Greek Unions

Θεωρία και Πράξη του Εργατικού Συνδικαλισμού

Archive for Οκτώβριος 2014

Εμπορικός Σύλλογος Πολυγύρου: Ενδιάμεση εκπτωτική περίοδος και Κυριακή 2/11/2014

leave a comment »

Πολύγυρος 30/10/2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Θέμα: Ενδιάμεση εκπτωτική περίοδος και Κυριακή 2/11/2014

 

Προς ενημέρωση του κοινού και των συναδέλφων Εμπόρων του Πολυγύρου η αγορά του Πολυγύρου την Κυριακή 2/11/2014 θα είναι κλειστή. Από τις Γενικές Συνελεύσεις για το θέμα, αλλά και από τις αποφάσεις του ΔΣ, είναι άποψη και πεποίθηση της Ένωσης πως δεν είναι έλλειψη χρόνου που μαστίζει τους καταναλωτές αλλά έλλειψη χρημάτων.

Οι μόνες δύο Κυριακές που για μας έχουν νόημα για την αγορά να είναι ανοικτή είναι οι δύο Κυριακές της περιόδου των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και αυτές θα είναι οι μόνες Κυριακές για τις οποίες θα είμαστε ανοικτοί.

Καλό είναι οι καταναλωτές να κατανοήσουν πως δεν πρέπει με την δική τους προτροπή να καταργηθεί η πενθήμερη εργασία για τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους και να κρατήσουν την Κυριακή μια ιδιαίτερη μέρα που όλοι να μπορούμε να ξεκουραστούμε και χαρούμε την οικογένειά μας.

 

Μετά τιμής,

 

 

Παπαδημητρίου Ευστράτιος

Πρόεδρος

Advertisements

Written by antiracistes

Οκτώβριος 30, 2014 at 1:24 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΟΤΟΕ: Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

leave a comment »

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Στις ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες που βιώνουμε, η ΟΤΟΕ και οι Τράπεζες, μετά από επίπονες και σύνθετες διαπραγματεύσεις, κατέληξαν σε σαφείς, ενιαίες και αμοιβαία αποδεκτές διατάξεις, που διασφαλίζουν τον κορυφαίο θεσμό της κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, αποτρέπουν τις απολύσεις και προστατεύουν τη συντριπτική πλειοψηφία των εργασιακών κατακτήσεων του τραπεζικού κλάδου.

Η πιστή τήρηση των Συλλογικών Συμφωνιών και της Εργατικής Νομοθεσίας όμως, πρέπει να αποτελεί προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε επιχείρηση, πόσο μάλλον για μία Τράπεζα, που πρέπει να ικανοποιεί τα σύγχρονα κριτήρια της εταιρικότητας και της κοινωνικής υπευθυνότητας.

Με γνώμονα τις παραπάνω αρχές, η ΟΤΟΕ παρεμβαίνει άμεσα και αποφασιστικά, υπερασπίζοντας τον πρωταρχικό θεσμικό της ρόλο για τη διαφύλαξη του θεμελιώδους θεσμού των Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Η ΟΤΟΕ, ανταποκρινόμενη σε μια υπαρκτή αναγκαιότητα, ανέλαβε ήδη συγκεκριμένες πρωτοβουλίες κεντρικής παρέμβασης και συντονισμένης δράσης, σε όσες περιπτώσεις εντοπίζεται παραβίαση των Κλαδικών Ρυθμίσεων και της Εργατικής Νομοθεσίας.

Πρωτοβουλίες και δράσεις της ΟΤΟΕ:

•Τη συγκρότηση, από τη Γραμματεία Εργασιακών Σχέσεων-συμβάσεων της ΟΤΟΕ ειδικής Ομάδας παρέμβασης και συντονισμού με τους Συλλόγους-Μέλη της.
•Τη διαμόρφωση και διακίνηση αναλυτικού οδηγού εφαρμογής των κλαδικών διατάξεων προς διευκόλυνση των μερών και των ελεγκτικών μηχανισμών του ΣΕΠΕ.
•Την λειτουργία ανοικτής γραμμής επικοινωνίας της ΟΤΟΕ με τους εργαζόμενους του κλάδου, για παροχή πληροφοριών, καταγγελίες παραβιάσεων (ωραρίου εργασίας, απλήρωτων υπερωριών κ.λπ.) και ενημέρωση των εργαζόμενων σε θέματα εφαρμογής των Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και της Εργατικής Νομοθεσίας.

Στην κατεύθυνση αυτή, η ΟΤΟΕ θα αναπτύξει τη δράση της και θα παρέμβει άμεσα σε κάθε περίπτωση που θα χρειαστεί, προκειμένου να αποτραπούν καταχρηστικές και αθέμιτες πρακτικές που αλλοιώνουν τα πρότυπα της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας στις συμφωνίες, που οφείλουν να προτάσσουν οι Τράπεζες απέναντι στους εργαζόμενους σ’ αυτές, αλλά και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα.

Written by antiracistes

Οκτώβριος 25, 2014 at 8:22 πμ

Πίσω από το γερμανικό θαύμα κρύβεται το δράμα των εργατών

with one comment

Πίσω από το γερμανικό θαύμα κρύβεται το δράμα των εργατών

Τις συνθήκες εργασίας στη Γερμανία φέρνει στο φως με δημοσίευμα του το Bloomberg με αφορμή την ιστορία ενός εργάτη από την Ελλάδα.
Η ιστορία ενός «ανταγωνιστικού» εργάτη από την Ελλάδα είναι ενδεικτική

Ο εργάτης Ερτζμέντ Τσιλινγκίρ δηλώνει στο πρακτορείο: «Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησα να δουλεύω στα ναυπηγεία του Βίσμαρ, κοντά στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Δούλευα επτά ημέρες την εβδομάδα, με δεκάωρη βάρδια, έμενα σε ένα άθλιο σπίτι και για δύο μήνες δεν με είχαν πληρώσει. Δεν είχα να φάω και κανείς δεν ενδιαφερόταν για μένα»…

Ο Τσιλινγκιρ δεν άντεξε τις συνθήκες και έφυγε για την Ολλανδία όπου, όπως λέει, τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα.
Πρόκειται για έναν «νοικιασμένο» εργάτη αφού αυτό είναι πολύ της «μόδας» στη Γερμανία όπου μεγάλες εταιρείες κρατούν αυτούς τους εργάτες εκτός μισθολογίου και συμβάσεων για να εξασφαλίσουν χαμηλό κόστος.

Μεταξύ αυτών των εταιρειών και η Daimler AG που δια της εκπροσώπου της αντιτείνει στο Bloomberg, ότι «δεν μπορούμε να δίνουμε σε όλους υψηλούς μισθούς. Δεν μπορούμε να αντέξουμε τον ανταγωνισμό, οφείλουμε να κατεβάσουμε το μισθολογικό κόστος».

Η κατάσταση έχει ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό που η υπουργός Εργασίας η οποία ανήκει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, σημειώνει πως τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για να αποτυπώσουν το μέγεθος του προβλήματος ενώ ετοιμάζει και νομοσχέδιο για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση.

http://epitropesdiodiastop.blogspot.gr/2014/10/blog-post_489.html?utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook

Written by antiracistes

Οκτώβριος 25, 2014 at 7:45 πμ

Αναρτήθηκε στις Επισφαλής εργασία, Ειδήσεις

Ερώτηση για εθελούσια ALPHA BANK και Δελτίο Τύπου Κούβελα Φωτεινής

leave a comment »

Σας στέλνω την ερώτηση που καταθέσαμε με πρωτοβουλία μου, τέσσερεις βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για την εθελούσια έξοδο της ALPHA BANK .

Το link της ερώτησης είναι:

http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c0d5184d-7550-4265-8e0b-078e1bc7375a/9052385.pdf

Αθήνα, 17/10/2014

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
«Πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου» το νέο μοντέλο απολύσεων της ALPHA BANK.

Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ με πρωτοβουλία της Φωτεινής Κούβελα κατέθεσαν ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών κύριο Γκίκα Χαρδούβελη με θέμα το αίτημα εκπόνησης Οικονομικής Μελέτης για τον προσδιορισμό του κόστους της δαπάνης του ΕΤΑΤ από την εθελούσια έξοδο της ALPHA BANK.
Διαπιστώνουμε ότι για άλλη μία φορά οι εργαζόμενοι στις τράπεζες βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα περιβάλλον εργασίας όπου κυριαρχεί η εργοδοτική αυθαιρεσία και οι αντεργατικές συμπεριφορές. Οι εργαζόμενοι οδηγούνται σε υποχρεωτικές παραιτήσεις με εκβιασμούς, απειλές και πιέσεις σύμφωνα και με καταγγελία του Συλλόγου Εργαζομένων ΕΝ.ΑΣ. ΑΛΦΑ-ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων. Αντίστοιχα προγράμματα εθελουσίας εξόδου προηγήθηκαν και σε άλλες τράπεζες (πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ, Πειραιώς, της Eurobank και Εθνικής) με επίσης χιλιάδες συνταξιοδοτήσεις.
Τα ασφαλιστικά ταμεία επιβαρύνονται και οδηγούνται σε κατάρρευση ενώ οι τράπεζες απαλλάσσονται από το υπέρογκο κόστος. Το ΕΤΑΤ και με τις συνεχόμενες μειώσεις εισφορών θα αδυνατεί να καταβάλλει συντάξεις.
Έχουν ήδη κατατεθεί δύο ερωτήσεις για την εκπόνηση της προβλεπόμενης από τη παρ. 3 αρθ. 68 ν.3371/2005 ειδικής οικονομικής μελέτης για το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου 3.000 ατόμων κατά τα έτη 2007-2012 από την πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗ και αναμένονται απαντήσεις.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιμείνει με ερωτήσεις και όλες τις απαραίτητες δράσεις για την αναγκαιότητα απόδοσης στα ασφαλιστικα Ταμεία των απωλειών των εισφορών (εργαζόμενων –Τράπεζας) που ανέρχονται έως 47% περίπου επί των μηνιαίων αποδοχών όπως επισης και για την προκήρυξη και ανάθεση για την εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης που προβλέπεται από την παρ. 3 του αρθ. 68 ν. 3371/2005 για τον προσδιορισμό του κόστους της δαπάνης που επιβαρύνεται το ΕΤΑΤ από το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου των 2.200 εργαζομένων της ALPHA BANK. Είναι πάγια θέση του ΣΥΡΙΖΑ η διασφάλιση των θέσεων εργασίας, και των συντάξεων όλων των εργαζομένων. Οι τράπεζες θα πρέπει να πληρώσουν και όχι να επιβαρύνουν περισσότερα τα ταμεία.

kouvelafotini

Φωτεινή Κούβελα
Βουλευτής Β’ Αθήνας – ΣΥΡΙΖΑ
———–
Βασ. Σοφίας 2, Βουλή των Ελλήνων
100 21, Αθήνα
Τηλ. 210-370 8380 Κιν. 6972 269416
kouvelaf@parliament.gr

Αθήνα 16 /10/2014

Ερώτηση
Προς τον κ. Υπουργό Οικονομικών
ΘΕΜΑ: Εκπόνηση Οικονομικής Μελέτης για τον προσδιορισμό του κόστους της δαπάνης του ΕΤΑΤ από την εθελούσια έξοδο της ALPHA BANK.

Η ALPHA BANK με το «Πρόγραμμα Εθελουσίας Εξόδου» για το προσωπικό (Εγκύκλιος 150/15-9-2014) προσπαθεί να αντιμετωπίσει «τις νέες συνθήκες» και με «την ανακατανομή των ανθρωπίνων πόρων» δηλαδή με τις εθελούσιες απολύσεις!
Το Πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της ΑLPHA BANK εξελίχθηκε σε πρόγραμμα «βίαιης αποχώρησης» 2.200 εργαζομένων. Το αντεργατικό αρνητικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί στην Τράπεζα και οι αλλαγές που έχουν επιφέρει οι αντεργατικοί μνημονιακοί νόμοι στις εργασιακές σχέσεις, οι εκβιασμοί, οι πιέσεις και οι απειλές – σύμφωνα και με καταγγελία του Συλλόγου Εργαζομένων ΕΝ.ΑΣ. ΑΛΦΑ-ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ – η αβεβαιότητα για το μέλλον και την εξέλιξη τους στη Τράπεζα, οδήγησαν τους εργαζόμενους σε υποχρεωτική παραίτηση αυξάνοντας τον αριθμό των συνταξιούχων.
Έχει προηγηθεί το μακρόχρονο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης 3.000 εργαζομένων τα έτη 2007-2012 της πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ μετά την εξαγορά της από τη GREDIT AGRICOLE και τα αντίστοιχα προγράμματα της Πειραιώς, της Eurobank και Εθνικής με επίσης χιλιάδες βίαιες αποχωρήσεις. Τα αποτελέσματα ήταν η μείωση των θέσεων εργασίας και η αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων επιβαρύνοντας με τεράστια ποσά τα ασφαλιστικά Ταμεία τα οποία οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε κατάρρευση και αδυναμία καταβολής των συντάξεων, ενώ οι Τράπεζες απαλλάσσονται από το μισθολογικό κόστος.
Με το συγκεκριμένο Πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, η ALPHA BANK απαλλάσσεται από το μισθολογικό κόστος των 2.200 εργαζομένων που αποχώρησαν πρόσφατα από την Τράπεζα το οποίο μετακυλίεται στο ΕΤΑΤ και στα υπόλοιπα Ταμεία (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ΕΤΕΑ, ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ, ΤΑΠΙΛΤΑΤ). Τα Ταμεία αυτά αποστερούνται των εισφορών (εργαζόμενου-εργοδότη) που αντιστοιχούν έως το 47% περίπου επί των μηνιαίων αποδοχών. Η Τράπεζα ανατρέπει τα δεδομένα της φυσιολογικής εξόδου του προσωπικού και επιβαρύνει υπέρμετρα το κόστος της δαπάνης των ασφαλιστικών ταμείων.
Το ΕΤΑΤ στο οποίο θα προσφύγουν για σύνταξη πάνω από 1.800 άτομα (της πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ και της ALPHA BANK) σύντομα θα βρεθεί σε αδυναμία καταβολής των συντάξεων – ήδη έχει πρόβλημα – καθώς δεν εισπράττει εισφορές εργαζόμενου-εργοδότη, οι πόροι του εξαντλούνται και άμεσα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε αδυναμία καταβολής των συντάξεων.
Οι πόροι του ΕΤΑΤ έχουν προσδιοριστεί με τις οικονομικές μελέτες κατά την αρχική υπαγωγή των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κάθε Ταμείου σ΄αυτό (αρθ.26 ν.3455/18-4-2006 για τους προερχόμενους από την πρ.ΕΜΠΟΡΙΚΗ και αρθ.10 ν.3620/11-12-2007 για τους προερχόμενους από την ALPHA ΒΑΝΚ) εκτός των προερχομένων από την πρώην ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Η εθελούσια έξοδος των 2.200 ατόμων της ALPHA BANK δεν έχει υπολογιστεί κατά την εκπόνηση των αρχικών οικονομικών μελέτων ένταξης τους στο ΕΤΑΤ και επειδή (στο ΕΤΑΤ) δεν εισρέουν εισφορές των εργαζομένων και Τραπεζών, κάθε απόκλιση από τα δεδομένα και τις παραδοχές εκπόνησης των αρχικών οικονομικών μελετών επιφέρει περαιτέρω επιβάρυνση των δαπανών για συντάξεις.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του αρθρ. 69 του ν.3371/2005 σε περίπτωση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου με το κόστος της δαπάνης αυτής. Με την παρ. 6 του αρθρ. 10 του ν.3620/2007 ορίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου συμπληρωματικά προς τα ποσά των εισφορών που προκύπτουν από τις μελέτες των άρθρων 59 παρ. γ’ και 63 παρ. α΄ του ν.3371/2005 και με το κόστος της δαπάνης οποιασδήποτε εθελουσίας εξόδου ή πρόωρης συνταξιοδότησης που δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και δεν έχει προβλεφθεί από τις μελέτες των παραπάνω άρθρων.
Έχουμε ήδη καταθέσει δύο ερωτήσεις υπ΄αριθ. 7448/911/2-4-2012 και 2922/331/25-98-2012 για την εκπόνηση της προβλεπομένης από τη παρ. 3 αρθ. 68 ν.3371/2005 ειδικής οικονομικής μελέτης για το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου 3.000 ατόμων κατά τα έτη 2007-2012 από την πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗ που απορροφήθηκε από την ALPHA BANK και αναμένομε ακόμη την απάντηση σας.
Επειδή ο ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ALPHA ΒΑΝΚ-ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ και ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ με κοινή ανακοίνωση τους που απευθύνουν προς τον Υπ. Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης& Πρόνοιας (ΑΠ . 3036/19-11-2014 τονίζουν ότι «η ALPHA BANK θα τηρήσει όπως υποχρεούται τις νόμιμες υποχρεώσεις της, όπως ήδη προφορικά έχει δεσμευτεί απέναντι μας» και προς τον Υπ. Οικονομίας (Ανακ. Ν.33/18-9-2014) ζητούν «να επιταχυνθεί η διαδικασία προσδιορισμού των οφειλόμενων ποσών προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία του Ταμείου»
Επειδή οι απώλειες από το PSI+ ανήλθαν στο ποσό των 358.827.000 εκ. ευρώ
Επειδή το προσφατο Πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου 2.200 εργαζομένων από την ALPHA BANK «δυναμιτίζει» τα οικονομικά του ΕΤΑΤ και χιλιάδες συνταξιούχοι κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς σύνταξη με ότι τούτο συνεπάγεται για τους ιδιους και τις οικογενειες τους
Ερωτάται ο κ.Υπουργός
Προτίθεται να προχωρήσει στην προκήρυξη και ανάθεση για την εκπόνηση της ειδικής οικονομικής μελέτης που προβλέπεται από την παρ. 3 του αρθ. 68 ν. 3371/2005 για τον προσδιορισμό του κόστους της δαπάνης που επιβαρύνεται το ΕΤΑΤ από το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου των 2.200 εργαζομένων της ALPHA BANK;
Προτίθεται να απαιτήσει από την ALPHA BANK να αποδόσει στα ασφαλιστικα Ταμεία τις απώλειες των εισφορών (εργαζόμενων –Τράπεζας) που ανέρχονται έως 47% περίπου επί των μηνιαίων αποδοχών;
Οι Ερωτώντες βουλευτές
Κούβελα Φωτεινή
Καφαντάρη Χαρά
Στρατούλης Δημήτρης
Χαραλαμπίδου Δέσποινα

Φωτεινή Κούβελα

Βουλευτής Β’ Αθήνας – ΣΥΡΙΖΑ

———–

Βασιλίσης Σοφίας 2, Βουλή των Ελλήνων

100 21, Αθήνα

Τηλ. 210-370 8380 Κιν. 6972 269416

kouvelaf@parliament.gr

Written by antiracistes

Οκτώβριος 18, 2014 at 12:33 μμ

Συζήτηση επίκαιρης ερώτησης για την άδικη παρκράτηση των συντάξεων μητέρων με ανήλικο παιδί της Εμπορικής Τράπεζας- video

leave a comment »

Συζήτηση επίκαιρης ερώτησης σήμερα (16/10/2014) από τον Βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρου Μεικόπουλου με

Θέμα: Άδικη η παρακράτηση από το ΕΤΕΑ (κλιμάκιο ΤΕΑΠΕΤΕ) των συντάξεων που λαμβάνουν σε υποκατάσταση της Κύριας Ασφάλισης, οι Μητέρες με ανήλικο παιδί της Εμπορικής Τράπεζας, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις του Ν. 3863/15-7-2010.

Written by antiracistes

Οκτώβριος 16, 2014 at 7:04 μμ

Για τα νέα συνδικάτα και τις νέες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης (του Θανάση Τσακίρη)

leave a comment »

Για τα νέα συνδικάτα και τις νέες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης (του Θανάση Τσακίρη)

Το «δεύτερο κύκλωμα»: ομάδες πίεσης και κοινωνικά κινήματα

Στο πολιτικό σύστημα δεν λειτουργούν μόνο τα πολιτικά κόμματα, τα οποία είναι ενώσεις πολιτών που ανακηρύσσουν και προωθούν υποψήφιους τους για λογαριασμό τους σε εκλογικές διαδικασίες ανάδειξης μελών της κυβέρνησης. Στο πολιτικό σύστημα εμπλέκονται και οι ομάδες πίεσης και σε μεγάλο βαθμό τα κοινωνικά κινήματα. Τι είναι, όμως, αυτές οι ομάδες πίεσης και τα κοινωνικά κινήματα για τα οποία γίνεται πολύς λόγος τα τελευταία χρόνια και που για άλλους είναι μια νέα υπόσχεση για την αναζωογόνηση του πολιτικού και για άλλους ό,τι πιο διασπαστική ιδέα έχει υπάρξει στη νεώτερη εποχή;

Ομάδες συμφερόντων ή ομάδες πίεσης

Ομάδα συμφερόντων ή ομάδα πίεσης ή είναι μια οργάνωση που επιδιώκει την εκπροσώπηση των συμφερόντων συγκεκριμένων τμημάτων της κοινωνίας με σκοπό την επίδραση στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής. Με τον όρο «συμφέρον» εννοούμε το κίνητρο που ωθεί κάποιον να δράσει κανείς για την επίτευξη ενός στόχου. Συμφέρον είναι μια κατάσταση «που φέρνει κέρδος ή που θίγει κάποιον ή κάτι» . Μπορεί επίσης να είναι δικαίωμα, τίτλος, ή νόμιμο μερίδιο σε κάτι. Ενδέχεται να είναι η ανάμειξη ή ένα νόμιμο δικαίωμα, που συνήθως σχετίζεται μια εργασία, μια επιχείρηση ή με περιουσία. Τέλος, έννομο συμφέρον είναι το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή αντικείμενο διακύβευσης για τη διατήρηση – ή για την επίδραση σ’ αυτήν – μιας κατάστασης, μιας διευθέτησης ή δράσης. Πρόκειται για τη διατήρηση ενός νόμιμου δικαιώματος για παρούσα ή μελλοντική άσκηση (π.χ. το συμφέρον ενός εργαζομένου σύμφωνα με ένα πρόγραμμα συνταξιοδότησης). Στην περίπτωση εντελώς στενά νοούμενου συμφέροντος σε μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας η ομάδα πίεσης αναφέρεται ως Lobby.

