, η κατάσταση έχει και αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, τον αριθμό των απασχολουμένων (π.χ. απολύσεις ή πρόωρες συνταξιοδοτήσεις μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, μείωση αριθμού προσλαμβανόμενων κ.ο.κ.), την αλλαγή των συνθηκών απασχόλησης (μερική απασχόληση, πρόσκαιρη και εποχιακή απασχόληση, απασχόληση on call, ενοικίαση εργαζομένων κ.ο.κ.) και πάνω από όλα τη γενίκευση μιας νοοτροπίας ευελιξίας ολόκληρης της εργασιακής ζωής. Δημιουργείται μια δομή εργασίας και καριέρας λιγότερο ασφαλής και περισσότερο κατακερματισμένης. Η δυνατότητα εργασίας από το σπίτι και από απόσταση δεν φαίνεται να αποτελεί για τους περισσότερους εργαζόμενους εναλλακτική διέξοδο καθόσον ότι οδηγεί σε μια κατάσταση όπου τα μεσαία στελέχη και ειδικά πολλοί εξειδικευμένοι εργαζόμενοι είναι «στο πόδι» σε διαρκή βάση αναγκασμένοι να εργάζονται σε κάθε χώρο και σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της ημέρας ώστε να είναι σε επαφή με την εργασιακή

πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνο μία όψη. Αν συνδεθεί με τους νόμους που ψηφίζονται από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με μικρές παραλλαγές όσον αφορά τη διευθέτηση του υπερωριακού καθεστώτος και των ωρών εργασίας (διευθέτηση σε μηνιαία, εξαμηνιαία και ετήσια βάση) με ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος και την ακύρωση της συμμετοχής των συνδικάτων στον συγκαθορισμό της διευθέτησης, τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη για την πλειονότητα των μισθωτών εργαζομένων.

ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Όπως γράφουν οι συγγραφείς «μια συγκριτική περιγραφή των εξελίξεων ανά χώρα (…) καταδεικνύει ότι:

 

 

 

 

 

 

 

Παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στον σκληρό πυρήνα της εργασιακής σχέσης (μισθοί και χρόνος εργασίας) σε όλες σχεδόν τις χώρες-μέλη της Ένωσης.

 

Οι εργοδοτικές και κρατικές πρωτοβουλίες επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στο κλίμα του κοινωνικού διαλόγου και στη συλλογική διαπραγμάτευση συμβάλλοντας τόσο στην εμφάνιση πολλών μορφών απεργιακών κινητοποιήσεων όσο και στη σύναψη ποικίλου περιεχομένου επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας. Το στοιχείο της συναίνεσης στις διαπραγματεύσεις υπερέχει του στοιχείου της σύγκρουσης και τα συνδικάτα αναπτύσσουν αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι στον εκβιασμό που ασκούν οι εργοδότες για μείωση προσωπικού και μεταφορά εργασιών σε τρίτες χώρες με φθηνότερο κόστος εργασίας.

 

Οι εξελίξεις έχουν άμεση γεωγραφική και οικονομικά αναφορά. Οι ανατολικοευρωπαϊκές και Βαλτικές χώρες έχουν πρόβλημα χαμηλών μισθών και «αναχρονιστικού» εργατικού δικαίου ενώ οι δυτικοευρωπαϊκές έχουν προβλήματα τρόπων διαμόρφωσης μισθών και ευελιξίας της εργασίας.

 

Οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις έχουν κυρίως εθνική και δευτερευόντως κλαδική βάση. Τα προβλήματα, όμως, και οι μεταβολές είναι συχνά κοινές και εντοπίζονται κοινές εξελίξεις μεταξύ χωρών με διαφορετικές δομές οργάνωσης και ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, όπως το πρόβλημα των χαμηλών αποδοχών και της δευτερεύουσας αγοράς εργασίας. Σε κλαδικό επίπεδο οι συχνότερες αλλαγές εντοπίζοντας στη βιομηχανία μετάλλου, στον κλάδο τροφίμων και ποτών, στις συγκοινωνίες και πάνω απ’ όλα στο χρηματοπιστωτικό τομέα και τις τράπεζες.

 

Οι εργασιακές σχέσεις με την πάροδο του χρόνου παρουσιάζουν αυξημένο βαθμό διεθνοποίησης. Παραδείγματος χάριν, έγιναν απεργίες με αφορμή την παρουσία αλλοδαπών μεταναστών από τις νέες χώρες μέλη της ΕΕ.