Σε τι διαφέρουν οι ομάδες πίεσης από τα πολιτικά κόμματα; Τα πολιτικά κόμματα είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γιατί:
α) συναρθρώνουν τη μάζα των συμφερόντων στην κοινωνία, χωρίς την οποία η πολιτική θα κυριαρχούνταν από τα ιδιαίτερα συμφέροντα.
β) στρατολογούν και κοινωνικοποιούν μελλοντικούς πολιτικούς ηγέτες.
γ) τα κομματικά μέλη παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία μεταξύ ηγετών και ψηφοφόρων.
δ) συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτικής, εξασφαλίζοντας την εγγραφή νέων ιδεών στην πολιτική ημερήσια διάταξη.
ε) κινητοποιούν τους ψηφοφόρους κατά τη διάρκεια των εκλογικών εκστρατειών.

Οι ομάδες πίεσης διαφέρουν από τα πολιτικά κόμματα – που και αυτά ενδιαφέρονται για την άσκηση επιρροής στη διαμόρφωση της γνώμης των κρατικών αξιωματούχων και των αρμοδίων δημοσίων λειτουργών κατά τη χάραξη και εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής αλλά πρωταρχικός στόχος τους είναι η επιλογή του πολιτικού προσωπικού που θα κατακτήσει τις κορυφές της εκτελεστικής εξουσίας. Οι ομάδες πίεσης, όμως, δεν είναι σε θέση – και δεν επιθυμούν – να κατακτήσουν και να διαχειριστούν συνολικά την κυβερνητική εξουσία. Αντιθέτως, επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στο να επιδράσουν στην υλοποίηση ιδιαίτερων πολιτικών και δευτερευόντως στην επιλογή πολιτικού προσωπικού. Συμπεραίνουμε, ως εκ τούτου, ότι οι ομάδες πίεσης/συμφερόντων αναλαμβάνουν ουσιαστικά τις λειτουργίες β,γ και δ των πολιτικών κομμάτων Στις λίγες περιπτώσεις που επεμβαίνουν στην εκλογική διαδικασία (λειτουργίες α και ε) επιδιώκουν την υπερψήφιση ορισμένων υποψηφίων που υποστηρίζουν και προωθούν τις θέσεις τους. Τα τελευταία χρόνια κατεβλήθησαν προσπάθειες να υπάρξουν νέα πολιτικά κόμματα ως μετεξέλιξη ομάδων πίεσης. Ουσιαστικά οι ομάδες πίεσης παίζουν το ρόλο ενός «δεύτερου κυκλώματος του πολιτικού συστήματος, ιδίως στις πολιτικά αναπτυγμένες χώρες. Οι σύγχρονες ομάδες συμφερόντων στις χώρες του βιομηχανικού και του μεταβιομηχανικού κόσμου της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ν.Α. Ασίας ορίζονται ως εθελοντικές ενώσεις ατόμων, εταιρειών, ή μικρότερων ομάδων που ενώνονται με σκοπό να υπερασπίσουν ή να αγωνιστούν για ένα κοινό συμφέρον, με την πρόθεση να επηρεάσουν την πολιτική διαδικασία, χωρίς, όμως, την φιλοδοξία να σχηματίσουν ένα πολιτικό κόμμα (παρ’ όλες τις εξαιρέσεις).

Η ταξινόμηση των ομάδων πίεσης σε διάφορες κατηγορίες γίνεται ανάλογα με τα διαφορετικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται κάθε φορά. Το βασικό κριτήριο είναι ο σκοπός τους. Αν, δηλαδή, συγκροτούνται για την προστασία ή/και προώθηση κοινών συμφερόντων (σε μεγάλο βαθμό οικονομικών) των μελών τους (sectional groups) ή την υπόθεση της προώθησης ενός κοινού σκοπού (cause groups). Επίσης, μπορούμε να τις διακρίνουμε σε εσωτερικές (insider) ή εξωτερικές (outsider) ομάδες πίεσης. Οι πρώτες θεωρούνται αναγνωρισμένες και νομιμοποιημένες από την κυβέρνηση που τις συμβουλεύεται σε τακτή βάση. Οι δεύτερες είτε δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε σχέση συμβούλου των κρατικών αξιωματούχων είτε δεν μπορούν να κερδίσουν κυβερνητική αναγνώριση και νομιμοποίηση.
γ) Κύριες ή δευτερεύουσες ομάδες πίεσης. Συνήθως αναφέρονται ως κύριες εκείνες οι ομάδες που ενδιαφέρονται για την αντιπροσώπευση των συμφερόντων ή των απόψεων των μελών τους (με μία έννοια αυτές που αναφέρονται άμεσα στην πολιτική) ενώ ως δευτερεύουσες θεωρούνται εκείνες που χαρακτηρίζονται κυρίως από την φροντίδα για παροχή υπηρεσιών στα μέλη τους και μόνο περιστασιακά εισέρχονται στο πολιτικό πεδίο. Όμως, ρόλο ομάδας πίεσης και συμφερόντων μπορούν να παίξουν και επίσημα θεσμικά όργανα του ίδιου του κράτους, όπως τα υπουργεία που ζητούν περισσότερα κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό, οι φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, ακόμη και οι ένοπλες δυνάμεις που φτάνουν μέχρι και την πραξικοπηματική κατάληψη της κρατικής εξουσίας.

Οι ομάδες πίεσης αποτελούν πολιτικό φαινόμενο που αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στις καπιταλιστικές κοινωνίες – ιδίως στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες της Δύσης- οι οποίες θεωρούνται πιο πολύπλοκες και κατακερματισμένες σε πιο εξειδικευμένες θεσμικές ή/και λειτουργικές ομάδες. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες στοχεύουν στην ικανοποίηση των άμεσων και μακροπρόθεσμων αναγκών και συμφερόντων τους που είναι συχνά αντικρουόμενα και, πολλές φορές, οι διαφορές τους φαίνονται αγεφύρωτες και υπάγονται στην έννοια του «μηδενικού αθροίσματος» (zero sum). Παρ’ όλα αυτά, ο βασικός ρόλος τους στο πολιτικό σύστημα είναι η σύνδεση των κυβερνώντων μα τους κυβερνώμενους πολίτες. Μέσω αυτής της σύνδεσης επιτυγχάνεται στον έναν ή στον άλλο βαθμό η πολιτική συμμετοχή των πολιτών που, κατά ορισμένες απόψεις, είναι συχνά σημαντικότερη από αυτή μέσω των πολιτικών κομμάτων. Οι ομάδες συμφερόντων εστιάζουν τις δραστηριότητές τους στα σημεία εξουσίας του πολιτικού συστήματος, γι’ αυτό η μελέτη τους είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της μελέτης της λειτουργίας του συστήματος της κατανομής εξουσίας στο εσωτερικό του. Τόσο για τη μελέτη του τρόπου διαμόρφωσης της ακολουθούμενης κρατικής πολιτικής όσο και τη συγκριτική ανάλυση πολιτικών συστημάτων και κρατικών πολιτικών είναι απαραίτητη η μελέτη των ομάδων συμφερόντων και των κοινωνικών κινημάτων.

Σε όλα τα πολιτικά συστήματα συμφερόντων η τακτική που ακολουθούν οι ομάδες συμφερόντων είναι η εκπροσώπησή τους μέσω του λομπίστα. Αυτός είναι ένας πολίτης που εκπροσωπεί μια ομάδα συμφερόντων για να ασκήσει επιρροή στην κυβερνητική πολιτική και αναπτύσσει δράση υπέρ των συμφερόντων τους. Βέβαια, η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες. Στις ΗΠΑ συνήθως πρόκειται για «επιχειρηματικά» γραφεία ή ελεύθεροι επαγγελματίες (contract lobbyists) που προσλαμβάνονται από τις ομάδες ενώ στην Ευρώπη είναι οι ίδιοι οι επίσημοι (αμοιβόμενοι) ηγέτες των οργανώσεων των ομάδων συμφερόντων και συχνά εθελοντές μέλη.

Η σχέση κομμάτων και ομάδων πίεσης δεν είναι πάντοτε σχέση εξωτερική. Ακόμη και στην περίπτωση που μια ομάδα πίεσης δρα ανεξάρτητα από πολιτικά κόμματα, η δράση της δεν παύει να έχει αντίκτυπο στην εσωτερική πολιτική ζωή των κομμάτων.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπως αυτή των συνδικάτων στις ΗΠΑ που κινητοποιούνται για την υποστήριξη συγκεκριμένων υποψηφίων του Δημοκρατικού Κόμματος και για την καταψήφιση άλλων υποψηφίων είτε του ίδιου κόμματος είτε του Ρεπουμπλικανικού. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι επίσης αυτό των ομάδων για το περιβάλλον, για τα πολιτικά δικαιώματα, για τον πυρηνικό αφοπλισμό και την ειρήνη, που δρουν στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος στο Η.Β.

Στρατηγική και τακτική

Με τον όρο «στρατηγική» εννοούμε το γενικό πρόγραμμα για την επίτευξη των στόχων της απόκτησης πρόσβασης στα κέντρα λήψης αποφάσεων πολιτικής και την επιρροής των ομάδων συμφερόντων πάνω στη λήψη αυτών των αποφάσεων. Επίσης με τον όρο «τακτική» εννοούμε τα συγκεκριμένα μέσα με τα οποία μπορεί να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι: «Στρατηγική είναι ο καθορισμός των βασικών μακροχρόνιων στόχων και σκοπών μιας οντότητας -ατομικής ή συλλογικής- και η υιοθέτηση μιας σειράς πράξεων καθώς και ο προσδιορισμός των αναγκαίων μέσων για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων» Η στρατηγική και οι τακτικές που πρέπει να ακολουθήσει μια εργατική συνδικαλιστική οργάνωση υπήρξε επί μακρόν ζήτημα εξαιρετικά έντονων συγκρούσεων, διαγραφών και διασπάσεων χωρίς να μπορεί κανείς να αποφανθεί με σιγουριά και διαχρονικά ότι η μία ή άλλη στρατηγική αποφέρει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα ή αν αποτελεί μονίμως σωστή ή καταστρεπτική. Εξαρτάται πάντα από το ιστορικό πλαίσιο, τη διαμόρφωση του συγκεκριμένου κοινωνικοιύ σχηματισμού και το πολιτικό σύστημα, την πολιτική και συνδικαλιστική κουλτούρα, τα κοινωνικά κινήματα και τις οργανώσεις. Εν ολίγοις, χρειάζεται γνώση των επίσημων και ανεπίσημων δομών του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο αναφερόμαστε.

Η «ρεφορμιστική» στρατηγική αποτελούσε μόνιμο στόχο της κριτικής της «επαναστατικής» πτέρυγας του συνδικαλιστικού κινήματος και αφορούσε την κινητοποίηση του στο εσωτερικό του πολιτικού και οικονομικού συστήματος για την επίτευξη των μεταρρυθμιστικών σχεδίων που να έδιναν λύση σε σοβαρά προβλήματα των εργαζομένων χωρίς να αμφισβητείται η ύπαρξη και λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής . Σύμφωνα με την ρεφορμιστική στρατηγική τα συνδικάτα πρέπει να εργάζονται μέσα στους «αστικούς θεσμούς» (συνεργασία με τα «φιλικά κόμματα» όπως το σοσιαλιστικό και το εργατικό ή όποιο φιλελεύθερο προωθούσε θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας, εκλογή εργατών ως βουλευτών, συνδιοίκηση δημόσιων επιχειρήσεων στα πλαίσια της βελτίωσης της ζωής και των συνθηκών εργασίας των εργατών, συσσώρευση μεταρρυθμίσεων και κρατικών φιλεργατικών παρεμβάσεων) σε μια κατεύθυνση κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας. Στα πλαίσια αυτά σημαντικό ρόλο παίζει το συνδικαλιστικό κίνημα ως συνεργατικός θεσμός ως προς την κυβέρνηση και το κράτος φροντίζοντας να υπάρχει μεταξύ των υπουργών και άλλων υπηρεσιακών παραγόντων της κρατικής διοίκησης σε όλα τα επίπεδα (κεντρικό, τοπικό, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί) για την αμοιβαία πληροφόρηση αξιωματούχων και συνδικαλιστών. Τέλος, σημαντική είναι για την αποτελεσματικότητα του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού η ενημέρωση της κοινής γνώμης με κάθε διαθέσιμο μέσο μαζικής επικοινωνίας για την ενδεχόμενη άσκηση πιο έντονης πίεσης προς την κυβέρνηση και τους εργοδότες σε περιπτώσεις που οι τελευταίοι κωλυσιεργούν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις ή προσπαθούν να τις υπονομεύσουν.

Άμεση δράση
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε η έντονη και μαζική προσφυγή στην τακτική της «άμεσης δράσης». Όταν αναφερόμαστε στην άμεση δράση εννοούμε τόσο την αδιαμεσολάβητη δράση όσο και την δράση που εκδηλώνεται αμέσως ή σε πολύ σύντομο διάστημα από τον εντοπισμό ενός κοινωνικού προβλήματος ή μια επίθεση από το κράτος ή τον εργοδότη εναντίον μιας κοινωνικής ομάδας (π.χ. η εισοδηματική πολιτική ή πολιτική για την κοινωνική ασφάλιση) ή μιας ομάδας εργαζομένων (π.χ. σε περίπτωση απολύσεων ή κλεισίματος μιας επιχείρησης σε μία πόλη και μεταφορά της σε άλλο τόπο). Η προσφυγή σε μορφές άμεσης δράσης είναι αρκετά παλιότερο φαινόμενο αλλά τις τελευταίες δεκαετίες η υποχώρηση του κράτους από τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας και πολιτικής μετά την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970. Η κατίσχυση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής συνοδευόμενη από την αναδιάρθρωση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων με στρατηγικές μείωσης του κόστους εργασίας, η τεχνολογική εξέλιξη που ώθησε μαζικά εργαζόμενους σε ανεργία και η παγκοσμιοποίηση προκάλεσαν μαζικές αντιδράσεις. Λόγω της εμμονής στην αντιπληθωριστική πολιτική που επέφερε μαζική ανεργία, υποαπασχόληση και εργασιακή επισφάλεια ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων ένοιωθε να οδηγείται στο περιθώριο ενώ ο κόσμος των ιδιοκτητών και των διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων πλούτιζε όλο και περισσότερο σε βάρος τους. Οι κυρίαρχες συνδικαλιστικές οργανώσεις προσκολλημένες στην στρατηγική της τριμερούς συνεργασίας, της συνδιοίκησης και του κοινωνικού εταιρισμού αδυνατούσαν να καλύψουν συνδικαλιστικά αυτές τις ολοένα και διευρυνόμενες ομάδες επισφαλώς εργαζομένων, υποαπασχολούμενων και ανέργων. Η προσφυγή στην άμεση δράση είναι η πρώτη και βασική στρατηγική απάντηση αυτών των ομάδων. Οι μορφές άμεσης δράσης ποικίλλουν από μη-βίαιες ως παράνομες και βίαιες.

Κοινωνικά κινήματα

Τα κοινωνικά κινήματα είναι συλλογικές αμφισβητήσεις/διεκδικήσεις (challenges) από ανθρώπους που έχουν κοινούς σκοπούς και αλληλεγγύη μεταξύ τους και βρίσκονται σε κατάσταση παρατεταμένης αλληλεπίδρασης με το κράτος, τις δημόσιες και ιδιωτικές αρχές και τις σχετικές ελίτ.

Κάθε κίνημα βιώνει τους δικούς του «κύκλους διαμαρτυρίας» που σημαίνει ότι η δράση του ακολουθεί μια κυκλική πορεία από την ένταση και την αύξηση της μαζικότητας ως την εσωστρέφεια και τη μείωση της μαζικότητας ανάλογα με τη συγκυρία και τις υποκειμενικές δυνατότητές του. Τα κινήματα έχουν την τάση να εξαπολύουν νέα κύματα συλλογικών αγώνων και σε άλλες περιόδους να εκφράζουν μια σιωπηλή, λανθάνουσα διαμαρτυρία. Η μετριοπάθεια ή η μαχητικότητα των δραστηριοτήτων δεν καθορίζουν από μόνες τους το νόημά τους αλλά οι σκοποί τους. Το κύριο, όμως, είναι ότι τα άτομα ταυτίζονται με μια ευρεία κοινωνική κατηγορία και δρουν για λογαριασμό της. Τα τελευταία σαράντα χρόνια η «κινηματική δράση» γίνεται ένα ολοένα και συχνότερα εκδηλούμενο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως, συχνά δεν πρόκειται για «θεσμοποίηση» της συλλογικής κινηματικής δράσης, αλλά, αντιθέτως, για «κινηματοποίηση» της πολιτικής.

Οι παλιότερες θεωρήσεις για τα κοινωνικά κινήματα τα αντιμετώπιζαν ως παράλογες και ανώμαλες μορφές συλλογικής δράσης του μαινόμενου «πλήθους» ή «όχλου» . Άλλες ήταν ψυχολογικού χαρακτήρα θεωρίες «συλλογικής συμπεριφοράς» που είχαν την τάση να ανάγουν τη διαμαρτυρία στην απελευθέρωση καταπιεσμένων υστερήσεων (αποξένωση, αναζήτηση σκοπού ή νοήματος, αίσθηση του ανήκειν, αποστέρηση, ένταση, προσωπικά προβλήματα, απόκλιση από το κανονικό, αποδιοργάνωση). Αυτές οι σχολές θεωρούν αδιανόητη την ύπαρξη τάσεων διαμαρτυρίας στην ομαλή καθημερινή ζωή. Δεν αντιλαμβάνονται την ύπαρξη πολλών ατόμων που ενώ μοιράζονται από κοινού τα παραπάνω αναφερθέντα χαρακτηριστικά δεν κινητοποιούνται και δεν συμμετέχουν στα κοινωνικά κινήματα. Τέλος, περιγράφουν το «συλλογικό νου» με ψυχολογικούς όρους και παραμελούν την κουλτούρα, τις στρατηγικές και την πραγματική ψυχολογική δυναμική στο επίπεδο των ατόμων.

Υπάρχει όμως μια τάση η οποία υπογραμμίζει τη δημιουργικότητα των συμμετεχόντων. Τα κοινωνικά κινήματα ακολουθούν στα πλαίσια αυτά μια σειρά βημάτων: ευνοϊκές δομικές συνθήκες, γενικευμένη πεποίθηση των συμμετεχόντων ότι υπάρχει δομικό κενό και κατάσταση απροσδιοριστίας κι έλλειψη επιθυμίας συμπεριφοράς κατά το συμβατικό τρόπο, επιταχυντικοί παράγοντες, κινητοποίηση συμμετεχόντων, μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου (αντικινήματα, κρατικές αρχές που ασκούν πολιτική ενσωμάτωσης, τροποποίησης δομών ή καταστολής. Η δομική ένταση προκαλεί μια κοινωνική ανισορροπία μεταξύ των διαφορετικών μερών του γενικότερου κοινωνικού συστήματος, ιδιαίτερα μεταξύ των οικονομικών θεσμών και των πολιτισμικών αξιών. Καθώς ορισμένα μέρη του συστήματος μεταβάλλονται με σχετικά πιο ραγδαίους ρυθμούς προκαλείται μια αντικειμενική ένταση. Προκαλείται δηλαδή, με μαρξιστικούς όρους, ένταση μεταξύ του ταξικού συστήματος (κοινωνικές σχέσεις παραγωγής) και της ανθρώπινης παραγωγικής δημιουργικότητας.

Η δεκαετία του ’60 βρήκε πολλούς καθηγητές και φοιτητές στους δρόμους των κινητοποιήσεων με αποτέλεσμα να ασκηθεί κριτική στις παλιότερες θεωρίες που έβλεπαν αφ’ υψηλού και από μακρά τα κοινωνικά κινήματα. Ως εκ τούτου, αυτοί οι συμμετέχοντες στα κοινωνικά κινήματα καθηγητές και οι μετέπειτα διάδοχοί τους που υπήρξαν φοιτητές τους ανέπτυξαν θεωρίες που αντιμετωπίζουν τα κινήματα ως ορθολογική αντίδραση σε δυσλειτουργίες και κακώς κείμενα των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων στα οποία ζούσαν. Αναπτύχθηκε κυρίως η σχολή της «κινητοποίησης πόρων» στη Βόρεια Αμερική και η σχολή των «νέων κοινωνικών κινημάτων» στην Δυτική Ευρώπη.

Η ανοιχτή εκδήλωση της σύγκρουσης απαιτεί κάτι περισσότερο από την ύπαρξη αντίθεσης συμφερόντων μεταξύ ατόμων και ομάδων. Τίθεται το ερώτημα: «δρουν πάντοτε οι ομάδες με γνώμονα το κοινό ιδιοτελές συμφέρον τους;» Η ιδιοτελής συμπεριφορά θεωρείται κανόνας, τουλάχιστον όταν διακυβεύονται υλικά αγαθά, και ιδιαίτερα όταν ο «ορθολογικός υπολογισμός» θεωρείται ως κατευθυντήρια αρχή που οδηγεί σε λήψη αποφάσεων. Έτσι, ο Olson θεωρεί ότι εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου ασκείται εξαναγκασμός ή άλλοι παρόμοιοι μηχανισμοί, τα ορθολογικά άτομα και ομάδες δεν θα δράσουν καθόλου ή θα δράσουν κόντρα στο κοινό συμφέρον (free-riders). Επομένως, η δράση είναι ένα ενδεχόμενο και η προσανατολισμένη προς την ομάδα συμπεριφορά είναι λανθάνουσα ώσπου διαφοροποιημένα και επιλεκτικά κίνητρα δώσουν ερέθισμα για συλλογική δράση και βοηθήσουν στην διαμόρφωση αιτημάτων. Οι ενεργές και ισχυρές ομάδες αναπτύσσουν την ισχύ τους επειδή εκτελούν κάποια λειτουργία που συμπληρώνει τη διεκδίκηση των συλλογικών συμφερόντων τους. Αυτές οι ομάδες έχουν την ικανότητα να «κινητοποιούν» λανθάνουσα δράση μέσω επιλεκτικών κινήτρων. Μεταξύ αυτών που περιλαμβάνει στην έρευνά του ο Olson είναι τα εργατικά συνδικάτα που εγκατέλειψαν τον γενικό πολιτικό προσανατολισμό τους και μεταλλάχθηκαν σε ισχυρές οργανώσεις πίεσης (lobby) αφού καθιέρωσαν την υποχρεωτική συμμετοχή, και οι ισχυρές επαγγελματικές ενώσεις που περιγράφονται ως «μινιατούρες-κυβερνήσεις», στις οποίες μπορεί να μην υπάρχει η νομική υποχρέωση συμμετοχής αλλά λόγω των ποικίλων ωφελιμιστών που θα προσφέρει είναι «απαραίτητη».

Ενώ ο Olson δίνει τη χαριστική βολή στην αντίληψη ότι η δυσαρέσκεια και οι κοινωνικές εντάσεις γεννούν αυτόματα κινητοποιήσεις και κοινωνικά κινήματα, η κριτική που του ασκείται είναι ότι στηρίζεται αποκλειστικά σε μία μόνο στενή εκδοχή της ορθολογικότητας και, σε τελευταία ανάλυση, η στενά οικονομική εκδοχή της επιλογής στη βάση του κόστους και του οφέλους δεν είναι δυνατόν να ισχύει για κάθε έννοια δράσης, πόσο μάλλον της δράσης μιας συλλογικότητας. Ο άνθρωπος δεν ένα στυγνό υπολογιστικό ον χωρίς ιδεολογίες ή συναισθήματα. Αντί για τα εκλεκτικά κίνητρα για τους θεωρητικούς της «κινητοποίησης πόρων», η λύση βρίσκεται στις επαγγελματικές κινηματικές οργανώσεις. Στην εποχή της μεγαλύτερης οικονομικής αφθονίας και των ευρέως διαδεδομένων οργανωτικών δεξιοτήτων της δεκαετίας του 60, οι οργανωτές διαθέτουν πολλούς πόρους για την κινητοποίηση των ανθρώπων. Οργανωτές δεν είναι μόνο αυτοί που έχουν συμφέρον σε συλλογικά αγαθά αλλά και οι επαγγελματίες «κινηματικοί επιχειρηματίες» με δεξιότητες και ευκαιρίες για την ένταξη του υπάρχοντος πλήθους παράπονων (grievances) στα πλαίσια των κοινωνικό-κινηματικών οργανώσεων. Η «κινητοποίηση πόρων» είναι η διαχείριση κάθε είδους πόρων από υλικά αγαθά και υπηρεσίες, χρήμα έσοδα και καταθέσεις μέχρι μη υλικούς πόρους όπως η εξουσία/δύναμη, η δέσμευση, οι δεξιότητες, η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη. Μια κοινή κουλτούρα αλλά και τα συναισθήματα και οι αντιλήψεις σε εθνικό επίπεδο καθώς και η ιστορική παράδοση μπορούν να παραταχθούν ως πόροι προς κινητοποίηση. Στην 4η υπόθεσή του o Anthony Oberschall τονίζει ότι οι συμμετέχοντες στη συλλογική δράση είναι εκείνα κυρίως τα άτομα που είναι πολύ καλά ενσωματωμένα και ενεργά σε μια συλλογικότητα. Πόροι, μεταξύ άλλων, μπορεί να θεωρηθούν πρόσφατα αναπτυχθείσες πρακτικές και εγκατεστημένα ανταγωνιστικά δίκτυα. Στις ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της σύγκρουσης συγκαταλέγεται η διάσπαση των αρχουσών ελίτ και τάξεων που σημαίνει ότι χαλαρώνει ο κοινωνικός έλεγχος των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων ευνοώντας την κινητοποίησή τους, είτε αυτή είναι ανεξάρτητη είτε υπό την ηγεμονία μέρους της ελίτ. Η έναρξη και εξέλιξη της κινητοποίησης βρίσκει έδαφος και ευνοϊκή συνθήκη στην ύπαρξη σαφώς πετυχημένων κινητοποιήσεων σε άλλα εστιακά σημεία (focal points) σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο (π.χ. παγκόσμια κινητοποίηση νέων το 1968). Η κινητοποίηση σε ένα εστιακό σημείο, λοιπόν, μπορεί να μεταδώσει τη φλόγα της κινητοποίησης σε άλλα σημεία (π.χ. επιδίωξη του Τσε Γκεβάρα με το κίνημα του focismo να δημιουργήσει «ένα-δύο-τρία Βιετνάμ). Σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση παίζει η ανάληψη ρίσκου και οι ανταμοιβές που επιτυγχάνει η δράση καθώς και η ανοιχτότητα ή κλειστότητα του πολιτικού συστήματος. Τα κοινωνικά κινήματα, σύμφωνα με τους McCarthy και Zald, χειρίζονται αυτούς τους πόρους και τη σχέση τους με τα ΜΜΕ, τις Αρχές και τα επίσημα πολιτικά κόμματα, ως επί το πλείστον, δια των οργανώσεων, που, αποτελούν το ένα από τα τρία επίπεδα συλλογικής δράσης. Το πρώτο επίπεδο συλλογικής δράσης είναι η κοινωνικο-κινηματική οργάνωση (SMO) που είναι «μια σύνθετη ή τυπική οργάνωση που ταυτίζει τους στόχους της με τις προτιμήσεις ενός κοινωνικού κινήματος ή αντικινήματος» και που προσπαθεί να πετύχει αυτούς τους σκοπούς. Ο κοινωνικο-κινηματικός κλάδος (SMI) είναι το οργανωτικό ανάλογο του κοινωνικού κινήματος αποτελούμενο από όλες τις SMO που έχουν ως στόχο τους την επίτευξη των ευρύτερων προτιμήσεων ενός κοινωνικού κινήματος. Ο κοινωνικο-κινηματικός τομέας (SMS) είναι το σύνολο των κοινωνικο-κινηματικών κλάδων ανεξαρτήτως συγκεκριμένου κινήματος. Η οικονομικής ορθολογικότητας προσέγγιση της σχολής αυτής μετριάζεται από άλλα κείμενα των θεωρητικών που εντάσσονται σε αυτήν και στα οποία εντοπίζουν συμμετέχοντες, συνιστώσες, υποστηρικτές, θεατές και αντιπάλους. Με τη συμβολή τους δίνεται έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ της διαθεσιμότητας για δράση, της προϋπάρχουσας οργάνωσης, των δομών των προτιμήσεων και των επιχειρησιακών προσπαθειών να ικανοποιηθούν οι προτιμήσεις που ζητούνται. Έτσι, το κοινωνικό κίνημα είναι μια σύμμειξη (fusion) της επιδίωξης προώθησης συμφερόντων και της διαμόρφωσης ταυτότητας. Η κινητοποίηση μπορεί να προσδιοριστεί τόσο από τη δύναμη των προϋπαρχόντων δικτύων οργανώσεων και πόρων όσο και από την ώθηση που της δίνει η συλλογική αλληλεγγύη, η ιδεολογική δέσμευση και η κοινή ταυτότητα. Ιδιαίτερη έμφαση, από ένα σημείο κι ύστερα, δίνεται στην αλληλεπίδραση μεταξύ δρώντων, ετερογένειας εντός των ομάδων και του ρόλου των φορέων κινητοποίησης. Επίσης θεωρείται πια δεδομένο ότι στις περισσότερες φορές η συλλογική δράση προωθείται από μια σχετικά μικρή ομάδα ατόμων με υψηλά κίνητρα που διαθέτουν επαρκείς πόρους (υλικούς και μη-υλικούς) για να συγκεντρώσουν μια «κρίσιμη μάζα» και να την κατευθύνουν προς την επίτευξη των στόχων .

Από τα πλαίσια αυτής της σχολής αλλά παίρνοντας διαφορετική πορεία αναπτύχθηκε η θεωρία της «πολιτικής διαδικασίας». Αυτή η θεωρία φιλοδοξεί να εξηγήσει και να ερμηνεύσει την κινητοποίηση των κοινωνικών κινημάτων στη βάση της περιγραφής του πολιτικού πλαισίου και του ρόλου του. Όταν μιλάμε για πολιτικό πλαίσιο εννοούμε το «πολιτικό περιβάλλον» μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η Πολιτική. Με άλλα λόγια ερευνούμε την «δομή των πολιτικών ευκαιριών» .Η περιγραφή της δομής μας δείχνει τις συνθήκες, δηλαδή τα υλικά στοιχεία που δεν μπορούν να αναχθούν στις προθέσεις των δρώντων υποκειμένων .Η δομή εμπεριέχει παράγοντες όπως ο χαρακτήρας των ανώτατων κρατικών αξιωμάτων (π.χ. προεδρικός χαρακτήρας των ΗΠΑ ή της Γαλλίας αντί του πρωθυπουργικού μοντέλου π.χ. Βρετανία, Ιταλία κ.ά.), ο τρόπος εκλογής των αιρετών αξιωματούχων σε όλα τα επίπεδα διοίκησης και αυτοδιοίκησης, η κατανομή των κοινωνικών δεξιοτήτων και status, ο βαθμός κοινωνικής αποσύνθεσης κλπ. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, μεμονωμένα ή συνδυασμένα, διευκολύνουν ή εμποδίζουν την κοινωνική και πολιτική δράση των ανθρώπων για την επίτευξη αντίστοιχων στόχων. Άλλοι δομικοί παράγοντες που ενθαρρύνουν ή αποθαρρύνουν την ανάπτυξη των κοινωνικών κινητοποιήσεων είναι ο βαθμός ανταποκρισιμότητας της κυβέρνησης και το επίπεδο των πόρων της κοινότητας. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται πολιτικά τα άτομα και οι ομάδες, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, δεν αποτελεί συνάρτηση μόνο του «πλούτου» των πόρων που διαθέτουν ή των ψυχικών προδιαθέσεων αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις αντικειμενικές δομικές ευκαιρίες ή απειλές και περιορισμούς και την πρόσληψη τους από τις ομάδες και τα άτομα.

Αξίζει, όμως, να προχωρήσουμε παραπέρα και να δούμε τις επεξεργασίες της θεωρίας. Κεντρική εστίαση της θεωρίας της πολιτικής διαδικασίας είναι η σχέση μεταξύ θεσμικών πολιτικών φορέων δράσης και διαμαρτυρίας. Αμφισβητώντας μια δεδομένη πολιτική τάξη πραγμάτων, τα κοινωνικά κινήματα διαντιδρούν με δρώντες φορείς που κατέχουν μια σταθεροποιημένη θέση («το κατεστημένο») στην πολιτική οντότητας του κράτους. Ο Peter Eisinger μιλώντας για τη «δομή των πολιτικών ευκαιριών» εστίασε αρχικά στη μελέτη των μορφών διαμαρτυρίας στις πόλεις των ΗΠΑ προσπαθώντας να εξηγήσει τη διαφορά εκδήλωσης της διαμαρτυρίας ανάλογα με τη μορφή του τοπικού πολιτικού συστήματος και την κλειστότητα ή ανοιχτότητά του. Άλλες έρευνες έφεραν στο φως νέα δεδομένα και δόθηκε δυνατότητα δημιουργίας νέων εννοιών και διαστάσεων του θέματος. Οι Francis-Fox Piven και Richard Cloward εξετάζουν παράγοντες όπως η εκλογική αστάθεια και το ρόλο που παίζει στην υποβοήθηση εκδήλωσης της διαμαρτυρίας. Αυτό μπορέσαμε να το διαπιστώσουμε κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 μέσα από έρευνες κοινής γνώμης αλλά και με την μεγάλη συμμετοχή ευρέων κοινωνικών στρωμάτων σε απεργίες διαδηλώσεις, συγκρούσεις και καταλήψεις σχολών και λυκείων. Επίσης, οι Piven και Cloward τονίζουν ότι οι ομάδες που δεν διαθέτουν οργανωτικούς και οικονομικούς πόρους χρησιμοποιούν τη διαμαρτυρία για πιο αποτελεσματική συλλογική πολιτική δράση.

Η δυνατότητα των «παριών» της κοινωνίας, κατά τους Piven και Cloward, να προωθήσουν τις απόψεις τους και τα αιτήματά τους, παρά τις προκαταλήψεις της κοινωνικής πλειοψηφίας, εξαρτάται από την ικανότητά τους να αναπτύσσουν «αντισταθμιστική δύναμη», δηλαδή ένα είδος «δυαδικής εξουσίας» στους δρόμους. Αυτό σημαίνει ότι αναπτύσσουν στρατηγικές πολιτικής διατάραξης της τάξης δημιουργώντας συνθήκες κρίσης που καλούνται οι πολιτικές κρίσεις να διαχειριστούν και να ανταποκριθούν κατά κάποιο τρόπο στην πρόκληση που τους θέτουν οι διαμαρτυρόμενες ομάδες. Κατά την άποψή τους τα εκλογικά αντιπροσωπευτικά συστήματα δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα αιτήματα των κοινωνικά ανίσχυρων δυνάμεων που αναγκαστικά θεωρούν τη διαμαρτυρία ως μοναδική αποτελεσματική πολιτική δράση. Ως παρόμοιους εκλογο-αντιπροσωπευτικούς μηχανισμούς οι Cloward και Piven θεωρούν τις επίσημες μαζικές κοινωνικο-κινηματικές οργανώσεις, όπως η ΓΣΕΕ, που, όταν ένα μεγάλο μέρος των μαζών που νοιώθουν ότι αδικούνται από το σύστημα και τις πολιτικές αρχές, αμφισβητούνται από τις μάζες αυτές μιας και τις αντιλαμβάνονται ως ουσιαστικά εμπόδια αντί για ενθαρρυντικούς παράγοντες στη δράση τους. Δεδομένων των αδρανειών του πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της επίσημης ελληνικής αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ), όπως τις αντιλαμβανόταν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της νεολαίας και πολλοί εργαζόμενοι υπό συνθήκες κοινωνικής ανασφάλειας και εργασιακής επισφάλειας, και των (ηθελημένη ή μη) καθυστερήσεων στην πολιτική αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης με ριζικά μέτρα υπέρ των αδυνάμων λαϊκών στρωμάτων, βγήκαν στους δρόμους και μια μεγάλη μερίδα από αυτούς κατέλαβαν το κτήριο των γραφείων της ΓΣΕΕ στην Αθήνα κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008.

Στην Ευρώπη αναπτύχθηκε μετά την εξέγερση του Μάη 1968 η θεωρία των «νέων κοινωνικών κινημάτων». Οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις των εργατών μετά την λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν σε μεγάλο βαθμό πετυχημένες καθώς από τη μια η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και από την άλλη η εργοδοτική τακτική και η κρατική πολιτική τόσο των σοσιαλδημοκρατικών όσο και των φιλελεύθερων-συντηρητικών κυβερνήσεων στη Δυτική Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και αργότερα στην Ιαπωνία που επηρεαζόταν από την αίγλη την οποία ασκούσε πάνω στους εργαζόμενους η ΕΣΣΔ, είχαν ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση των συνδικάτων στο πολιτικό σύστημα. Η νέα κοινωνική κινητοποίηση δεν θα αφορούσε πια τόσο τα οικονομικά εισοδηματικά αιτήματα αλλά τα ζητήματα ταυτότητας, της ειρήνης, του περιβάλλοντος, της παιδείας, των μειονοτήτων και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Επρόκειτο, δηλαδή, για κοινωνικά κινήματα που ξεπέρναγαν τα όρια των παλιότερων κινημάτων που διεκδικούσαν την βελτίωση των άμεσων καθημερινών συνθηκών ζωής (μισθός, άδεια, σύνταξη, οικογενειακά επιδόματα κ.α.). Τώρα τα περισσότερα κινήματα αποσκοπούν στη βελτίωση της «ποιότητας της ζωής». Οι παραδοσιακές μαρξιστικές θεωρήσεις, όπως εκφράστηκαν τόσο από την κλασική σοσιαλδημοκρατία όσο και από τις διάφορες εκδοχές του σταλινισμού, αδυνατούσαν να καλύψουν αυτή τη συζήτηση, λόγω δύο ειδών αναγωγισμού. Από τη μια λόγω του οικονομικού αναγωγισμού η ενότητα ενός κοινωνικού σχηματισμού και οι ιδεολογικές και πολιτικές διαδικασίες αποτελούν απλά αποτελέσματα της λειτουργίας του οικονομικού επιπέδου. Από την άλλη λόγω του ταξικού αναγωγισμού οι κοινωνικοί δρώντες και η ταυτότητά τους αποτελούν έκφραση των οικονομικών ταξικών συμφερόντων τους. Οι θεωρητικοί των νέων κοινωνικών κινημάτων υποστηρίζουν ότι νέοι συλλογικώς δρώντες έχουν βγει στην επιφάνεια και βρίσκονται στο επίκεντρο των σύγχρονων συγκρούσεων εκτοπίζοντας σε δεύτερο πλάνο τους παραδοσιακούς ταξικούς εργατικούς αγώνες. Αυτοί οι νέοι δρώντες δεν διαμορφώνουν την ταυτότητα τους από την τοποθέτησή τους στο πεδίο της εργασίας και της παραγωγής αλλά στα πεδία των ιδεολογικών και πολιτικών διεργασιών. Η ταυτότητά τους πλάθεται αλλά και αναπλάθει τους κοινωνικούς ρόλους και κυριαρχούν μη ταξικά ζητήματα, όπως το κοινωνικό φύλο, η εθνότητα, η ηλικία, το περιβάλλον, η ειρήνη, η τοπική κοινωνία κ.α. Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι από τις συνθήκες στις οποίες ζει κανείς ως το σημείο που αρχίζει να δρα μεσολαβούν ιδεολογικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαδικασίες. Αν εξετάσουμε περιόδους οικονομικής κρίσης θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι άμεση η σύνδεση της έναρξης ή/και της επιδείνωσης της κρίσης με την ανάληψη μαζικής δράσης από τους ανθρώπους που υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Στα πλαίσια των θεωρητικών των νέων κοινωνικών κινημάτων ξεχωρίζουν ορισμένες συμβολές για την ευρηματικότητα και την διορατικότητά τους. Πρώτη απ’ όλα, είναι η δημιουργία της έννοιας του «βιόκοσμου» από τον Γιούργκεν Χάμπερμας που τονίζει ότι στην ουσία τα νέα κοινωνικά κινήματα αποτελούν προάσπιση του «βιόκοσμου» από την κυριαρχία («αποικισμός») του κράτους και της αγοράς πάνω του. Το κράτος στο πλαίσιο των κοινωνιών του «ύστερου καπιταλισμού» παίζει έναν αντιφατικό ρόλο, καθώς από τη μια προσπαθεί να δημιουργήσει τους κατάλληλους όρους για την κεφαλαιακή συσσώρευση και από την άλλη να διατηρήσει και να ενισχύσει την αστική ηγεμονία. Η «κρίση» τόσο με την έννοια της ηγεμονίας όσο και με την έννοια της νομιμοποίησης αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών. Τα νέα κοινωνικά κινήματα δημιουργούνται ως ρασιοναλιστικές προσπάθειες των πολιτών να αξιοποιήσουν τις ρωγμές στο κρατικό οικοδόμημα για να προωθήσουν τους δικούς τους σκοπούς και να αντισταθούν στις φανερές και κρυφές αυταρχικές απόπειρες ανασυγκρότησης της κυριαρχίας και την επιβολή του κράτους και της αγοράς στην καθημερινότητά τους. Μαζί με την κρίση του κράτους ως διαχειριστή της σχέσης κεφαλαιακής συσσώρευσης και αστικής ηγεμονίας, επήλθε και η κρίση των παραδοσιακών κομμάτων και των εργατικών συνδικάτων που αντιμετωπίζουν την «εξέγερση» των μελών και των οπαδών τους επειδή δεν μπορούν να συναρθρώσουν σε μια βιώσιμη και συνεκτική πολιτική ατζέντα τα ποικίλα αιτήματα των κοινωνικών τους βάσεων. Αυτή η «εξέγερση» παίρνει τόσο μαζικό χαρακτήρα όσο περνά ο καιρός με αποτέλεσμα τη συγκρότηση νέων πολιτικών σχηματισμών και συλλογικών υποκειμένων. Οι σύγχρονες συγκρούσεις στρέφονται γύρω από δύο μείζονες πόλους. Από τη μια είναι η νεοσυντηρητική πολιτική πρόταση που αφορά τον επαναπροσδιορισμό των ορίων του πολιτικού επιπέδου με τη διεύρυνση του ιδιωτικού και της αγοράς για την συμπερίληψη σε αυτό τα ζητήματα και τις συγκρούσεις που το κράτος δεν μπορεί πια να αντιμετωπίσει λόγω της «υπερφόρτωσής» του. Από την άλλη, τα νέα κοινωνικά κινήματα προσπαθούν να διευρύνουν τα όρια του πολιτικού επιπέδου για να συμπεριληφθεί η «κοινωνία πολιτών» και να ανασυντεθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απεξαρτηθεί από τον έλεγχο και την παρέμβαση του κράτους και της αγοράς.