 

Ο ρόλος της δημόσιας πολιτικής είναι ενισχυμένος. Η έμμεση ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα με την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στο όνομα των καλύτερων υπηρεσιών επέφερε την όξυνση και μαζικοποίηση των απεργιακών συγκρούσεων καθώς επιδεινώνονταν οι εργασιακές σχέσεις στο εσωτερικό του δημόσιου τομέα (περιλαμβάνεται και η υπόθεση του Ασφαλιστικού συστήματος.

 

Η πιο συχνή αντίδραση των συνδικάτων απέναντι στην κακή προοπτική της μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας του κατακερματισμού των συνδικάτων και των αγώνων ήταν η συγχώνευση των συνδικαλιστικών οργανώσεων (Αυστρία, ΗΒ, Φινλανδία, Σλοβενία, Νορβηγία και παλιότερα Γερμανία).

Οι εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις συνοδεύονταν από ολικές και επιμέρους πολιτικές και νομοθετικές παρεμβάσεις. Η προώθηση ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης (from welfare to workfare), οι περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές και οι αρνητικές παρεμβάσεις στην εργατική νομοθεσία που οδηγούσαν σε ευελιξία της εργασίας και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων καθώς και οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα με αύξηση ορίων συνταξιοδότησης και μείωσης των παροχών ήταν ο κανόνας ενώ ως εξαίρεση μπορεί να θεωρηθεί η Γερμανική περίπτωση όπου υπήρξε γενικευμένη δημόσια συζήτηση για την καθιέρωση γενικού κατώτατου μισθού.

Στο πεδίο της συλλογικής διαπραγμάτευσης η απορρύθμιση εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως καθώς αποκεντρώνονταν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στο τοπικό και επιχειρησιακό επίπεδο, πολλές επιχειρήσεις έφευγαν από τις εργοδοτικές ενώσεις για να μη δεσμεύονται στη δράση τους από τις όποιες συλλογικές συμβάσεις (η περίπτωση των Ελληνικών Τραπεζών είναι χαρακτηριστική). Ακόμη, προωθήθηκε η εξατομίκευση των αμοιβών (σύνδεση με την απόδοση) που καταργεί το κοινό μισθολόγιο που στήριζε τις κοινωνικές ανάγκες των εργαζομένων και προωθεί τον γενικευμένο ατομικισμό.

Προωθήθηκαν, συχνά άτυπα, μια σειρά από διακρίσεις στους χώρους εργασίας που αφορούσαν πρώτα και κύρια τη διάκριση ανδρών και γυναικών και δευτερευόντως αλλά με αυξανόμενη σημασία τη διάκριση παλαιών και νέων εργαζομένων (πάλι ελληνικό είναι το βασικό παράδειγμα, αυτό του ΟΤΕ όπου με συλλογική σύμβαση οι παλιοί εργαζόμενοι κέρδισαν προνόμια ενώ οι νέοι θα δουλεύουν με ευέλικτες σχέσεις εργασίας) και, τέλος, τη διάκριση μεταξυ΄αυτόχθονων και αλλοδαπών μεταναστών εργαζομένων.

Επίσης, στην προσπάθεια για στοιχειώδη προστασία των ευέλικτα εργαζόμενων προωθήθηκε το μοντέλο της «ευελασφάλειας» (“flexicurity”) που, όμως, ακόμη και στη χώρα-πρότυπο, τη Δανία, οι εργασιακές σχέσεις οδηγηθήκαν σε αποδιάρθρωση. Επιπλέον, προωθήθηκε με ανοχή των κρατών η παράνομη ευελιξία και η ανασφάλιστη εργασία (π.χ. Γαλλία) ή έπεσαν στο τραπέζι και παρόμοιες προτάσεις από διαφόρους πολιτικούς (π.χ. Γ. Παπανδρέου).

 

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΕΝΙΑΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Συνοψίζοντας, η πολιτική της απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας στην Ευρώπη κινήθηκε στους παρακάτω άξονες:

1. Αναδιοργάνωση των όρων και των συνθηκών εργασίας με αιχμή των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων το χώρο του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

2. Προαγωγή πολιτικών απασχόλησης που παραμένουν προσηλωμένες στους στόχους της στατιστικής μείωσης του ποσοστού της ανεργίας και της αύξησης της ευελιξίας στις εθνικές αγορές εργασίας παρέχοντας ένα ελάχιστο (και όχι προωθημένο) επίπεδο κοινωνικής προστασίας, και ενισχύοντας τις πολλαπλές ταχύτητες δικαιωμάτων στον χώρο της εργασίας, σε μια συγκυρία συνολικής μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας.