Η κύρια αντίληψη που διακατέχει τα νέα κοινωνικά κινήματα είναι ο «αντικρατισμός» και η «δράση κατά των μηχανισμών». Δίνεται έμφαση στην ομαδική ή συλλογική ταυτότητα, στις αξίες και στον τρόπο ζωής και η κοινωνική τους βάση είναι η «μεσαία τάξη». Συνεπώς, οι αντιθέσεις αφορούν τη σχέση «ατόμου και κράτους». Οι συνέπειες είναι η άνοδος των «συμμετοχικών διαθέσεων και ιδεολογιών», η αύξηση της χρήσης μη θεσμικών και μη συμβατικών μορφών πολιτικής συμμετοχής (π.χ. πορείες, διαδηλώσεις, ανεπίσημες απεργίες), τα πολιτικά αιτήματα και οι συγκρούσεις για θέματα που χαρακτηρίζονται ηθικά και οικονομικά και που δεν μπορούν να διευθετηθούν με «κρατικιστικές λύσεις», με την κλασική «πολιτική ρύθμιση». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας, στο παλιό και στο νέο παράδειγμα αντιστοιχούν διαφορετικά διακυβεύματα, αξίες, τρόποι δράσεις και δρώντες:

Παλιό παράδειγμα Νέο παράδειγμα
Διακυβεύματα Οικονομική ανάπτυξη και διανομή, στρατιωτική και κοινωνική ασφάλεια, κοινωνικός έλεγχος Διατήρηση του περιβάλλοντος, ανθρώπινα δικαιώματα, ειρήνη και μη αποξενωτικές/αλλοτριωτικές μορφές εργασίας
Αξίες Ελευθερία και ασφάλεις της ιδιωτικής κατανάλωσης και της υλικής προόδου Προσωπική αυτονομία και ταυτότητα σε αντίθεση με το συγκεντρωτικό έλεγχο
Τρόποι δράσης Εξωτερικοί: Πλουραλιστική ή κορπορατιστική διαμεσολάβηση συμφερόντων, ανταγωνισμός πολιτικών κομμάτων, πλειοψηφία
Εξωτερικοί: η πολιτική διαμαρτυρία βασίζεται σε αιτήματα που διαμορφώνονται ως επί το πλείστον με αρνητικούς όρους
Δρώντες Κοινωνικο-οικονομικές ομάδες που δρουν ομαδικά (για το συμφέρον της ομάδας) και εμπλέκονται σε συγκρούσεις για την αναδιανομή Κοινωνικο-οικονομικές ομάδες που δεν λειτουργούν ως τέτοιες αλλά για λογαριασμό συλλογικοτήτων βασισμένων σε πάγια και εκ γενετής χαρακτηριστικά (ταυτότητες)

Σύμφωνα με το διαχωρισμό αυτό, η παλιά πολιτική βασιζόταν σε κοινωνικά κινήματα που μπορούσαν, ως εκ της φύσεώς τους, να διαπραγματεύονται τα αιτήματά τους με τους εξουσιαστικούς φορείς σε αντίθεση με τη νέα πολιτική που βασίζεται στα κινήματα ταυτότητας τα αιτήματα των οποίων δεν είναι δυνατό να τίθεται υπό διαπραγμάτευση.

Παρόμοια είναι η λογική της θεωρίας περί «νέων αξιών». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι συνθήκες οικονομικής ευημερίας που επικράτησαν στις κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής μετά τη δεκαετία του 1950-60 ευνόησαν τη μετατόπιση του συστήματος αξιών των πολιτών προς τον άξονα των «μετα-υλιστικών αξιών», δηλαδή δίνεται έμφαση στις ανάγκες για «υψηλότερη αισθητική», «αυτοπραγμάτωση και δημιουργία». Στα πλαίσια της κινητοποίησης για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών, που το κράτος αδυνατεί, όχι μόνο να τις ικανοποιήσει αλλά συχνά και, να τις αντιληφθεί, τα συμφέροντα που εκφράζονται δεν είναι πλέον ταξικά – ή αποκλειστικά ταξικά – και μετατρέπονται σε «οικουμενικά» (π.χ. περιβάλλον, ειρήνη, παιδεία κ.α.).

Η θεωρία περί «δράσης – ταυτότητας» (action – identity) θεωρεί τα κοινωνικά κινήματα ως προωθητικές δυνάμεις για την κοινωνική απελευθέρωση . Στη θεωρία αυτή τα κοινωνικά κινήματα θεωρούνται ως οι βασικοί παράγοντες αντίδρασης (counter-actors) ενάντια στις ταξικές κοινωνικές μορφές κυριαρχίας της κατεστημένης γνώσης και επένδυσης των κυρίαρχων τάξεων οι οποίες ελέγχουν τις διαδικασίες κοινωνικής και οικονομικής αναπαραγωγής. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός στις Δυτικές κοινωνίες, σύμφωνα με τον Α. Touraine, αντικαταστάθηκε από τη προγραμματισμένη «μεταβιομηχανική» μορφή καπιταλισμού και οι ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις της βιομηχανικής καπιταλιστικής εποχής ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη έδωσαν τη θέση τους στις συγκρούσεις ανάμεσα στην κυρίαρχη τεχνοκρατία και τους αποκλεισμένους από τη γνώση και την επένδυση . Με τα λόγια του Α. Touraine , κοινωνικό κίνημα είναι «η οργανωμένη συλλογική συμπεριφορά ενός ταξικού δρώντος (actor) που παλεύει ενάντια στον ταξικό αντίπαλό του για τον κοινωνικό έλεγχο της ιστορικότητάς του.»

Κατά τη θεωρία της «συλλογικής ταυτότητας» («collective identity») πολλά κοινωνικά κινήματα τείνουν να διαμορφώνουν μια δική τους ομαδική εικόνα (self-image), την οποία επηρεάζουν τα συμμετέχοντα μέλη το καθένα χωριστά αλλά και επηρεάζονται από αυτή. Αυτές οι συλλογικές ταυτότητες δεν είναι πάγιες αλλά αναδιαμορφώνονται στην πράξη: «[Σ]υλλογική ταυτότητα είναι ένας διαδραστικός και διαμοιραζόμενος ορισμός που παράγεται από ξεχωριστά άτομα (ή ομάδες σε ένα πιο σύνθετο επίπεδο)…και πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως διαδικασία επειδή κατασκευάζεται και είναι υπό διαπραγμάτευση μέσω της κατ’ επανάλήψη ενεργοποίησης των σχέσεων που συνδέουν τα άτομα (ή τις ομάδες) με το κίνημα».

Η σύνθετη αυτή διαδικασία διαμόρφωσης της συλλογικής ταυτότητας και του κοινωνικού κινήματος αποδεικνύει, σύμφωνα με τους θεωρητικούς αυτούς, ότι «οι εκδηλώσεις της συλλογικής δράσης τοποθετούνται σε πολιτισμικά προσδιοριζόμενους χώρους δράσης». Η συλλογική δράση «εμπεδώνεται σε μια βασική πολιτισμική δομή». Βασίζεται, δηλαδή, σε μια πραγματικότητα, που «αποτελείται από έναν ειδικά οργανωμένο λόγο (discourse) ο οποίος προηγείται της υποκίνησης των δρώντων προς την κατεύθυνση της κοινής δράσης», και μάλιστα κυριαρχεί στην υποκίνηση των δρώντων. Έτσι εξηγούνται τα αποκαλούμενα «ανεπιθύμητα αποτελέσματα» της κοινωνικής και της συλλογικής δράσης.

Η συλλογική ταυτότητα δεν είναι ποτέ αποκλειστικά αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και ορθολογικών υπολογισμών αλλά αποτελείται εξίσου από αισθήματα όπως το πάθος, η αγάπη και το μίσος που εμπλέκονται στην καθημερινή ζωή. Η ισχυρή αίσθηση της αλληλεγγύης και της σύμπνοιας αποτελεί σημαντικό απόθεμα για τη δράση. Η καθημερινή δραστηριότητα και οι εναλλακτικοί τρόποι ζωής είναι προσπάθειες και πειραματισμοί αμφισβήτησης των κωδίκων της κυρίαρχης κουλτούρας.

Μια από τις σημαντικότερες συμβολές στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων είναι αυτή της «διαμόρφωσης πλαισίων» (framing analysis) που έχει μεν τις ρίζες της στη θεωρία της «συλλογικής διάδρασης» αλλά επί της ουσίας αποτελεί σημαντική τομή σε σχέση με αυτή. Ξεκινώντας από την υιοθέτηση της προσέγγισης του Erving Goffman για τα εννοιολογικά «πλαίσια» (frames) με τα οποίο οι άνθρωποι συγκροτούν τις αντιλήψεις τους για την κοινωνία και δίνουν νόημα στις κοινωνικές τους πράξεις, οι θεωρητικοί των κοινωνικών κινημάτων δημιουργούν την έννοια των «ερμηνευτικών σχημάτων». Η κινητοποίηση των κοινωνικών κινημάτων έχει στόχο την απόκτηση «συλλογικών αγαθών», επομένως η συμμετοχή στα κινήματα δεν εξαρτάται μόνο από ατομικές/προσωπικές αποφάσεις με βάση τον υπολογισμό κόστους/όφελους του καθενός, όπως τονίζει η θεωρητική σχολή της «ορθολογικής επιλογής» και πιο συγκεκριμένα η θεωρία του «τζαμπατζή» (free rider) Η συμμετοχή εξαρτάται και από την επιλογή άλλων που μοιράζονται τις ίδιες ή παρόμοιες προσδοκίες. Η προσέγγιση της «διαμόρφωσης πλαισίων» αναφέρεται στους διαδραστικούς συλλογικούς τρόπους με τους οποίους οι δρώντες αποδίδουν νόημα στις δραστηριότητές τους και στον κοινωνικό κινηματικό ακτιβισμό. Ενώ οι λόγοι έκφρασης διαμαρτυρίας για τις αδικίες που υφίστανται τα άτομα έχουν αντικειμενικά τις ρίζες τους στις δομές της κοινωνίας και της πολιτικής, δεν είναι σίγουρο ότι αυτές οι διαμαρτυρίες θα εκφραστούν συλλογικά αν δεν υπάρξει μια διαδικασία με την οποία τα άτομα θα τους αποδώσουν νόημα (κοινωνική κατασκευή των λόγων έκφρασης διαμαρτυρίας). Αυτή είναι μια ρευστή και ευμετάβλητη διαδικασία αλληλεπίδρασης. Η διαδικασία διαμόρφωσης πλαισίου έκφρασης διαμαρτυρίας λαμβάνει χώρα κατά τρεις τουλάχιστον τρόπους. Η διαγνωστική πλαισίωση εντοπίζει ένα πρόβλημα καθώς και τις αιτίες του ώστε να υπάρξει στόχος για τις δραστηριότητες του κοινωνικού κινήματος. Η προγνωστική πλαισίωση αναδεικνύει τις πιθανές λύσεις του προβλήματος καθώς και τις διάφορες στρατηγικές και τακτικές που μπορούν να προταθούν για την επίτευξη της όποιας λύσης προκριθεί. Από κοινού αυτές οι δύο διαδικασίες μπορούν να συγκροτήσουν μια δεξαμενή στρατολόγησης υποψηφίων μελών του κινήματος που ενώ υπάρχει αντικειμενικά κατασκευάζεται κοινωνικά. Όμως, για να λειτουργήσει κανονικά η δεξαμενή χρειάζεται τον τρίτο τρόπο, δηλαδή την κατασκευή κινήτρων ώστε να στρατολογηθούν τα μέλη και να υπάρχει δικαιολογία δράσης μέσω της προσφοράς ενός καταλόγου κινήτρων που να ωθεί τους ανθρώπους να κινητοποιούνται. Έτσι, το πρόβλημα διατυπώνεται ως εξής: ποιες είναι οι διαδικασίες με τις οποίες οι προσανατολισμοί, οι αξίες και πεποιθήσεις των ατόμων ταιριάζουν ή ευθυγραμμίζονται με τις δραστηριότητες, τους στόχους και την ιδεολογία κάποιου κοινωνικού κινήματος. Για την ευθυγράμμιση αυτή χρειάζονται τα «ερμηνευτικά σχήματα» που προσφέρει το κοινωνικό κίνημα. Οι διαδικασίες αυτές είναι οι εξής:
1. Γεφύρωση πλαισίων (frame bridging). Η σύνδεση δύο ή περισσότερων ιδεολογικά ταιριαστών αλλά δομικά ασύνδετων πλαισίων. Οι κοινωικο-κινηματικές οργανώσεις παρέχουν τα οργανωτικά εργαλεία στους δυνητικούς συμμετέχοντες για να μπορέσουν να εκφράσουν τις διαμαρτυρίες, τα παράπονά τους και να διατυπώσουν τους λόγους.
2. Ενίσχυση πλαισίων (frame strengthening). Το ξεκαθάρισμα και η ενίσχυση του ερμηνευτικού πλαισίου.
3. Επέκταση πλαισίων (frame extension). Οι προσπάθειες που κάνει η κοινωνικο-κινηματική οργάνωση να αγκαλιάσει παραβλεφθείσες έως τότε αξίες και πεποιθήσεις δυνητικούς συμμετέχοντες.
4. Μετασχηματισμός πλαισίων (frame transformation). Είναι απαραίτητος όταν η συμμετοχή των μελών ή των δυνητικών μελών και η υποστήριξη που παρέχουν είναι χαμηλή και πρέπει να καλλιεργηθούν νέα και να αναπλαισιωθούν παλαιότερα νοήματα.

Η μελέτη των κοινωνικών κινημάτων είναι σημαντική γιατί εκτός των άλλων συμβάλλει στην ανάδειξη εκείνων των πλευρών της κοινωνίας που δεν είχαν ως πρόσφατα μελετηθεί λόγω της προσκόλλησης μεγάλου μέρους της «επίσημης πολιτικής επιστήμης» στην τυπική και καθιερωμένη γνώση. Ήδη, όμως, μέσα από το έργο του Max Scheler για την κοινωνιολογία της γνώσης κατά τη δεκαετία του 1920, που προέτρεπε τους κοινωνιολόγους να συμπεριλαμβάνουν την ηθική, θρησκευτική και συμβολική γνώση. Οι ανθρωπολόγοι ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν την προτροπή και προέβησαν στην εκπόνηση ερευνών για τις κοσμοαντιλήψεις και τα συστήματα πεποιθήσεων ανεπίσημων ομάδων και κοινοτήτων. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής οι R. Eyerman και A. Jamison θεωρούν τα κοινωνικά κινήματα «μορφές δραστηριότητας όπου τα άτομα δεν δημιουργούν νέα είδη κοινωνικών ταυτοτήτων για τα ίδια αλλά και για τις κοινωνίες των οποίων μέρη αποτελούν»˙ μελέτησαν τους τρόπους με τους οποίους τα κοινωνικά κινήματα παράγουν γνώση και διατυπώνουν ως αρχή ότι η δράση τους ισοδυναμεί με γνωστική πράξη (cognitive praxis). Παραδείγματος χάριν, τα περιβαλλοντικά κινήματα αναπτύσσουν και αυτά τη γνώση στα πεδία των φυσικών, τεχνολογικών και οικολογικών επιστημών και τα κινήματα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα παράγουν γνώση στο πεδίο της πολιτικής και της νομικής επιστήμης καθώς και νέες ευαισθησίες στα πεδία των πνευματικών και ηθικών αξιών. Μια γνωσιολογική προσέγγιση δείχνει ότι τα κινήματα μπορούν να μεταφράσουν επιστημονικές ιδέες σε κοινωνικές και πολιτικές πεποιθήσεις και ότι η δράση τους και η κριτική τους μπορούν να επιφέρουν ανανέωση και αλλαγή.

Ο Mario Diani σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πιο συνθετικού ορισμού των κοινωνικών κινημάτων ακολούθησε σωρευτική μέθοδο συγκρίνοντας τους προηγούμενους ορισμούς και κατέληξε στο ότι το βασικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού κινήματος είναι ένα «δίκτυο άτυπων διασυνδέσεων μεταξύ μιας πλειάδας ατόμων, ομάδων και /ή οργανώσεων». Οι συμμετέχοντες στα κοινωνικά κινήματα εμπλέκονται σε μία διαμάχη σχετικά με την προώθηση της αλλαγής ή την αντίθεση σε αυτήν. Εντάσσοντας το θέμα της «ταυτότητας» στον ορισμό ο Diani καταλήγει να ορίζει τα κοινωνικά κινήματα ως «δίκτυα ατόμων, ομάδων και/ή οργανώσεων που εμπλέκονται σε μια πολιτική ή πολιτισμική διαμάχη στη βάση μιας κοινής συλλογικής ταυτότητας».

Οι παράγοντες που ευνοούν ή περιορίζουν την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων είναι αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας. Σε μία από τις μεγάλες αυτές έρευνες, οι κατηγορίες στις οποίες εντάσσονται αυτοί οι παράγοντες είναι τρεις: «δομή των πολιτικών ευκαιριών και περιορισμών», «διαθέσιμες μορφές οργάνωσης» και «συλλογικές διαδικασίες ερμηνείας». Όλες οι διαστάσεις είναι αλληλένδετες και, κυρίως, οι δύο πρώτες.

Με άλλα λόγια, τα κινήματα πρέπει να διαμορφώνουν και να ενεργοποιούν μια «συλλογική ταυτότητα», μια δική τους ομαδική εικόνα την οποία επηρεάζουν τα συμμετέχοντα μέλη το καθένα χωριστά αλλά και επηρεάζονται από αυτή. Οι συλλογικές ταυτότητες δεν είναι πάγιες αλλά αναδιαμορφώνονται στην πράξη. Η σύνθετη αυτή διαδικασία δείχνει ότι «οι εκδηλώσεις της συλλογικής δράσης τοποθετούνται σε μια πραγματικότητα, που «αποτελείται από έναν ειδικά οργανωμένο λόγο, η οποία προηγείται της υποκίνησης των δρώντων προς την κατεύθυνση της κοινής δράσης», και μάλιστα κυριαρχεί στην υποκίνηση των δρώντων. Η συλλογική ταυτότητα αποτελείται και ενεργοποιείται εξίσου από αισθήματα που εμπλέκονται στην καθημερινή ζωή. Η ισχυρή αίσθηση της αλληλεγγύης και της ενότητας αποτελεί σημαντικό απόθεμα για τη δράση.

Το σύνολο αυτών των παραγόντων που συμβάλλουν στην ενδυνάμωση των κοινωνικών κινημάτων, ο Charles Tilly θα αποδώσει με τα αρχικά WUNC, δηλαδή Αξιοσύνη, Ενότητα, Πολυάριθμο, Δέσμευση. Η παρατεταμένη αμφισβήτηση της πολιτικής των κυριάρχων πολιτικών δυνάμεων και κοινωνικών τάξεων και η δημόσια επίδειξη Αξιοσύνης, Ενότητας, Πολυάριθμου και Δέσμευσης διακρίνουν τα σημερινά κοινωνικά κινήματα από παλιότερες μορφές συλλογικής δράσης ομάδων που υφίσταντο αδικία. Πρέπει να τονιστεί ότι στις συνθήκες σχετικά δημοκρατικού καθεστώτος «ένα σημαντικό μέρος της συλλογικής δράσης δεν επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα προγράμματα αλλά σε διεκδικήσεις ταυτότητας, δηλαδή το δημόσιο ισχυρισμό ότι μια ομάδα ή το σώμα που η ομάδα εκπροσωπεί είναι άξια λόγου, ενωμένη, μαζική και προσηλωμένη στο σκοπό.» Οι αξιώσεις ταυτότητας περιλαμβάνουν πορείες, διαδηλώσεις, μαζικές συγκεντρώσεις καταλήψεις εργασιακών χώρων και δημοσίων κτιρίων κλπ. Ακόμη και αν είναι νόμιμες αυτές οι μορφές διεκδίκησης, όλες εμπεριέχουν μια υπονοούμενη απειλή χρήσης μορφών άμεσης συγκρουσιακής δράσης και διεκδίκησης επικύρωσης πολιτικού ρόλου.

ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

Τα συνδικάτα είναι συλλογικές οργανώσεις που έχουν σκοπό την αντικατάσταση της ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ του μεμονωμένου εργοδότη με τη συλλογική διαπραγμάτευση εργοδότη/εργοδοτών με τις συλλογικές αυτές οργανώσεις των εργαζομένων ώστε να μπορούν να διατηρήσουν και να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των μελών τους. Ενεργούν ως αμυντικές οργανώσεις που συγκροτούνται για την αντιστάθμιση της οικονομικής αδυναμίας των μισθωτών εργαζομένων που διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία προς εκμετάλλευση και στηρίζονται στη φυσική ή στην πνευματική τους εργασία. Αυτή η οργάνωση των εργατών πρέπει να επιβιώνει ανεξαρτήτως κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Συνεπώς, ένα εργατικό συνδικάτο είναι μια μορφή συλλογικής δράσης εργαζομένων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που τους απασχολούν κατά κύριο λόγο με την ιδιότητά τους ως μισθωτών εργαζομένων.

Τα συνδικάτα με τους αγώνες τους σε συνδυασμό με την κρατική πολιτική που ακολουθήθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εργοδοτική στρατηγική για την ομαλή και αποδοτική λειτουργία των επιχειρήσεων σε δημοκρατικό καθεστώς κατάφεραν να καθιερώσουν «συστήματα εργασιακών σχέσεων σε εθνικό επίπεδο. Τα συστήματα εργασιακών σχέσεων αποσκοπούν στην επίλυση των εξής προβλημάτων: α) τη ρύθμιση των βασικών θεμάτων οργάνωσης, της παραγωγής, κατανομής των εισοδημάτων και ποιότητας της εργατικής ζωής, β) την ορθότερη ένταξη των κοινωνικών παραγωγικών ομάδων μέσα στην κοινωνία, γ) τη συμμετοχή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στη λήψη των αποφάσεων και δ) την κοινωνική αποδοχή της νομιμότητας των αποφάσεων που λαμβάνονται στα πλαίσια του συστήματος των εργασιακών σχέσεων. Τα συστήματα εργασιακών σχέσεων μεταβάλλονται λόγω της επίδρασης οικονομικών (κρίση, ύφεση, αναδιάρθρωση της οικονομίας διεθνοποίηση ανταλλαγών, ευρωπαϊκή ενοποίηση κ.α.), κοινωνικών (ωρίμανση κοινωνικών συνομιλητών, άνοδος μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου τους, μαζική είσοδος γυναικών στην αγορά εργασίας, νέες αντιλήψεις/νοοτροπίες για την εργασιακή ζωή κ.α.), πολιτικών (πολιτική θέληση για δομικές αλλαγές, εξέλιξη των πολιτικών ιδεολογιών κ.α.) και θεσμικών (σύνδεση με την Ευρωπαϊκής Ένωσης) παραγόντων.