3. Προώθηση μορφών διαπραγμάτευσης και επίλυσης των εργατικών διαφορών σχέσεων που υπερτονίζουν τον «εθελοντικό» χαρακτήρα ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και βασίζονται στην υποκατάσταση της συλλογικής διαπραγμάτευσης ή της νομοθετικής πρωτοβουλίας από διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου που δίνουν έμφαση στην επίτευξη συνθηκών εργασιακής ειρήνης και συμβάλλουν στην μεταφορά του κέντρου βάρους της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό επίπεδο σε βάρος των κλαδικών διαδικασιών.

4. Υιοθέτηση ποικίλων συμπεριφορών και διαφοροποιημένων στρατηγικών των εθνικών συνδικάτων στις παρατηρούμενες αλλαγές στο πεδίο της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων σε μία συγκυρία συνολικής μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας.

Κατά τους συγγραφείς, σε αντίθεση με τις κρατούσες θεωρίες περί της ποικιλίας των καπιταλισμών, που τονίζει ότι υπάρχουν κατά βάση κοινά χαρακτηριστικά σε ορισμένους τύπους (φιλελεύθερος, συντονισμένος μεσογειακός κλπ) καπιταλισμού, παρατηρείται μια ποικιλία αντιδράσεων των οργανωμένων κοινωνικών υποκειμένων στην αγορά εργασίας (εργοδοτικοί φορείς, συνδικάτα, κράτος), με άξονα και αναφορά στις εθνικές παραδόσεις και ιδιομορφίες κάθε χώρας. Ως εργαζόμενοι ενδιαφερόμαστε τώρα πρώτιστα για τις διαφορές στρατηγικής των συνδικάτων και δευτερευόντως των εργοδοτικών οργανώσεων και του κράτους, που μέσω τυπικών και άτυπων μηχανισμών συνεννόησης και διαπραγματεύσεων μεταξύ τους καταφέρνουν και καταλήγουν σε ενιαίους άξονες πολιτικής. Η ανάγκη αντίστασης στις επιλογές που επιβάλλουν οι εργοδότες και το κράτος σε ευρωπαϊκό επίπεδο χρειάζεται να ικανοποιηθεί με τις κατάλληλες στρατηγικές και τακτικές. Χωρίς αυτή η στρατηγική να είναι υποχρεωτικό να είναι λεπτομερώς συγκροτημένη πρέπει να είναι συνεκτική αλλά και ευέλικτη και τα συνδικάτα πρέπει να είναι σε θέση να την αναθεωρούν ανάλογα με τις νέες κάθε φορά συνθήκες χωρίς υποχωρήσει σε θέματα αρχών.

Οι συγγραφείς προτείνουν μια βραχυπρόθεσμη διαδικασία επέκτασης «των δικτύων συνεργασίας και κινητοποίησης των εθνικών συνδικάτων με αντίστοιχες οργανώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.» Παράδειγμα αποτελεσματικής συνεργατικής κινητοποίησης ήταν αυτή για την περίπτωση της Οδηγίας Μπολκενστάιν που οδήγησε στην αναδίπλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την τροποποίηση της αρχικής πρότασης.

Θεωρούν μονόδρομο τη διεθνοποίηση της δράσης του συνδικαλιστικού κινήματος «για την αναδιαπραγμάτευση της μισθωτής εργασίας σε όρους ελεγχόμενους από το συνδικαλιστικό κίνημα και όχι στη βάση των αόρατων (;) αρχών και των ελεύθερων δυνάμεων της αγοράς.» Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο επιτακτική αν ληφθούν υπόψη οι αντίστοιχες ανάγκες των εργαζομένων των πρώην Ανατολικοευρωπαϊκών χωρών που έχουν «αδύναμα και αποκεντρωμένα συστήματα ρύθμισης της εργασίας και συλλογικής διαπραγμάτευσης». Σε ένα δεύτερο επίπεδο προκρίνουν ένα νέο βασικό μέλημα των ερευνητικών ομάδων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων που ξεπερνά τα στενά όρια του «κοινωνικού διαλόγου» που επί της ουσίας δεν δεσμεύει τους εργοδότες στις «συμφωνίες κυρίων» που συνάπτονται από τους «κοινωνικούς εταίρους». «Ουσιαστικά απαιτείται να ανιχνευτούν τα δεδομένα από το ‘μαύρο κουτί’ των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων στην Ευρώπη προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πραγματικό διακύβευμα των επιχειρούμενων πολιτικών αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων» ώστε να διαλυθούν οι ευρέως διαδεδομένοι μύθοι που εμποδίζουν την ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος στις νέες συνθήκες.

 

 

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Written by antiracistes

14 Ιανουαρίου, 2009 at 8:49 μμ