Η ιδέα του «συνδικάτου» συνελήφθη κατά την έναρξη της (καπιταλιστικής) βιομηχανικής επανάστασης, δηλαδή της τεράστιας κοινωνικής, οικονομικής και τεχνολογικής αλλαγής που ξεκίνησε με την εισαγωγή της ατμομηχανής ως μέσου παραγωγής ενέργειας (πρώτη ύλη κυρίως ο άνθρακας) και κίνησης των ολοένα και περισσότερων αυτόματων μηχανών (πρώτα και κύρια στην υφαντουργία (ιδιαίτερα στην Αγγλία του 18ου αιώνα). Οι κλάδοι που πρώτοι επηρεάστηκαν, εκτός της υφαντουργίας, ήταν ο σιδηροδρομικός και ο ατμοπλοϊκός που συνέβαλαν στη μείωση των αποστάσεων και του κόστους παραγωγής και μεταφοράς των βιομηχανικών και γεωργικών προϊόντων διευρύνοντας σε ασύλληπτο και πρωτόγνωρο βαθμό τις τοπικές, εθνικές και διεθνείς αγορές. Η μαζική μετακίνηση των αγροτών προς τις βιομηχανικές πόλεις που προκλήθηκε από την τάση καπιταλιστικοποίησης της γεωργίας είχε σαν αποτέλεσμα την προλεταριοποίηση τεράστιου αριθμού ανθρώπων. Βέβαια, αυτή η προλεταριοποίηση δεν είχε άμεσες και ευθύγραμμες αντανακλάσεις στο επίπεδο της ταξικής συνείδησης των εργατών-πρώην αγροτών, των οποίων η αντίσταση σ’ αυτή την προοπτική πήρε διάφορες μορφές, που περιλάμβαναν το ανοιχτό σαμποτάζ και το σπάσιμο των μηχανών των εργοστασίων, την άτακτη προσέλευση στη δουλειά, την εποχιακή απασχόληση με εναπομείνασες αγροτικές εργασίες ή ακόμη και με την αποχώρηση από το εργοστάσιο με κατεύθυνση την αναζήτηση τύχης σε ελεύθερα επαγγέλματα. Πέραν τούτων, οι εργάτες προσπαθούν να ορίσουν την «γεωγραφία» τους, δηλαδή να δημιουργήσουν βιομηχανικά-εργασιακά χωρικά πλαίσια μέσα στα οποία θα ασκούν τη δύναμή τους. Η ταξική συνείδηση είναι, συνεπώς, μια πολυσύνθετη διεργασία καθώς η κοινωνική τάξη προσδιορίζεται «από την αντικειμενική θέση των μελών της σε σχέση με τις παραγωγικές δυνάμεις και σε σχέση με τις άλλες τάξεις» αλλά «οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση των κοινών συμφερόντων τους στη διαδικασία της πάλης εναντίον κοινών εχθρών, αυτή όμως η πάλη μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν προτού μπορεί κανείς να την ονομάσει ‘ταξική συνείδηση’». Σύμφωνα με τις μεθοδολογικές κατευθύνσεις της σχολής της «ιστορίας από τα κάτω» η ανάδυση μιας εργατικής ταξικής κουλτούρας δεν είναι αυτόματη ανταπόκριση στην οικονομική μεταβολή αλλά δυναμική και διαδραστική δημιουργία μεταξύ κοινωνικών ομάδων που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο ενός δεδομένου κοινωνικού σχηματισμού με κυρίαρχες καπιταλιστικές δομές που εξελίσσονται ιστορικά λόγω των αναγκών του κεφαλαίου αλλά και της κίνησης των μαζών αναδιαμορφώνοντας παλαιότερες αντιλήψεις, πεποιθήσεις και συμπεριφορές. Οι στάσεις των εργατών σχηματίζονται στο πλαίσιο ενός συνόλου συνηθισμένων προσδοκιών και οι ενέργειές τους αποτελούν μια ρεαλιστική μορφή δράσης μέσα στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Έτσι, η οικονομική βάση δεν προσδιορίζει απλώς την υπερδομή της πολιτικής και της κουλτούρας αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η κουλτούρα και η συνείδηση διαθέτουν σχετική αυτονομία και αντεπιδρούν. Η αντίληψη περί της πολυσυνθετότητας της διεργασίας για τη δημιουργία της εργατικής συνείδησης ωθεί στην επαναδιατύπωση των όρων συγκρότησης των εμπειριών των εργατικών τάξεων και στρωμάτων και στη διαχρονική και γεωγραφική συγκριτική ιστορικό-κοινωνική ανάλυση των συνδικαλιστικών κινημάτων. Παραδείγματος χάριν, ένας σημαντικός παράγοντας που μας δείχνει τους λόγους της ανομοιόμορφης εξέλιξης των ιστοριών των συνδικαλιστικών κινημάτων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η άνιση ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών, της βιομηχανικής αλλαγής και του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εντοπίσουμε όμοιες αντιλήψεις, κοινές συμπεριφορές και παρόμοιες πρακτικές σε πολλές περιπτώσεις. Από την άλλη πλευρά ακόμη και στο πλαίσιο των εθνικών οικονομιών η άνιση ανάπτυξη των περιοχών και των τομέων ήταν πολλές φορές άκρως έντονη. Η επιβίωση της κουλτούρας των παραδοσιακότερων τομέων είτε της χειροτεχνικής-βιοτεχνικής οικονομίας είτε των εξειδικευμένων μικρών επιχειρήσεων έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση διαφορετικής συνδικαλιστικής και πολιτικής συμπεριφοράς των εργατών στους τομείς αυτούς.

Οι εργαζόμενοι, προκειμένου να δράσουν συλλογικά πρέπει πρώτα να ορίσουν ως άδικες τις συνθήκες ζωής τους και να θεωρήσουν ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Οι υπαρκτές εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις προσφέρουν το πλαίσιο για την επίτευξη αυτής της συνειδητοποίησης. Σημαντικός είναι ο ρόλος των ηγεσιών τους για την ερμηνεία των γεγονότων και των συνθηκών που προσπαθούν να «κινητοποιήσουν συναίνεση» ώστε να ωθήσουν τους εργαζόμενους στην ανάληψη δράσης αλλά και να κερδίσουν την υποστήριξη του κοινού. Όπως τονίσαμε παραπάνω, τα πλαίσια ασκούν μια διπλή λειτουργία, καθώς από τη μια δίνουν νόημα στα γεγονότα και από την άλλη οργανώνουν τις εμπειρίες καθοδηγώντας τις ενέργειες των συλλογικοτήτων και των ατόμων. Έτσι μπορούν τα μέλη να ερμηνεύουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο τα γεγονότα που έπονται ή που έχουν παρέλθει και να δράσουν με τον κατάλληλο τρόπο. Ταυτόχρονα επηρεάζεται και η διαμόρφωση των πλαισίων των αντίπαλων κοινωνικών ομάδων. Ο βαθμός επιτυχίας της διαδικασίας πλαισίωσης είναι αποτέλεσμα της ικανότητας των ηγεσιών να γεφυρώνουν τα πλαίσια δράσης των οργανώσεών τους με τις απόψεις και τα σχήματα που ασπάζονται τα μέλη, οι ομάδες και οι συλλογικότητες που θέλουν να προσελκύσουν ή να συντονιστούν μαζί τους για την επίτευξη πολιτικών και κοινωνικών σκοπών. Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία της πλαισίωσης είναι σχετικά αμφίδρομη. Τα μέλη μπορούν ανακωδικοποιώντας τα πλαίσια να δώσουν τη δική τους ερμηνεία και το δικό τους νόημα στα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα και στις ενέργειες της οργάνωσής τους, που ενδεχομένως να αποκλίνουν σοβαρά από αυτά της ηγεσίας ή να τροποποιούνται μόνο ως προς ορισμένα σημεία.

Η ανάπτυξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος έχει ακολουθήσει, σε γενικές γραμμές, τις φάσεις ανάπτυξης των κοινωνικών κινημάτων. Σε πρώτη φάση ήταν ουσιαστικά ταυτισμένο με την έννοια του κοινωνικού κινήματος στο βαθμό που οι επιδιώξεις της πολυπληθέστερης κοινωνικής τάξης στις χώρες της Δύσης, δηλαδή της εργατικής, ταυτίζονταν στην εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού με τις γενικότερες κοινωνικές επιδιώξεις:
• μείωση της εκμετάλλευσης των εργατών με την παροχή αξιοπρεπούς μεροκάματου διαβίωσης και τη μείωση των ωρών εργασίας,
• παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και σύνταξης
• η εκπαίδευση των παιδιών των εργατών και η γενικότερη κατοχύρωση για το σύνολο του πληθυσμού των δημοκρατικών πολιτικών δικαιωμάτων (δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα οργάνωσης και συνέρχεσθαι κλπ.)

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα πέρασε από όλες τις φάσεις ανάπτυξης ενός κοινωνικού κινήματος, χρησιμοποίησε όλες τις, νόμιμες και μη, μεθόδους πάλης:
όπως συγκεντρώσεις, πορείες, συλλαλητήρια, παραστάσεις σε αρμόδιες αρχές, διάλογος, καταλήψεις εργοστασίων, πικετοφορίες ακόμη και κλασικές κοινοβουλευτικές μεθόδους:
όπως η παρέμβαση μέσω βουλευτών και κομμάτων, συγκρότηση εργατικών κομμάτων κλπ.

Το συνδικαλιστικό κίνημα ως κοινωνικό κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε σκηνικό απροσδιοριστίας που οριζόταν από τη σύγκρουση των λογικών συγκείμενων κοινωνικών σφαιρών. Η σύγκρουση μεταξύ των κατεστημένων ελίτ και τάξεων και των ανταγωνιστικών ομάδων και τάξεων – στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ της ηγεμονεύουσας τάξης των καπιταλιστών και της οργανωμένης εργατικής τάξης- είναι σύγκρουση δομική που δεν παίρνει πάντα επαναστατική μορφή αλλά τη μορφή της επανατοποθέτησης των διάφορων θεσμικών διατάξεων, της μετακίνησης των ορίων και, ενίοτε, της υπαγωγής ενός θεσμού σε κάποιον άλλο. Το συνδικαλιστικό κίνημα στην περίπτωση της εργατικής τάξης κινητοποιήθηκε:
• αξιοποιώντας τις ρωγμές και τις τομές στη λειτουργία των κυρίαρχων κοινωνικών θεσμών για να τονίσει και να επαυξήσει τη συνειδητοποίηση της ύπαρξης αυτών των ρωγμών και τομών
• για να αυξήσει τη σημασία των θεσμικών αντιφάσεων και αντιθέσεων και να επεκτείνει την αίσθηση της απροσδιοριστίας ώστε να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση και να επιβάλει στοιχεία του προγράμματός του.
Γι’ αυτό ήταν σημαντική η διάσταση της κινητοποίησης για την απόκτηση του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας για το εργατικό κίνημα.

Η συνδικαλιστική οργάνωση των επισφαλώς απασχολούμενων

H Amazon.com (η εδρεύουσα στο Σιάτλ εταιρεία πώλησης βιβλίων μέσω ταχυδρομείου) στην πραγματικότητα στηρίζεται σε ένα σύστημα διανομής με βάση την εντατική εργασία το οποίο εξαρτάται από χιλιάδες χαμηλόμισθους, συχνά προσωρινούς εργαζόμενους. Για 7 μόνο δολάρια την ώρα, αυτοί οι εργαζόμενοι στα γρήγορα πακετάρουν βιβλία προς αποστολή ενώ την ίδια στιγμή εκατοντάδες αγχωμένοι υπάλληλοι εξυπηρέτησης περνούν τη μέρα τους σε λιλιπούτεια γραφειάκια-κουβούκλια απαντώντας σε ηλεκτρονικά μηνύματα πελατών. Και αυτοί πληρώνονται με μικρότερους μισθούς από τους κανονικούς.

Επισφάλεια είναι μια γενικευμένη συνθήκη ζωής που δεν σου επιτρέπει να σχεδιάσεις το μέλλον σου, να κάνεις όνειρα, να είσαι σίγουρος για την επιβίωσή σου, να μπορείς να δημιουργήσεις ανθρώπινες σχέσεις με συνέχεια στο χρόνο, να μπορείς να μοιράζεσαι όμορφα συναισθήματα χωρίς τον φόβο της απώλειάς τους. Η επισφάλεια σχετίζεται άμεσα με τις νέες εργασιακές σχέσεις –τα μερικά, ελαστικά ωράρια, την προσωρινή εργασία, την συνεχή κατάρτιση, την αποσύνδεση πτυχίου και εργασίας, τους αυξανόμενους ρυθμούς παραγωγικότητας. Η κρίση ταυτότητας των φοιτητών – νοημένη σαν υπαρξιακή κρίση – είναι παράγωγο της επισφαλειοποίησης των ζωών μας. Τα στάνταρτς που υπόσχονταν το κοινωνικό κράτος δεν ισχύουν πια και πολύ πιθανό να μην ξαναϊσχύσουν ποτέ…

Καμπάνια αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ
Η Κωνσταντίνα Κούνεβα, γενική γραμματέας της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού (ΠΕΚΟΠ) θεωρήθηκε επικίνδυνη από την εργοδοσία, γιατί βρίσκεται στη διοίκηση ενός σωματείου ταξικού, μαχητικού, που έχει αγκαλιάσει Ελληνίδες και Έλληνες μαζί με μετανάστριες και μετανάστες και που διεκδικεί χωρίς συμβιβασμούς τα δικαιώματα τους.
Τώρα που η εργοδοτική τρομοκρατία και η επισφάλεια είναι το οδυνηρό παρόν για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και εργαζόμενες, Έλληνες και μετανάστες, αλλά και το αύριο των σημερινών νέων που εξεγείρονται ενάντια στην κρατική τρομοκρατία και την κλοπή των δικαιωμάτων τους και του μέλλοντος τους, είναι η ώρα που πρέπει να εκφραστεί το πιο πλατύ κίνημα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα και στο σωματείο της.
Η Επιτροπή Αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα «Ενάντια στην εργοδοτική τρομοκρατία και την εργασιακή επισφάλεια» σας καλεί όλους και όλες σε ανοιχτή εκδήλωση την Τρίτη 10/2/09 και ώρα 7:30 μμ στην αίθουσα των εργαζομένων του ΗΣΑΠ (1ος στο κτήριο του σταθμού του ΗΣΑΠ στον Πειραιά).
Θα μιλήσουν:
Σίσσυ Βωβού, μέλος της Επιτροπής
Λία Φράγκου, Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων
Έχει κληθεί για χαιρετισμό το Σωματείο Καθαριστριών (ΠΕΚΟΠ).
Καμπάνια αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα

Οι καθηγητές δεν είναι πια άνετοι ή επιτηδευμένα ανεπιτήδευτοι με την (βαθυτερη έννοια του όρου αυτού). Ολοένα και περισσότερο παίρνουν τη μορφή κακοπληρωμένων μεταπτυχιακών φοιτητών ή μερικής απασχόλησης λεκτόρων που τρέχουν από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο. Το σώμα των καθηγητών δεν αποτελεί «κοινότητα λογίων» που αυτοδιοικούνται. Αντιθέτως, η δουλειά τους επιθεωρείται από διοικητές που απαγγέλλουν ρυθμικά το σλόγκαν «λογοδοσία» ενώ ρίχνουν μπόνους ατομικής απόδοσης σε όσους τυχερούς έχουν ακόμη πλήρη απασχόληση. Οι πανεπιστημιακοί ηγέτες δεν χλευάζουν τους κερδοσκόπους που είναι προ των πυλών. Αντιθέτως, τους υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες, περικόπτοντας συμβόλαια, δημιουργώντας πρωτοποριακά υψηλής τεχνολογίας σχήματα που βγάζουν τα μαθήματα στο διαδίκτυο, με φτηνό πακετάρισμα για παγκόσμια κατανάλωση. Καλώς ορίσατε στο πανεπιστήμιο του στυλ του 21ου αιώνα.

Παίρνουν πτυχίο στην ώρα τους. Πριν κλείσουν τα 25 το έχουν ήδη σε πάπυρο. Προσθέτουν στο σακίδιό τους μεταπτυχιακούς τίτλους αλλά για να δουλέψουν τους ζητάνε «δίπλωμα για μηχανάκι». Ενας στους τέσσερις Ελληνες πτυχιούχους ετεροαπασχολείται. Και ένας στους τρεις έχει επισφαλή απασχόληση. Δεν ξέρει τι του ξημερώνει όταν λήξει η σύμβασή του.
Για ποσοστό μεγαλύτερο από το 30% οι μηνιαίες αποδοχές δεν ξεπερνούν τα 900 ευρώ, ενώ το 8% δήλωσε καθαρές αποδοχές «περιπτέρου», για τσιγάρα-εφημερίδα αγγελιών. Λιγότερα από 500 ευρώ. Αυτός είναι ο λόγος που οι νέοι κουρνιάζουν στο πατρικό παρατείνοντας μετά τα 30 τους τη συγκατοίκηση με τους γονείς, φοβούνται να κάνουν δική τους οικογένεια και αναβάλλουν για πολύ αργότερα την απόφαση να γίνουν γονείς οι ίδιοι.
Σε πανελλαδική έρευνα που βασίστηκε στα πρωτογενή στοιχεία των γραφείων διασύνδεσης 18 από τα 21 πανεπιστήμια της χώρας (δεν συμπεριελήφθησαν το Ανοικτό και τα Πανεπιστήμια Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας), μόνο το 20% των γυναικών με μέση ηλικία τα 29 έτη βρέθηκε να έχει παιδιά πέντε έως και επτά χρόνια μετά την αποφοίτησή του.
Η μεγαλύτερη έρευνα για την απορρόφηση των πτυχιούχων από την αγορά εργασίας διεξήχθη με δείγμα 13.612 αποφοίτων της τριετίας 1998-2000, σχεδόν το ? του συνολικού πληθυσμού αποφοίτων που πήραν πτυχίο τη συγκεκριμένη περίοδο. Διερευνήθηκε η επαγγελματική τους κατάσταση πέντε έως και επτά χρόνια από την αποφοίτησή τους, δηλαδή η μέση ηλικία του δείγματος τη στιγμή της έρευνας ήταν τα 30 έτη.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των πτυχιούχων που κατέγραψε η έρευνα δεν είναι η ανεργία αλλά η επισφαλής απασχόλησή τους. Σε ποσοστό 43% βρέθηκαν να μην είναι «επαγγελματικά ενταγμένοι», όρος που περικλείει τους ετεροαπασχολουμένους, τους επισφαλώς απασχολουμένους και τους ανέργους.
Τους υψηλότερους δείκτες ετεροαπασχόλησης και επισφαλούς απασχόλησης παρουσιάζουν οι λεγόμενες καθηγητικές σχολές (θεολόγοι, φυσικομαθηματικοί, φιλόλογοι, γυμναστές, ιστορικοί-αρχαιολόγοι, βιολόγοι), οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες και ο κλάδος της επικοινωνίας.
«Η έλλειψη σταθεροποίησης στην απασχόληση και θετικών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης, η εμπλοκή σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης με μειωμένα εργασιακά δικαιώματα -για χρονικά διαστήματα πολύ μεγαλύτερα της αρχικής περιόδου εισόδου στην αγορά εργασίας- και η ετεροαπασχόληση είναι τα βασικά προβλήματα των πτυχιούχων σήμερα» όπως υπογράμμισε χθες συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας η επιστημονική της υπεύθυνη, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Παντείου, κυρία Μαρία Καραμεσίνη.
Για την ερευνητική ομάδα, αλλά και για πολλούς από τους πανεπιστημιακούς που πήραν το λόγο κατά τη διάρκεια ειδικής ημερίδας στο Πάντειο, «οι δυσκολίες εργασιακής και επαγγελματικής ένταξης των πτυχιούχων δεν είναι μόνο μακροοικονομικής, αλλά και διαρθρωτικής φύσης. Εχουν δηλαδή να κάνουν με τη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για εργατικό δυναμικό υψηλής εκπαίδευσης».
Το 40% των πτυχιούχων βρέθηκε με μεταπτυχιακούς τίτλους επιβεβαιώνοντας ότι «οι μεταπτυχιακές σπουδές εντάσσονται πλέον ενεργά στις ατομικές στρατηγικές επαγγελματικής ένταξης των πτυχιούχων επαναπροσδιορίζοντας τους επαγγελματικούς στόχους.

Με βάση τα παραπάνω, στην παρούσα ενότητα, θα ασχοληθούμε με τις νέες εργασιακές σχέσεις που φαίνεται να διαμορφώνονται τα τελευταία χρόνια στο χώρο της εργασίας στα πλαίσια του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και θα εστιάσουμε τους φακούς μας στο συνδικαλιστικό κίνημα των επισφαλώς εργαζόμενων. Η κοινωνική κατάσταση των επισφαλώς εργαζομένων (προσωρινότητα της απασχόλησης, διασπορά των θέσεων μερικής και προσωρινής απασχόλησης σε όλο το χώρο της οικονομίας από την εποχική εργασία στη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων, κάτι που γίνεται από αρχαιοτάτων χρόνων, στην εργασία των ανειδίκευτων του δευτερογενούς τομέα ως την εργασία στις υπηρεσίες είτε αυτή αφορά παροχή υπηρεσιών οικιακής βοήθειας και καθαριότητας χώρων είτε εργασία επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης) αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους, καθώς δεν είναι σε (εύκολη) θέση ώστε να αντιληφθούν τη σημασία της αλληλεγγύης, εάν δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί πολιτικά σε κατάλληλα περιβάλλοντα (μαθητική κοινότητα, φοιτητικό σύλλογο, ομάδες διεκδίκησης, και κοινωνικά κινήματα).

Ο προβληματισμός σχετικά με την «ανασφάλεια» δεν είναι καινούργιος αλλά κατά καιρούς επανέρχεται στο προσκήνιο της συζήτησης. Στην εποχή του ο Κομφούκιος διαπίστωνε ότι «η ανασφάλεια είναι χειρότερη από τη φτώχεια». Ακόμη και στην Αγία Γραφή γίνεται αρκετή συζήτηση για τα θέματα της ανασφάλειας και δίνονται οδηγίες προς αποφυγή καταστάσεων που δεν ταιριάζουν με το ρόλο που αναθέτει στους ενάρετους Χριστιανούς. Οι έννοιες της ασφάλειας και του ελέγχου είναι οι βασικές σε αυτή τη συζήτηση. Ως ασφάλεια ορίζεται η δυνατότητα κάποιου να ελέγχει ο ίδιος τον εαυτό του. Στον 20ό αιώνα, ο όρος «επισφάλεια» (precarity) πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον πρώην αναρχοσυνδικαλιστή και μετέπειτα Καθολικό μοναχό Λεόνς Κρενιέ (Léonce Crenier, 1888-1963). Στο πλαίσιο της Καθολικής κοινωνικής θεωρίας που αναπτύχθηκε στη Γαλλία και την Ιταλία και αποκρυσταλλώθηκε οργανωτικά στην οργάνωση “Catholic Workers”, χρησιμοποιήθηκε ο όρος για την έννοια της «εθελοντικής επισφάλειας» ως ιδέα της «ηθικής οικονομίας» .

Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής τριακονταπενταετίας το κυρίαρχο πρότυπο στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική ήταν ο φορντισμός τόσο ως σύστημα μαζικής παραγωγής όσο και ως σύστημα μαζικής κατανάλωσης, με στόχο την επίτευξη βιώσιμης οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης και την ευρεία διάχυση της υλικής προόδου. Η εργασιακή διαδικασία στο πλαίσιο του φορντιστικού προτύπου αποτελεί «ένα σύστημα εργασίας που μετατρέπει την εργατική ενέργεια σε τελικό προϊόν». Θεωρήθηκε από την κυρίαρχη αντίληψη ως μια από τις πλέον επιτυχημένες μεθόδους ελέγχου και μείωσης της δυσκολίας πρόβλεψης της ανθρώπινης εργασιακής συμπεριφοράς και αύξησης της παραγωγικότητας και της αξιοπιστίας της.

Με τη οικονομική επιβράδυνση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 το σύστημα αυτό πέρασε από διάφορες φάσεις μετασχηματισμού που θα έδινε την υπόσχεση για την επίτευξη μιας νέας οικονομικής ανόδου. Μία από τις φάσεις αυτές ήταν το σύστημα της «ευέλικτης παραγωγής» ή αλλιώς «ιαπωνικό σύστημα διαχείρισης». Από την πλευρά της παραγωγής η «ευέλικτη παραγωγή» χαρακτηρίστηκε από δραματική μείωση του κόστους πληροφόρησης και των γενικών εξόδων, την Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, την άμεση (just-in-time) παραγωγή και παράδοση των ζητούμενων εμπορευμάτων και των άνευ ηγεσίας ομάδων εργασίας. Από την πλευρά της κατανάλωσης, η «ευέλικτη παραγωγή» χαρακτηριζόταν από την παγκοσμιοποίηση των αγορών καταναλωτικών αγαθών, τη συντόμευση του κύκλου ζωής των προϊόντων, καθώς και πολύ πιο έντονη διαφοροποίηση και τμηματοποίηση των προϊόντων και των αγορών.

Μακντοναλντοποίηση είναι η διαδικασία με βάση την οποία οι αρχές των εστιατορίων ταχυφαγίας (fast-food restaurants) επεκτείνονται και τείνουν να κυριαρχήσουν σε πολύ περισσότερους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι μόνο τα ταχυφαγεία που εφαρμόζουν αυτές τις αρχές αλλά και:
• Καταστήματα παιχνιδιών (π.χ. Toys-R-Us )
• Βιβλιοπωλεία (B. Dalton’s),
• Εφημερίδες (USA Today)
• Βρεφονηπιακή και παιδική φροντίδα (Kinder Care)
• Εκπαίδευση-κατάρτιση-φροντιστήρια (Sylvan Learning Centers) και άλλες υπηρεσίες, δημόσιες και ιδιωτικές.

Όλα αυτά αποτελούν δείγματα αυτής της Μακντοναλντοποίησης, της «διαδικασίας εξορθολογισμού», σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ στο έργο του για τη «γραφειοκρατία». Τα πλεονεκτήματά της διαδικασίας αυτής είναι τα εξής:
• Αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα
• Προβλεψιμότητα
• Υπολογισιμότητα
• Έλεγχος.
Ως μεγάλο μειονέκτημα θεωρείται ο «παραλογισμός της ορθολογικότητας.»

Ας τα δούμε λίγο αναλυτικότερα.
1) Αποτελεσματικότητα. Είναι η επιλογή των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου με το ελάχιστο δυνατό κόστος ή με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Στο όνομα της αποτελεσματικότητας, ο πελάτης κάνει τη δουλειά που πριν θα έκαναν οι υπάλληλοι. Όσον αφορά τους υπαλλήλους, αυτοί συχνά βρίσκονται να δουλεύουν σε ένα περιβάλλον εργασίας χωρίς δυνατότητες συμμετοχής σε διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το εργασιακό αυτό περιβάλλον χαρακτηρίζεται κυρίως από τον πολύ έντονο καταμερισμό εργασίας, την επαναληπτικότητα των κινήσεων και την έλλειψη υποκίνησης προς εργασία.
2) Υπολογισιμότητα. Δίνεται έμφαση σε ό,τι μπορεί να υπολογιστεί, να μετρηθεί και να ποσοτικοποιηθεί. Η ποσοστικοποίηση αναφέρεται στην τάση να δίνεται έμφαση στην ποσότητα έναντι της ποιότητας. Αυτή η τάση μας οδηγεί στην πρόσληψη της ιδέας της ποιότητας ως ισοδύναμης με τις μεγάλες ποσότητες πραγμάτων. Οι μεγάλες αναλογίες και κλίμακες συγκαλύπτουν συχνά την έλλειψη ποιότητας των προϊόντων, όπως αυτά των εστιατορίων ταχυφαγίας. Ο χρόνος είναι μια ακόμη σημαντική διάσταση της υπολογισιμότητας. Τα εστιατόρια ταχυφαγίας χρησιμοποιούν φούρνους μικροκυμάτων για την επιτάχυνση της ετοιμασίας και παράδοσης του φαγητού με αποτέλεσμα την πτώση της ποιότητάς του. Ανάλογο παράδειγμα είναι η περίπτωση εφημερίδων τύπου USA Today, που ο Ritzer την θεωρεί ως το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της “junk-food δημοσιογραφίας”, γιατί δεν έχει ουσία στην αρθρογραφία της. Περιλαμβάνει μικρά κομματάκια ενημέρωσης αλλά πολλή αθλητική ύλη κι αυτή με πληθώρα ποσοτικών δεδομένων, στατιστικών πινάκων, διαγραμμάτων, βαθμολογιών και εικόνων. Η υπολογισιμότητα αφήνει ελάχιστο ή καθόλου χώρο στους εργαζόμενους για ανάπτυξη σκέψεων, διαλόγου και συμμετοχής σε λήψη αποφάσεων. Το αποτέλεσμα είναι να αναπτύσσονται αισθήματα αποξένωσης, η αίσθηση της αλλοτρίωσης, και, πέραν τούτων, η απογοήτευση που επέρχεται λόγω της ολοένα και μεγαλύτερης και εντονότερης αυτοματοποίησης της εργασίας που οδηγεί και σε απώλειες θέσεων εργασίας. Από όλη αυτή τη διαδικασία οι μόνοι που επωφελούνται είναι οι εργοδότες, οι μεγάλες επιχειρήσεις και γενικώς οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής της περιόδου της “service by numbers”.
3) Προβλεψιμότητα Ο εξορθολογισμός αφορά μια εντεινόμενη προσπάθεια διασφάλισης της προβλεψιμότητας, δηλαδή την προσπάθεια δόμησης του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εξωγενείς δυνάμεις να μην είναι σε θέση να προκαλούν ανισορροπία στο εσωτερικό του συστήματος. Οι «ορθολογικοί άνθρωποι» έχουν ανάγκη να ξέρουν τι να αναμένουν , πότε να το αναμένουν και ποιες πορείες δράσης πρέπει να ακολουθήσουν σε περίπτωση που επέλθει το αναμενόμενο. Οι Αμερικανοί βολεύονται με τα McDonalds στην Αθήνα, στη Μόσχα ή στο Πεκίνο, γιατί τους θυμίζει ακριβώς τις οικείες τους γεύσεις. Το ίδιο γίνεται με τα κινηματογραφικά sequel όπου μπορείς να προβλέψεις πάνω-κάτω το τέλος χωρίς κόπο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα εμπορικά κέντρα και τα shopping malls. Oι ΗΠΑ είναι μια χώρα που δοξάζει τον ατομικισμό και που οι ατομιστές πολίτες της υποφέρουν από τη διαδικασία της Μακντοναλντοποίησης. Ο Ρίτσερ θεωρεί ότι αυτή η διαδικασία έχει μειώσει τους «ζωντανούς ανθρώπους» σε μια ομάδα ομοειδών ανθρώπων με το ίδιο ντύσιμο, την ίδια αντίληψη για τα πράγματα και τον ίδιο τρόπο δράσης. Ακόμη και η αρχιτεκτονική των McDonald’s είναι σχεδόν παντού η ίδια.
4) Έλεγχος και αντικατάσταση των ανθρώπων με μη ανθρώπινες τεχνολογίες (“nonhuman technologies)”. Τα δύο προηγούμενα στοιχεία συνδυαζόμενα, κατά τον Ritzer, μας δείχνουν ότι η αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από την μη ανθρώπινη τεχνολογία συχνά οδηγεί σε μεγαλύτερο και στενότερο έλεγχο. Η μεγάλη αιτία για την αβεβαιότητα και την αδυναμία προβλεπτικότητας σε ένα σύστημα εξοορθολογισμού είναι οι άνθρωποι, τόσο οι εντός του συστήματος εργαζόμενοι όσο και οι εξυπηρετούμενοι από αυτούς. Γι’ αυτό, τα πάντα προσυσκευάζονται, προμετρώνται, ελέγχονται αυτόματα. Ο άνθρωπος που εργάζεται δεν είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται, αλλά απλώς να ακολουθεί και να εφαρμόζει τις οδηγίες και πού και πού να πατάει κάποιο κουμπί. Για σκεφτείτε! Τι κάνουν οι ταμίες στα σούπερ-μάρκετ; Σκανάρουν το barcode της συσκευασίας του προϊόντος χωρίς να χρειαστεί να σκεφτούν ή να υπολογίσουν κάτι καθώς όλα τα προϊόντα είναι προζυγισμένα και προκοστολογημένα. Σε λίγο καιρό, όπως τρέχει η τεχνολογική εξέλιξη, ο ίδιος ο πελάτης θα υποχρεωθεί να σκανάρει αυτός τα προϊόντα που θα αγοράζει. Καθώς αντικαθίστανται οι ταμίες από τα scanner χάνουμε από τα μάτια μας τις τιμές των προϊόντων και αντί να ελέγχουμε εμείς την εταιρεία αυτή ελέγχει εμάς τους πελάτες. Αποδεχόμαστε, έτσι, το «αλάνθαστο του Πάπα»˙ συγνώμην, το «αλάνθαστο του υπολογιστή». Θέλετε, ένα ακόμη πιο «τρελό σενάριο»; Οι επιβάτες να «ελέγχουν» τα ηλεκτρονικά όργανα και τον αυτόματο πιλότο του αεροπλάνου. Έτσι, καθώς προχωρά η τεχνολογία ερωτήματα του τύπου «ποιοι είμαστε» και «πώς αλληλεπιδρούμε» επιδέχονται απαντήσεις ανάλογα με το βαθμό εξάρτησης και υποταγής στις μηχανές, με αποτέλεσμα την απαξίωση δεξιοτήτων και ικανοτήτων των ανθρώπων που καθίστανται «μουσειακά είδη».

Ο «παραλογισμός της ορθολογικότητας»
«Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο» λέει ένα λαϊκό άσμα. Η Μακντοναλντοποίηση δεν είναι μονόπλευρα σκοτεινή υπόθεση˙ έχει και ορισμένα καλά να επιδείξει: ποικιλία προϊόντων, 24ωρη λειτουργία ορισμένων τραπεζικών εργασιών (π.χ. συναλλαγές μέσω αυτόματων ταμειακών μηχανών, – ΑΤΜ- και μέσω διαδικτύου) και εμπορικών αγορών, πολύ ταχύτερη εξυπηρέτηση. Κι, όμως, όπως ο Μαξ Βέμπερ, έτσι κι εμείς διαπιστώνουμε στην καθημερινή μας ζωή ότι ακόμη και τα πλέον «ορθολογικά συστήματα» καταλήγουν σε παράλογα αποτελέσματα και μας στέλνουν στο ντιβάνι του ψυχίατρου.

Ο Ritzer επισημαίνει ότι ο «παραλογισμός» είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα ορθολογικά συστήματα είναι μη λογικά συστήματα, δηλαδή αρνούνται τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα, την ανθρώπινη λογική όσων εργάζονται στα πλαίσιά τους ή εξυπηρετούνται από αυτές. Για θυμηθείτε τις ατέλειωτες ουρές στα McDonald’s, στα drive-thru καταστήματα και τις βλαστήμιες που έχετε εκστομίσει περιμένοντας στην ουρά ενώ αν είχατε μπει στο κατάστημα θα είχατε εξυπηρετηθεί πιο γρήγορα. Ρίξτε μια ματιά στα συστατικά του γρήγορου φαγητού και θα διαπιστώσετε ότι είναι λιγότερο θρεπτικό, έχει τόσους «σταθεροποιητές», «συντηρητικά», «ενισχύσεις» γεύσεων, λίπη, αλάτι και ζάχαρη που συμβάλλουν σημαντικά στην επιδείνωση των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι λόγω των επιπτώσεων που έχουν πάνω τους άλλοι παράγοντες όπως π.χ. η ατμοσφαιρική ρύπανση, τα «άρρωστα κτήρια» στα οποία εργάζονται κ.α. Τα συστατικά, λοιπόν, του γρήγορου φαγητού είναι, εν τέλει, «απάνθρωπα». Όσο περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε αυτά τα συστήματα τόσο αυξάνεται η συνολική κοινωνική εξάρτηση από τέτοια συστήματα. Σκεφθείτε, παρακαλώ, τη συμβολή των συσκευασιών των προϊόντων, ειδικά των ταχυφαγείων, στη μόλυνση του περιβάλλοντος. Σκεφθείτε, επίσης, πως η παλιότερη μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής ήταν η συγκέντρωση της οικογένειας γύρω από το τραπέζι του φαγητού.

Όλα αυτά που αναφέραμε δεν αποσκοπούν στην υπόσκαψη του ηθικού του/της αναγνώστη/ριας. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι που ευθύνεται πρώτα και κύρια λόγω της λογικής της άντλησης κέρδους από κάθε ανθρώπινη ενέργεια και σκέψη και αυτός είναι ο στόχος της κριτικής. Όμως, κάπου ελλοχεύουν κίνδυνοι να ξεφύγουν εντελώς τα «ορθολογικά συστήματα» από τον οποιοδήποτε έλεγχο των πολιτών. Σε ποιο βαθμό έχει προχωρήσει κάτι τέτοιο ως σήμερα; Τι μπορεί να συμβεί αν αυτοί που τα ελέγχουν υποκύψουν και γίνουν ελεγχόμενοι από άλλους; Μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στα συστήματα που αλληλεπιδρούν, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, μια μικρή ελίτ που να ελέγχει σχεδόν τους πάντες και τα πάντα, σε στυλ Γενναίου, Καινούργιου Κόσμου;

Θα μπορούσαμε να ασκήσουμε πολύ έντονη κριτική στη θέση περί Μακντοναλντοποίησης (π.χ. ότι αγνοεί τις συγκεκριμένες διαμορφώσεις των ταξικών κοινωνικών συσχετισμών δυνάμεων, τις έννοιες του φύλου, της ιστορίας, της φυλής, ότι διακρίνεται για μια γραμμική αντίληψη των εξελίξεων κ.ο.κ.). Όμως, ας κρατήσουμε προς το παρόν τα θετικά σημεία της, που μας δείχνουν τη γενική τάση των κοινωνικών συστημάτων.

Η αποσύνθεση των αναπτυξιακών προτύπων της λεγόμενης «χρυσής εποχής» του καπιταλισμού, που δοκιμάστηκαν στην πράξη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κίνησε τη διαδικασία αποσύνθεσης και των παραδοσιακών στρατηγικών και προτύπων των συνδικάτων με ένα διπλό τρόπο. Από τη μια άλλαξε ο τόπος λήψης αποφάσεων που μπορούν να επηρεάσουν τα συνδικάτα και από την άλλη επήλθαν αλλαγές τόσο στο επίπεδο της δημογραφίας όσο και σε αυτό των δομών της οικονομίας με αποτέλεσμα τη μεταβολή των πληθυσμιακών ομάδων που μπορούν δυνητικά να γίνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Στα πλαίσια της νέας παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας διευρύνεται το χάσματα μεταξύ της γενικού τύπου εργασίας (επισφαλής γενικής φύσεως ανειδίκευτη εργασία που είναι υποκαταστάσιμη) και της αυτό-αναπρογραμματιζόμενης εργασίας (οι εργαζόμενοι που έχουν την ικανότητα να προσαρμόζει εφ’ όρου ζωής τις δεξιότητες που κατέχουν). Οι πρώτοι είναι ανά πάσα στιγμή αναλώσιμοι εκτός αν διεκδικήσουν το δικαίωμά τους να ζήσουν ως άνθρωποι και ως πολίτες οργανώνοντας τη συλλογική δράση τους. Οι δεύτεροι είναι όσα πρόσωπα διαθέτουν υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και την κατάλληλη παιδεία για να διαχειρίζονται και να ελέγχουν πληροφορίες και έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένη ικανότητα φαντασίας και δημιουργίας. Όσο το περισσότερο διασυνδέονται μεταξύ τους και αλληλεπιδρούν τα διάφορα πληροφοριακά συστήματα τόσο η εργασία σε αυτά θα απαιτεί την επίδειξη ιδιαίτερων ικανοτήτων χειρισμού, δημιουργικών δυνατοτήτων και επιδεξιότητα στην οργάνωση και την επικοινωνία σε μια κοινωνία της γνώσης.
Από τη στιγμή που το ζήτημα της εργασίας στην παγκόσμια οικονομία σχετίζεται με την ικανότητα και τη δημιουργικότητα, μία τάση θεωρεί ότι η παιδεία είναι αυτή η καλύτερη λύση που μπορεί να υπάρξει σήμερα. Ένα άλλο πρόβλημα στο ρήγμα μεταξύ των δύο τύπων της εργασίας είναι ότι οι οργανώσεις της εργασίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά και μάλλον ξεχωρίζουν την αυτό-επαναπρογραμματιζόμενη εργασία από την γενική κανονική εργασία. Αυτό δείχνει ότι στο βιομηχανικό σύστημα η απασχόληση της «ευέλικτης γυναίκας» αυξήθηκε σε βάρος της απασχόλησης του «οργανωμένου άνδρα» κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων. Τα πιο πολύτιμα τμήματα στην αξιακή αλυσίδα θα γίνεται προσπάθεια να επιβιώσουν στην εποχή της παγκόσμιας οικονομίας.
Μιας και η παγκόσμια οικονομία επιτρέπει ευέλικτη και αυθαίρετη σύνδεση μεταξύ των διασταυρώσεων μια επιχειρηματική οργάνωση μπορεί να αναπτύξει εκ νέου εργατικό δυναμικό μετακινούμενη από τη μία αγορά στην άλλη χωρίς να περιορίζεται από εθνικά πλαίσια στην ευρύτερη παγκόσμια οικονομία. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων αφήνει μπόλικο χώρο να δημιουργηθούν καταστάσεις υπεραφθονίας εργασιών σε μια αγορά εργασίας και καταστάσεις υπεραφθονίας ανέργων σε μια άλλη αγορά εργασίας. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα σε μια παγκόσμια οικονομία είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γραφείου (blue-collar workers) μαζικής ένταξης στην παραγωγική διαδικασία των προϊόντων και των διαδικασιών της νέας τεχνολογίας της πληροφορικής που αενάως ανανεώνεται με αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση των θέσεων εργασίας και τις μαζικές απολύσεις, που αφενός θυμίζει την κατάσταση του 19ου αιώνα και αφετέρου μας δείχνει ότι η τάση της εποχής αυτής είναι αντίστροφα με την βιομηχανική εποχή να αποκοινωνικοποιείται η εργασία. Η αλλοτρίωση/αποξένωση των εργαζομένων στη «δικτυακή κοινωνία» είναι προϊόν της «εξατομίκευσης της εργασίας» καθώς η δικτυακή εργασία και εξατομικευτική λογική της αφήνει τους εργαζόμενους μόνους με τους εαυτούς τους. Αν είναι ισχυροί οι εργαζόμενοι δεν έχουν προβλήματα ιδιαίτερα αλλά γίνεται δραματική η κατάσταση όταν δεν διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες ή πέφτουν σε ορισμένες από τις παγίδες του συστήματος (ασθένεια, εθισμοί, ψυχολογικά προβλήματα, έλλειψη στέγασης, ή ασφάλισης υγείας).
Η επισφάλεια αφορά τις διευθετήσεις της λεγόμενης «μη κανονικής εργασίας»: τους χρόνους εργασίας (εργασία τις νύχτες και τα Σαββατοκύριακα), τις ποσότητες χρόνου εργασίας (ευελιξία ή ποικιλία στα ωράρια, μερική απασχόληση, απαιτήσεις για υπερωρίες) και τη διάρκεια των αναθέσεων εργασίας (προσωρινή εργασία, εργασία χωρίς συμβόλαιο, εργασία ως ελεύθερος επαγγελματίας ή αυτοαπασχολούμενος). Αφορά επίσης τη νομική θέση της εργασίας: νόμιμη ή παράνομη και ποια εργατικά δικαιώματα εφαρμόζονται και για ποιους εργαζόμενους. Αφορά επίσης στην αστάθεια των εισοδημάτων που σχετίζονται με την επισφάλεια των ρυθμίσεων εργασίας και την πρόσβαση σε υπηρεσίες ανάγκης, όπως η στέγη και η υγεία. Όλες αυτές οι σημασίες της επισφάλειας δείχνουν την γενική έλλειψη δυνατότητας πρόβλεψης πρόσβασης στις αναγκαίες υπηρεσίες και προϊόντα είτε μέσω του κράτους πρόνοιας είτε μέσω του ιδιωτικού τομέα και μια έλλειψη ελέγχου της εργασίας που ουσιαστικά σημαίνει αρνητικές επιπτώσεις στον αυτοέλεγχο των ανθρώπων και την πρόβλεψη της παραπέρα πορείας της ζωής τους. Με αυτή την έννοια η επισφάλεια ήταν ιστορικά η κατάσταση ζωής του προλεταριάτου με μικρές ιστορικές εξαιρέσεις μικρής διάρκειας που διαμορφώνονταν υπό την επίδραση ορισμένων πολιτικών παραγόντων.

Τα τελευταία 20χρόνια, γενικότερα η μισθωτή απασχόληση έχει απορυθμιστεί σε τεράστιο βαθμό. Ενώ παλιότερα με την ύπαρξη εργασιακής σταθερότητας (δημόσιο, ΔΕΚΟ, μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση κ.α.) οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονταν το φόβο της ανεργίας και της απόλυσης, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Εκεί όπου υπήρχαν απλώς πολλαπλές ταχύτητες όσον αφορά τα μισθολογικά και βαθμολογικά επίπεδα και τις συνταξιοδοτικές παροχές και την υγειονομική κάλυψη, σήμερα οι ανισότητες και διαφορές επεκτείνονται στο πεδίο των ευρύτερων δικαιωμάτων και συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Έτσι, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν δίχως πολλά περιθώρια αντίστασης, συχνά έξω από τα συνδικάτα, ένα πλήθος κατακερματισμένο, διασκορπισμένο και απομονωμένο. Ανάλογα με τις επιδιώξεις της επιχείρησης, «το κεντρικό προσωπικό μπορεί να υποστηρίζεται από μεγάλο αριθμό “ευέλικτων” εργαζομένων (που κατά εποχές θα αυξομειώνεται, χωρίς όμως κόστος αποζημιώσεων και ακριβά ασφάλιστρα), οι οποίοι εμφανίζονται είτε με σύμβαση μικρής διάρκειας, είτε με μερική απασχόληση, είτε ως εποχικό προσωπικό (πολύ συχνά εισαγόμενο), είτε ως παρέχοντες ‘‘ανεξάρτητες υπηρεσίες’’ (ΔΠΥ), είτε με το σύστημα φασόν κ.λπ. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, η επιχείρηση δεν έχει υποχρέωση να σεβαστεί ορισμένη ποσόστωση στην οργανική σύνθεση του προσωπικού της, δηλαδή αναλογία εργαζομένων με το ένα ή το άλλο καθεστώς απασχόλησης. (…) Η ανάπτυξη των μορφών απασχόλησης με το καθεστώς των συμβάσεων έργου ή των ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα. Οι συμβάσεις μη εξαρτημένης εργασίας, με προφανές αποτέλεσμα τη μη υπαγωγή τους στην εργατική νομοθεσία, χρησιμοποιούνται συχνά προκειμένου να προσδώσουν νομικό περιεχόμενο σε μια συμβατική σχέση που έχει όλα τα γνωρίσματα της μισθωτής εργασίας, με στόχο την καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων».

Η ιστορία δεν είναι εντελώς πρόσφατη. Οι τάσεις έχουν ήδη ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1970-1980. Η «παλιά εργατική τάξη» ήταν κατά βάση ανδρική. Η αύξηση συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό της μεταπολεμικής Ευρώπης είναι σταθερή και δε σχετίζεται πια με την έλλειψη ανδρικών χεριών λόγω πολέμων. Στις χώρες της ΕΟΚ των 15 (1975-1985), για παράδειγμα, ο αριθμός των ανδρών ο αριθμός των απασχολούμενων ανδρών μειώθηκε κατά 4% λόγω της μείωσης των θέσεων εργασίας στο μεταποιητικό βιομηχανικό τομέα. Στο μεταξύ ο αριθμός των γυναικών, κυρίως στις υπηρεσίες, αυξήθηκε κατά 10%. Η μεταβολή συνεχιζόταν με αργότερους ρυθμούς την δεκαετία του ’80 αλλά επιταχύνθηκε στη δεκαετία του ’90 λόγω της μεταστροφής στην εργοδοτική στρατηγική της επιδίωξης αύξησης της αριθμητικής ευελιξίας της εργασίας. Οι εργοδότες εκμεταλλεύθηκαν το ότι οι γυναίκες εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άνδρες και όταν εργάζονται περισσότερο αυτό δεν διαρκεί για πολύ καιρό. Έτσι, οι γυναίκες γεμίζουν ένα ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό, σε σχέση με τους άνδρες, από τις θέσεις εργασίας της αυξανόμενης «άτυπης» απασχόλησης που περιλαμβάνει τη μερική απασχόληση, τις θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τις θέσεις εργασίας για ενοικιαζόμενους εργαζόμενους. Οι νέοι/ες καταλαμβάνουν τις περισσότερες θέσεις μερικής και προσωρινής απασχόλησης και τόσο οι γυναίκες όσο και οι νέοι βρίσκονται σε περισσότερες χαμηλόμισθες θέσεις απ’ όσο οι άνδρες.
Υπάρχουν διαφορές στα μεταβαλλόμενα πρότυπα απασχόλησης μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ανάλογα με τους ορισμούς και τους κανόνες που διέπουν την απασχόλησης στις εθνικές αγορές εργασίας. Παραδείγματος χάριν, δεν είναι υποχρεωτικά επισφαλής η άτυπη απασχόληση. Η εργασιακή ασφάλεια ενδέχεται να είναι σε χαμηλά επίπεδα σε μια χώρα όπου οι μη κανονικές θέσεις εργασίας σχετικά λίγες επειδή δεν έχουν επιτευχθεί υψηλά επίπεδα προστασίας για τους έχοντες σταθερή εργασία σε συνθήκες έλλειψης καλά οργανωμένης εργατικής νομοθεσίας και αναποτελεσματικές συλλογικές διαπραγματεύσεις (π.χ. Ελλάδα). Βεβαίως, η μείωση της κλασικής ανδρικής εργατικής τάξης των βιομηχανιών της «χρυσής εποχής» της υψηλής συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι κοινό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου. Η πρόκληση για τα συνδικάτα είναι η επέκταση της δράσης τους σε θέματα που απασχολούν νεώτερα εργατικά στρώματα και ιδιαίτερα σε εκείνα που αφορούν το ολοένα και αυξανόμενο εργατικό προσωπικό που απασχολείται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών και αντιμετωπίζει εργασιακές σχέσεις που είναι άτυπες και επισφαλείς. Οι συνέπειες αυτής της μεταβολής επιδρούν στην συνδικαλιστική πυκνότητα. H μείωση της απασχόλησης στον συνδικαλισμένο βιομηχανικό τομέα με τη μεταφορά εργασιών και υπηρεσιών στην γκρίζα ζώνη των εργολαβικών επιχειρήσεων (outsourcing) και η μεταφορά εργοστασιακών μονάδων σε τρίτες χώρες με φτηνότερα μεροκάματα και ελάχιστα εργατικά δικαιώματα οδήγησαν στην μεγάλη μείωση της πυκνότητας του τομέα και τη συνολική πυκνότητα. Ο τομέας των υπηρεσιών δεν αντιστάθμισε τη μείωση παρά τη μεγάλη αύξηση της απασχόλησης στις υπηρεσίες.
Στις ΗΠΑ τα τοπικά γραφεία κοινωνικής ασφάλισης έγιναν εκ των πραγμάτων προθάλαμοι των διευθύνσεων προσωπικού μεγάλων επιχειρήσεων εξαιτίας της πολιτικής «from welfare to workfare». Η κυβέρνηση Κλίντον το 1999 προώθησε το πρόγραμμα “Welfare to Work Parnership” στο οποίο συμμετείχαν γνωστές μεγάλες εταιρείες όπως οι Monsanto, Burger King, United Parcel Service και United Airlines. Με τα προγράμματα αυτά παρέχονται στους εργοδότες κίνητρα (απευθείας επιδοτήσεις, φορολογικές μειώσεις κλπ) ώστε να τους βοηθήσουν να «στρατολογήσουν» χαμηλόμισθους εργαζόμενους με ελάχιστες απαιτήσεις από πλευράς δεξιοτήτων και δικαιωμάτων. Σύμφωνα με μια δημοσιογραφική εκτίμηση του περιοδικού US News and World Report οι εργοδότες ενδιαφέρθηκαν για το πρόγραμμα: «επειδή διακυβεύονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας, μια πετυχημένη μετακίνηση μεγάλου αριθμού ανθρώπων από την πρόνοια στην απασχόληση θα μπορούσε να μειώσει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω του περιορισμού του ύψους των μισθών». Τελικά, αυτές οι επιχειρήσεις έγιναν ακόμη πιο ισχυρές χρησιμοποιώντας πολύ μεγάλο αριθμό πρώην δικαιούχων των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας. Οι σχέσεις εργασίας τους ήταν σε ακραίο βαθμό ελαστικές και σπονσοράρονταν από τις κυβερνήσεις. Συχνά τα δικαστήρια εξαιρούσαν αυτούς τους εργαζόμενους από το status των κανονικών υπαλλήλων ώστε να μην έχουν καμία δυνατότητα νόμιμης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Παρά την πρόσκαιρη επιτυχία του συνδικάτου εργαζομένων της UPS, όταν με την μεγάλη απεργία του 1997 μείωσε το ρυθμό αύξησης θέσεων μερικής απασχόλησης υπέρ της αύξησης των θέσεων πλήρους απασχόλησης, η εταιρεία αντλεί το 15% των 150.000 εργαζομένων της σε θέσεις μερικής ή προσωρινής απασχόλησης από αυτά τα προγράμματα.

Σύμφωνα με μια άποψη, οι σύγχρονες αγορές εργασίας διακρίνονται σε επτά ομάδες: ελίτ, μισθωτοί, «επαγγελματίες» (“proficians, δηλαδή άνθρωποι με αξιόλογες και εμπορεύσιμες δεξιότητες), παραδοσιακοί μόνιμοι εργαζόμενοι, ευέλικτα εργαζόμενοι χαμηλών δεξιοτήτων (“flexiworkers”) που εξαρτώνται από τις ευκαιρίες για άτυπη απασχόληση, άνεργοι, και όσοι έχουν τελείως αποκοπεί από την κανονική ή νόμιμη εργασία. Επί της ουσίας, πρόκειται για μια μεταμόρφωση της βασικής ταξικής δομής και διαστρωμάτωσης της κοινωνίας στη νέα φάση του καπιταλισμού, που σχετίζεται με την παγκοσμιοποίησης, τη λεγόμενη νέα τεχνολογική επανάσταση και τις ευέλικτες σχέσεις στην αγορά εργασίας. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της φάσης αφορούν τη σχέση των κοινωνικών αυτών υποκειμένων με τους κυρίαρχους ρυθμιστικούς και κοινωνικο-προστατευτικούς μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας. Οι ελίτ είναι πολίτες που λόγω της έντονης κινητικότητάς του και της συσσώρευσης πλούτου στα χέρια τους δεν έχουν ουδεμία επιθυμία ή ανάγκη για την κοινωνική ασφάλεια που προσφέρει το κράτος πρόνοιας. Ένας αυξανόμενος αριθμός ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων (π.χ. διευθύνοντες σύμβουλοι εταιριών, γενικοί διευθυντές κ.ά.) ανήκουν σε αυτήν την ομάδα.

Η δεύτερη ομάδα είναι οι μισθωτοί εργαζόμενοι «λευκού κολάρου» που δεν εξαρτώνται έντονα από την υποστήριξη που προσφέρουν τα κρατικά προνοιακά συστήματα γιατί καλύπτονται από πολλαπλούς ασφαλιστικούς φορείς. Μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους προέρχεται από υψηλής κερδοφορίας επενδύσεις (π.χ. μετοχές) που μειώνουν την εξάρτηση από την εργασιακή δραστηριότητα όσον αφορά την διασφάλιση εισοδημάτων. Οι proficians έχουν χαλαρή σχέση με τους μεμονωμένους εργοδότες, αλλά διαθέτουν εμπορεύσιμες δεξιότητες και μπορούν να συνδυάζουν διαφορετικές μορφές εργασιακού στάτους. Συχνά εργάζονται με συμβόλαια ή ως σύμβουλοι. Έχουν λιγότερη εισοδηματική ασφάλεια σε σχέση με τους μισθωτούς, λόγω του τύπου δουλειάς που κάνουν και ως ένα βαθμό είναι αποκομμένοι από το ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας. Μια ενδιαφέρουσα άποψη για αυτό το στρώμα είναι αυτή που ορίζει ως κύριο χαρακτηριστικό τη δημιουργικότητα αυτών των εργαζομένων. Πρόκειται για την «δημιουργική τάξη» που, σύμφωνα με τον επινοήσαντα τον όρο Richard Florida, οι άνθρωποι αυτή διαθέτουν «δημιουργική φαντασία» αλλά δεν αυτοπροσδιορίζονται ως «τάξη». Η εικόνα που δίνει ο Florida είναι ενδεικτική αυτής της κατηγορίας εργαζομένων:

«Πρόσεξα ένα μέλος της ομάδας να κάθεται ανέμελα και νωθρά στο γρασίδι φορώντας ένα αμάνικο μπλουζί. Ο νεαρός αυτός είχε πολύχρωμα βαμμένα μαλλιά και κουρεμένα σαν καρφάκια, τατουάζ σε όλο του σώμα και πολλές τρυπούλες στα αυτιά του. «Εμφανώς ακαμάτης», σκέφτηκα, «ενδεχομένως μέλος κάποιου μουσικού συγκροτήματος». «Λοιπόν, τι έχεις να μας πεις;» τον ρώτησα. «Μεγάλε, μόλις εγγραφήκαμε, εγώ και τα φιλαράκια από εδώ…» Αυτός ο νεαρός και οι αντιλήψεις και οι ροπές του αντιπροσωπεύει μια ισχυρή νέα δύναμη στην οικονομία και το βίο της Αμερικής. Είναι μέλος αυτού που αποκαλώ δημιουργική τάξη: μια ραγδαία αναπτυσσόμενη, υψηλού μορφωτικού επιπέδου και καλοπληρωμένη μερίδα του εργατικού δυναμικού στις προσπάθειες της οποίας στηρίζονται ολοένα και περισσότερο τα κέρδη των επιχειρήσεων και η οικονομική μεγέθυνση. Τα μέλη της δημιουργικής τάξης δουλεύουν σε ένα ευρύ φάσμα εργασιών σε μια μεγάλη γκάμα κλάδων, από την τεχνολογία ως τη διασκέδαση, από τη δημοσιογραφία ως τα χρηματοοικονομικά, από τις υψηλής απόδοσης βιομηχανίες αιχμής ως τις τέχνες. Δεν θεωρούν ότι αποτελούν συνειδητά μέλη μίας τάξης. Μοιράζονται, όμως, ένα κοινό ήθος που δίνει ιδιαίτερη αξία στη δημιουργικότητα, στην ατομικότητα, στη διαφορά και την αξία.»

Οι παραδοσιακοί μόνιμοι εργαζόμενοι (core workers) αποτελούν την παλιά εργατική τάξη που είναι κανονικοί πλήρους απασχόλησης εργαζόμενοι, κυρίως άνδρες με χειρονακτικές δεξιότητες, που συμμετέχουν στα εργατικά συνδικάτα και είναι συνδεδεμένοι με τους κυρίαρχους μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας. Πρόκειται για τα μοναδικά στρώματα μιας επιχείρησης που είναι σταθερά προσκολλημένοι στο ρυθμιστικό πλαίσιο της συνταγματικά καθορισμένης κοινωνικής προστασίας. Από την άποψη του μεγέθους αυτή η κοινωνική ομάδα συρρικνώνεται εδώ και πάνω από μια τριακονταετία καθώς η επισφαλειοποίηση της απασχόλησης κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο ως τάση. Οι ευέλικτα εργαζόμενοι χαμηλών δεξιοτήτων (“flexiworkers”) δεν έχουν σταθερή απασχόληση. Εναλλάσσονται μεταξύ θέσεων εργασίας˙ διαθέτουν δεξιότητες που πρέπει να προσαυξάνονται ή να τροποποιούνται από καιρό σε καιρό. Αυτή η ομάδα έχει ελάχιστη ή καθόλου ασφάλεια εισοδήματος ή απασχόλησης ή επαγγελματική προστασία. Σε αυτή περιλαμβάνονται εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, εργαζόμενοι με άτυπες μορφές απασχόλησης, εργαζόμενοι σε υπεργολαβικές εταιρείες, ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι κ.ά. Δεν είναι συνδεδεμένοι με τους κυρίαρχους μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας για εισοδηματική και κοινωνική ασφάλεια και προστασία. Οι άνεργοι, που είναι ένα στρώμα που ολοένα και διευρύνεται και, παρ’ όλο που διαθέτει κάποια ασφάλεια λόγω κρατικής βοήθειας, η εισοδηματική του ασφάλεια διαβρώνεται λόγω των περιορισμών των επιδομάτων ανεργίας και των χαμηλότερων ποσοστών τους ως προς τα κατώτερα ημερομίσθια. Οι αποκομμένοι/αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Οι flexiworkers είναι αυτοί που γίνονται συστηματικά αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις επισφαλούς εργασίας, από την εποχιακή, την παράνομη, την προσωρινή απασχόλησης και τη δουλειά στο σπίτι, την ευέλικτη και προσωρινή εργασία σε εργολαβικές εταιρείες ή δήθεν αυτοαπασχολούμενους. Οι δουλειές που κάνουν είναι αδιέξοδες, απαιτούν ελάχιστες δεξιότητες, χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό ανακύκλωσης προσωπικού, σπανίως οδηγούν σε προαγωγές, υψηλότερες αμοιβές, ή περισσότερες ευθύνες. Συχνά οι εργαζόμενοι αυτοί πληρώνονται με το κατώτατο ημερομίσθιο ή μισθό, είναι ανά πάσα στιγμή υπό απόλυση και σπανίως απολαμβάνουν επιδομάτων, αδειών και άλλων «προνομίων» (κοινωνική ασφάλιση, μπόνους ή άλλες παροχές). Λόγω της έλλειψης ελκυστικότητας αυτού του τύπου απασχόλησης που, εκτός των άλλων, δεν απαιτεί ιδιαίτερη προετοιμασία εκ μέρους των εργαζομένων, οι εργοδότες δεν μεριμνούν για την όποια κατάρτιση στο αντικείμενο της εργασίας την ώρα της δουλειάς. Έτσι, οι flexiworkers αναζητούν ευκαιρίες για να έχουν, βέβαια, ένα εισόδημα αλλά θεωρούν ότι δεν τους δίνονται αρκετές και όποτε τους δοθεί η ανταμοιβή είναι λειψή για τους κόπους και τις γνώσεις του που δεν τις αναγνωρίζει εύκολα κανένας εργοδότης. Ζώντας μέσα σε μια συνεχή αβεβαιότητα για το αν θα συνεχίσουν να εργάζονται ή θα απολυθούν, και σε περίπτωσης που θα απολυθούν θα ξαναβρούν δουλειά συντόμως ή θα περιμένουν, θα μπορούν να αντεπεξέλθουν σε νέες ειδικότητες και δεξιότητες, κ.ο.κ. Με τέτοια αγωνιώδη έως υπαρξιακά ερωτήματα αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να σταθεροποιηθούν κάπου και να προσπαθήσουν να κάνουν ένα στοιχειώδη προγραμματισμό της ζωής τους. Σε καταστάσεις συνεχώς ρευστές κι αβέβαιες δεν μπορούν να σταθεροποιήσουν τη ζωή τους ή να καταρτίσουν και να υλοποιήσουν μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Σημαντική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η αδυναμία αυτών των ανθρώπων να νοιώσουν ότι μπορούν να οργανωθούν και να δράσουν συλλογικά.

Οι κλάδοι της οικονομίας στους οποίους εμφανίζεται ως επί το πλείστον η επισφαλής απασχόληση είναι οι εξής:
• Ξενοδοχεία και επισιτισμός (εστιατόρια, ψυχαγωγία, μπαρ κτλ)
• Εκπαίδευση
• Υγεία-Πρόνοια
Αυτό δε σημαίνει ότι ανάλογα με την ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών δεν εμφανίζονται και σε άλλους τομείς και κλάδους. Παραδείγματος χάριν, επισφαλείς θέσεις εργασίας υπήρχαν πάντα στον αγροτικό τομέα (αγρεργάτες εποχιακής απασχόλησης), σε βιομηχανίες-βιοτεχνίες ασθενών οικονομιών ύστερης βιομηχανικής ανάπτυξης όπως η ελληνική ή γενικότερα της Νότιας και Μεσογειακής Ευρώπης, σε κλάδους καθαρισμού κτιρίων, χρηματοπιστωτικού τομέα (τράπεζες, εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, χρηματιστηριακές εταιρείες κλπ) και γενικώς σε κλάδους που εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις στην ανάπτυξή τους. Αυτή η εξέλιξη υποβοηθείται από τις νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, που από κάποια φάση και μετά δεν χρησιμεύουν πια παρά για την ολοένα και στενότερη σύνδεση των όσων εργάζονται με τις ανάγκες του εργοδότη («always connected» λέει το διαφημιστικό σλόγκαν μιας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας), η επισφάλεια αρχίζει να απλώνεται και πέρα από τους τομείς των υπηρεσιών, από τους καθηγητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης ως το προσωπικό καθαριότητας, τους ηθοποιούς και τους μάγειρες.
H “προσωρινοποίηση» (casualization) του διδακτικού προσωπικού των πανεπιστημίων είναι μια πολύ αρνητική εξέλιξη μέσα στο δημόσιο τομέα που θα οδηγήσει σε υπονόμευση της σταθερής εργασιακής σχέσης και της ελευθερίας του λόγου και των ακαδημαϊκών ελευθεριών στο μέτρο που ολοένα και περισσότεροι διδάσκοντες και διδάσκουσες θα βρίσκονται με το φόβο της απόλυσης ή στασιμότητας. Παράλληλα η αύξηση του αριθμού των φοιτητών/τριών δεν συνοδεύεται με ανάλογη αύξηση των θέσεων πλήρους απασχόλησης για το διδακτικό προσωπικό, με αποτέλεσμα την υπερβολική αύξηση του εργασιακού φορτίου των διδασκόντων και του εργασιακού στρες ανάμεσά τους και την επακόλουθη πτώση του παρεχόμενου επιπέδου ποιότητας σπουδών. Σε μια σειρά αγγλόφωνες χώρες η κατάσταση εξελίσσεται πολύ άσχημα. Παραδείγματος χάριν, το 2004 στη μητρόπολη του καπιταλισμού (ΗΠΑ) πάνω από 62% του συνόλου των διδασκόντων είναι προσωρινής ή μερικής απασχόλησης έναντι 46% το 2003 και 41% το 1993. Οι μερικής απασχόλησης διδάσκοντες στα Αυστραλιανά πανεπιστήμια το 2001 έφτασαν στο 20% σε σχέση με 9% το 1990. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1996 το ποσοστό ανερχόταν σε 12% και το 2003 είχε αυξηθεί σε 18% του συνόλου των διδασκόντων. To 40% των ελληνικών πανεπιστημιακών τμηάτων χρωστούν τη συνέχιση της λειτουργίας τους στην ύπαρξη και δραστηριότητα των συμβασιούχων καθηγητών που προβλέπει το προεδρικό διάταγμα 407/1980, ενώ ανάλογη –και ίσως σοβαρότερη- είναι η περίπτωση των «επιστημονικών συνεργατών» των ΤΕΙ οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις περιφερειακών τμημάτων είναι η μοναδική ενεργή κατηγορία διδασκόντων.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ «ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ»

Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε έναν τρίτο (έμμεσο) εργοδότη διαφορετικό από τον δικό του (άμεσο) εργοδότη με τον οποίο έχει υπογράψει σύμβαση ή είναι σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ως τα τέλη του 2008 ο δημόσιος διάλογος περί του θέματος ήταν σχεδόν μηδαμινός. Η κοινή γνώμη θεωρεί ότι δεν πρόκειται για κάποια κανονική θέση εργασίας αλλά ότι είναι ένα προσωρινό στάδιο προς μια κανονική σύμβαση εργασίας. Επίσης θεωρείται ότι πρόκειται για εργοδοτική πολιτική μείωσης του εργατικού κόστους και παραβίασης του νόμου περί απολύσεων.

Μια χώρα που οι εργοδότες χρησιμοποιούν αρκετούς ενοικιαζόμενους εργαζόμενους είναι το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, όμως, έχει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά «μόνιμης» απασχόλησης. Αυτό εξηγείται λόγω της ψήφισης νόμων προστασίας των προσωρινά απασχολούμενων. Οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι χρησιμοποιήθηκαν ως αντιστάθμισμα της μείωσης των παραδοσιακών προσωρινά απασχολούμενων. Στη διάρκεια της περιόδου 1992-2006 οι τελευταίοι μειώθηκαν και οι ενοικιαζόμενοι έφτασαν το 1% των εργαζομένων. Είναι νέοι και νέες, σχεδόν ίσα μοιρασμένοι από πλευράς φύλου αλλά κατανεμημένοι σε διαφορετικούς κλάδους και επαγγέλματα, προέρχονται από εθνοτικά μειονοτικά περιβάλλοντα και ελαφρώς λιγότερο ειδικευμένοι σε σχέση με το μέσο όρο. Σημαντικό ποσοστό των ενοικιαζόμενων είναι «διστακτικοί προσωρινά απασχολούμενοι» γιατί δεν κατάφεραν να βρουν σταθερή εργασία. Το νομοθετικό πλαίσιο, ακόμη και στο Η.Β., είναι ασαφές με αποτέλεσμα να μην έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους μόνιμους εργαζόμενος μολονότι η διάρκεια των συμβάσεών τους ξεπερνά σε πολλές (25%) περιπτώσεις το ένα έτος. Δεν έχουν ασφάλεια εργασίας κι έτσι μπορούν να απολυθούν και να αντιμετωπίσουν την ανεργία ανά πάσα στιγμή. Αυτή η ανασφάλεια εντείνεται λόγω της νομικής θέσης τους αφού δεν έχουν συχνά υπερβεί τον ελάχιστο χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη.
Αυτή η κατάσταση συνεπάγεται την πληρωμή τους με χαμηλότερα μεροκάματα και την απασχόλησή τους με χειρότερους όρους εργασίας απολαμβάνοντας μόνο τα στοιχειώδη δικαιώματα και παροχές: κατώτατο εθνικό ημερομίσθιο, πληρωμή ημερών ασθενείας, επίδομα μητρότητας ή πατρότητας, κατωτάτη κρατική σύνταξη. Η Βρετανική Εργατική Συνομοσπονδία TUC έχει κατ’ επανάληψη καταγγείλει περιπτώσεις όπου οι εργοδότες δεν έχουν καταβάλει ούτε τα στοιχειώδη που προβλέπει η νομοθεσία.

Ποια ήταν η στάση του κράτους απέναντι στο νέο αυτό φαινόμενο στις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα; Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ προσπάθησαν να καλύψουν νομοθετικά την προστασία των «ενοικιαζόμενων εργαζόμενων» με δύο βασικούς νόμους. Κατά πρώτον, με τον νόμο 2956/2001(Κεφ. Δ, Άρθρο 20) ορίζεται ότι Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης είναι οι εταιρείες «οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλο εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης». Ως προσωρινή απασχόληση στη συγκεκριμένη περίπτωση «νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλο εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό, ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και επιτρέπεται μόνον υπό τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος.» Το κράτος, λοιπόν, αναγνωρίζει την ύπαρξη και δραστηριοποίηση εταιρειών που ιδιωτικοποιούν την παροχή εργασίας με την έννοια ότι μεσολαβούν στην εξεύρεση εργασίας που παραδοσιακά αποτελούσε υπηρεσία του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού: «Οι Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης δεν επιτρέπεται να ασκούν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να ασκούν τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας (…) β) αξιολόγηση ή και κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον πληρούν τα οριζόμενα από τις κείμενες διατάξεις». Για τη σύσταση και λειτουργία τέτοιας εταιρείας πρέπει να υπάρχει ειδική άδεια του Υπουργείου Εργασίας «έπειτα από γνώμη της Επιτροπής Ελέγχου Προσωρινής Απασχόλησης», η οποία συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 6 του Προεδρικού Διατάγματος 160/1999.

Ο ίδιος νόμος περιέχει συγκεκριμένα δικαιώματα για τους «ενοικιαζόμενους εργαζόμενους».

Σήμερα η επισφαλής εργασία τείνει να γίνει από εξαίρεση ο παγκόσμιος κανόνας της μισθωτής σκλαβιάς. Ως προς τα καθ’ ημάς, ήδη από τον Ιούνιο του 2007 το Διευθυντήριο των Βρυξελλών προωθεί συντονισμένα το μοντέλο της επισφάλειας σε όλη την ΕΕ (υπό τον τίτλο flexicurity). Στην Ελλάδα, η επισφάλεια βιωνόταν και βιώνεται στην πράξη από ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κόσμου της εργασίας, που αναγκάζεται να δουλεύει λάθρα, χωρίς ένσημα ή με μπλοκ παροχής υπηρεσιών, καθιερώνεται όμως και νομοθετικά ήδη από το ’90 με μία πλειάδα νόμων (Ν. 1892/1990, Ν. 2639/1998, Ν. 3250/2004, 3385/2005) με το αποφασιστικό βήμα να γίνεται με το Ν. 2956/2001, που αναγνωρίζει το θεσμό της ενοικίασης εργαζομένων.
Από τους αγώνες κατά του συμβολαίου πρώτης εργασίας στη Γαλλία (2006), τις γενικές απεργίες στη Δανία για παρόμοιους λόγους τον ίδιο χρόνο μέχρι τις εμπειρίες των chainworkers της Ιταλίας, του συνδικαλισμού στις αλυσίδες εμπορίου, «ταχυφαγίων» και «ταχυμεταφορών» παγκοσμίως αλλά και εδώ βγαίνει αβίαστα ένα συμπέρασμα. Οι μορφές αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης του «πρεκαριάτου» σε σχήματα, δίκτυα και σωματεία βάσης, που αποτελεί πάγια επιθυμία πολλών από εμάς κόντρα στον ξεπεσμένο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, δεν είναι απλώς σωστές για πολιτικούς λόγους αλλά είναι και οι μόνες που μπορούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην ευελιξία της εκμετάλλευσης του σύγχρονου καπιταλισμού.

Η εμπειρία από άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής έχει δείξει τόσο τους περιορισμούς όσο και τις ευκαιρίες που δημιουργούνται για την συνδικαλιστική οργάνωση των επισφαλώς εργαζομένων. Χαρακτηριστική περίπτωση που δείχνει τις ευκαιρίες και τις μορφές οργάνωσης των επισφαλώς εργαζομένων σε κλάδους χαμηλής ειδίκευσης είναι η εκστρατεία “Justice for Janitors” που διεξήχθη επί μακρόν στις Ηνωμένες Πολιτείες -και συνεχίζει να διεξάγεται- για την συγκρότηση συνδικαλιστικών οργανώσεων και την προώθηση των αιτημάτων και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καθαριστών και καθαριστριών. Η καμπάνια συγκεντρώνει 225.000 μέλη του χώρου των καθαριστών σε περισσότερες από 29 μεγάλες πόλεις. Τα αιτήματα της καμπάνιας είναι μισθολογικά (αύξηση μισθών και ημερομισθίων σε αξιοπρεπή επίπεδα), ασφαλιστικά (βελτίωση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης) και θεσμικά (βελτίωση όρων και συνθηκών εργασίας, δυνατότητες μετατροπής των θέσεων εργασίας σε πλήρους απασχόλησης). Η καμπάνια διεξάγεται με την οργανωτική και πολιτική ευθύνη του συνδικάτου των εργαζομένων στο χώρο της παροχής υπηρεσιών (SEIU – Service Employees International Union). H SEIU έχει 2 εκατομμύρια μέλη και εκτός από τη νομική και οργανωτική βοήθεια στις τοπικές συνδικαλιστικές οργανώσεις παρέχει υπηρεσίες συνδικαλιστικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης στα μέλη (π.χ. εκμάθηση αγγλικών και ισπανικών μιας και ειδικά στο χώρο του καθαρισμού κτιρίων πολύ μεγάλος αριθμός μελών προέρχεται από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής). Από την άποψη της στρατηγικής η SEIU προκρίνει την διατήρηση συνεργατικών σχέσεων με τις επιχειρήσεις ώστε να προστατεύονται τα μέλη της παρά τις δυσκολίες της εκστρατείας αλλά από την άποψη των ρεπερτορίων δράσης σε αυτά εντάσσονται οι συγκρουσιακές κινητοποιήσεις (disruptive tactics) όπως η κατάληψη δημοσίων κτιρίων και χώρων, τα μπλόκα στους δρόμους, το «χτίσιμο» εμποδίων σε δρόμους και κτίρια κλπ ώστε να η καμπάνια να γίνει γνωστή στο ευρύτερο κοινό τόσο μέσω των ΜΜΕ όσο και με τα συνθήματα, το μοίρασμα ανακοινώσεων και έντυπου ή οπτικοακουστικού υλικού. Όσον αφορά το οργανωτικό μοντέλο η SEIU θεωρείται από τις πλέον καινοτομικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η καμπάνια διενεργείται από τα κάτω προς τα πάνω (bottom-up). Η οργάνωση δεν περιορίζεται στην παρουσία σωματείου στο χώρο εργασίας αλλά επεκτείνεται σε γεωγραφικό επίπεδο ανά περιοχή με τη συνένωση των εργαζομένων σε μεγαλύτερες ενώσεις ώστε να γίνονται ορατοί στο ευρύ κοινό οι συνήθως αφανείς εργαζόμενοι και να είναι πιο αποτελεσματική η κινητοποίηση εναντίον της πολιτικής των μεγάλων πολυμετοχικών επιχειρήσεων που είναι συνήθως αυτές οι οποίες χρησιμοποιούν τις πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας και τις υπεργολαβίες. Η SEIU στέλνει στις περιοχές και στα τοπικά σωματεία ειδικευμένους οργανωτές ώστε να στήσουν σωματεία εκεί όπου δεν υπάρχουν. Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες η SEIU συγκεντρώνει τις προσπάθειές της στην επίτευξη συμφωνίας σε μία μεγάλη επιχείρηση και την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας (master contract) που να καλύπτει όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης και να γίνει πρότυπο για την υπογραφή αντίστοιχων συμβάσεων σε όλο τον κλάδο, την περιοχή ή την αγορά. Στην Αυστραλία, που ως προς το καθεστώς εργασιακών σχέσεων είχε στο παρελθόν κοινά στοιχεία με τη Βρετανία και στη διάρκεια της δεκαετίας 1990-2000 λόγω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής άρχισε να μοιάζει με αυτό των ΗΠΑ.

Ένας νέος τρόπος οργάνωσης των επισφαλώς εργαζομένων είναι η δημιουργία «συνελεύσεων βάσης» και η συγκρότηση «νέων σωματείων» καθώς τα παραδοσιακά συνδικάτα των μισθωτών με σταθερή ή μόνιμη απασχόληση δεν εγγράφουν τους νέους εργαζόμενους στα οικεία σωματεία με το σύνηθες αιτιολογικό ότι δεν υπάγονται στον ίδιο εργοδότη αλλά σε εργολάβους-εργοδότες ή σε ιδιωτικά γραφεία εργασίας. Ένα παράδειγμα «συνέλευσης βάσης» που έχει πλέον εξελιχθεί σε νέου τύπου σύλλογο είναι η «Πρωτοβουλία Μεταφραστών-Επιμελητών» με την ονομασία «Σύλλογος Μεταφραστών – Επιμελητών – Διορθωτών (ΣΜΕΔ).» Λόγω της ιδιομορφία της χωρικής διασποράς των υποψήφιων μελών του ο Σύλλογος δημιούργησε μια ιστοσελίδα με αυτόματη ενημέρωση των μελών μέσω των διευθύνσεων ηλεκτρονικών για τις διαδικασίες κατάρτισης του καταστατικού του Συλλόγου στις οποίες μπορούσαν να παρέμβουν αποστέλλοντας αντιρρήσεις, προτάσεις και εναλλακτικά σχέδια προς συζήτηση.

Ένα επάγγελμα που δεν έχει ουσιαστική συνδικαλιστική κάλυψη στην Ελλάδα είναι αυτό των κοινωνικών λειτουργών. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για εργαζόμενους/ες που εργάζονται σε μικρές μονάδες προνοιακών δομών και μη κυβερνητικών οργανώσεων που δεν καλύπτονται από σωματεία ενώ οι θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς. Ο Σύλλογος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας (ΣΚΛΕ) λειτουργεί ως επιστημονικό σωματείο κατά κύριο λόγο και παρά το ενδιαφέρον του για την εξέλιξη των μελών του δεν υπογράφει κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, παρ’ ότι προβλέπεται από το καταστατικό του.

Μέχρι τώρα είδαμε ιδιόμορφες περιπτώσεις εργαζομένων που είτε αμείβονταν ως «ελεύθεροι επαγγελματίες» (μπλοκάκι) είτε είχαν σχέση με τις δημόσιες υπηρεσίες του χώρου της πρόνοιας. Ας δούμε τώρα πώς έχει οργανωθεί συνδικαλιστικά όλος αυτός κόσμος που αποτελείται από μισθωτούς και δεν καλύπτεται από την επίσημη συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Στο χώρο των τηλεπικοινωνιών που είναι παραδοσιακά στην Ελλάδα κλάδος αιχμής, υπάρχει ένα καινούργια σωματεία εργαζομένων με επισφαλή απασχόληση, μερική και προσωρινή. Τα σωματεία δημιουργήθηκαν μετά την άρνηση των σωματείων των μονίμων να εγγράψουν στη δύναμή τους επισφαλώς εργαζόμενους και η δημιουργία τους επιταχύνθηκε μετά την εξέγερση που εμφύσησε το πνεύμα της αυτοοργάνωσης. Ορισμένα σωματεία είναι τα εξής:

1. Σωματείο Εργαζομένων στα Τηλεφωνικά Κέντρα του ΟΤΕ. Στις 19 Δεκεμβρίου ξεκίνησε η συλλογή υπογραφών και σε λίγες εβδομάδες το σωματείο ήταν γεγονός. Βρήκε την ένθερμη αποδοχή από τους εργαζόμενους κι έτσι το σωματείο “Κωνσταντίνα Κούνεβα”, όπως το ονόμασαν, παίρνει και την τυπική έγκριση του Πρωτοδικείου. Τα αιτήματα που προέβαλλε είχαν να κάνουν με την τήρηση των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο χώρο εργασίας, να μην επιδειχτεί καμία ανοχή σε κρούσματα βίας, ψυχολογικής και σωματικής παίρνει σημαντικές διαστάσεις. Χορήγηση φοιτητικών αδειών με μόνη προϋπόθεση τη βεβαίωση σπουδών, γιατί και αυτό στην πράξη εντάσσεται στην καλή ή κακή θέληση του ανώτερου. Η εκπαίδευση που λαμβάνουν κατά την πρόσληψή τους να είναι επί πληρωμή. Δικαίωμα στην ασφάλιση. Το σωματείο αντιμετώπισε, εκτός από την αδιαφορία της εργοδοσίας, την εχθρότητα των σωματείων των μονίμων υπαλλήλων του ΟΤΕ, με αποκορύφωμα την απαγόρευση του δικαιώματος του λόγου σε εκπροσώπους του στο Πανελλαδικό Συνέδριο της Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ).
2. Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων Tim Hellas (WIND). Δημιουργήθηκε το 2005 και από τότε είναι το βασικό σωματείο όλου αυτού του χώρου που εκφράζει την εργασιακή επισφάλεια. «Στόχος του Σωματείου είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και προώθηση των συμφερόντων των εργαζομένων στην εταιρία. Ένας στόχος που προϋποθέτει την ανάπτυξη σχέσεων συναδελφικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ μας. Εμείς οι εργαζόμενοι έχουμε τη δική μας ξεχωριστή θέση μέσα στην εταιρία, όλοι μαζί με τη δουλειά μας παράγουμε το τελικό αποτέλεσμά της και κοινά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Γι αυτό μόνο με μια αυτόνομη, δική μας φωνή και με κοινές προσπάθειες μπορούμε να επιλύσουμε τα προβλήματα αυτά και να βελτιώσουμε τη θέση μας. Βρισκόμαστε, άλλωστε, σε μια δύσκολη εργασιακά περίοδο, όπου το σύνολο των εργαζομένων αντιμετωπίζει μια συνολική επίθεση, ακόμα και στα πιο θεμελιώδη δικαιώματα. Αμφισβητούνται κατακτήσεις όπως το 8ωρο (με την πρόσφατη προσπάθεια θεσμοθέτησης του ελαστικού ωραρίου), η αμοιβή των υπερωριών, οι συλλογικές συμβάσεις, η κοινωνική ασφάλιση και ακόμα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, όπως πχ. με τις πρόσφατες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νομιμοποίηση της παρακολούθησης σε διαρκή βάση όλων των επικοινωνιών (emails-τηλεφώνων) όλων των πολιτών. Θέματα που δεν μπορούν παρά να μας απασχολούν και πρέπει να βρουν τη θέση τους στη ζωή και τη δράση του Σωματείου.» Η δίνη της οικονομικής κρίσης θα βρει έτοιμο το σωματείο να οργανώσει απεργιακούς αγώνες για να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας. Τον Ιούλιο 2008 διοργανώνει την πρώτη στάση εργασίας με αίτημα την υπογραφή ικανοποιητικής συλλογικής σύμβασης εργασίας αφού ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία και δεν είχε αποτέλεσμα η μαζική παράσταση διαμαρτυρίας στα κεντρικά γραφεία τον Μάιο του ίδιου χρόνου. Η εργοδοσία απάντησε με συνδικαλιστικές διώξεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου για ασήμαντες αφορμές. Τελικά η σύμβαση υπογράφηκε ύστερα από έντονες πιέσεις και κινητοποιήσεις που περιλάμβαναν τις συλλογές υπογραφών, τις συχνές γενικές συνελεύσεις, τις παραστάσεις και τη στάση εργασίας. Τον Δεκέμβριο 2008 τα μέλη του πήραν μέρος στις κινητοποιήσεις και πολλά έλαβαν μέρος στην κατάληψη της ΓΣΕΕ. Το 2009 η εργοδοσία σκλήρυνε τη στάση της ενώ το ΠΑΣΕΤΙΜ συμμετείχε σε γενικές και κλαδικές απεργίες και το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίζει εκ νέου τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης και της λαθεμένης επενδυτικής στρατηγικής της διοίκησης, η οποία ωθεί εκατοντάδες εργαζόμενου/ες σε εθελουσία έξοδο, δηλαδή προβαίνει σε μαζικές απολύσεις. Οι απεργίες γίνονται συχνότερες και μαζικότερες.

3. Το Πανελλαδικό Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών είναι ένα νέο σωματείο που δραστηριοποιείται στο χώρο των μισθωτών τεχνικών (μηχανικοί, γεωλόγοι, τεχνολόγοι, σχεδιαστές, τεχνικοί απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης), όλων δηλαδή των τεχνικών που εργάζονται ως υπάλληλοι σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Ιδρύθηκε τον Ιούνιο του ’99 στο Πολυτεχνείο με στόχο τη συλλογική υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μισθωτών τεχνικών. Με την απόφαση 6791/99 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε στο βιβλίο των σωματείων με αυξ. αριθμό 22863 ειδ. 5204.

Written by antiracistes

Οκτώβριος 13, 2014 at 9:37 μμ

Αναρτήθηκε στις Uncategorized

Ο διωγμός της «μεσαίας τάξης» στην Ελλάδα (της Βάλιας Αρανίτου)

leave a comment »

Ο διωγμός της «μεσαίας τάξης» στην Ελλάδα

Της Βάλιας Αρανίτου*

Η ιδεολογική και πολιτική ήττα της μεσαίας τάξης αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της δημοκρατίας

http://www.avgi.gr/article/4283602/o-diogmos-tis-%C2%ABmesaias-taxis%C2%BB-stin-elladaΑυγή

Χωρίς αμφιβολία, ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ήταν η σημαντική παρουσία τουλάχιστον ποσοτικά των μεσαίων στρωμάτων (παραδοσιακή και νέα μικροαστική τάξη). Αποτέλεσμα κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων και αναγκαιοτάτων, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μικρέμποροι, μικροβιοτέχνες, μικροί αγρότες, μικροεπαγγελματίες) και κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά η νέα μικροαστική τάξη (επιστημονικά επαγγέλματα, διευθυντές, ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων) αποτέλεσαν το βασικό
χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Η αδυναμία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να εξασφαλίσει την απαραίτητη νομιμοποίηση σε συνδυασμό με την πολιτική ρευστότητα που υπήρχε μεταπολεμικά (πόλεμος, εμφύλιος, δικτατορία) ανέδειξαν τα στρώματα αυτά ως καθοριστικό παράγοντα της διαδικασίας σταθεροποίησης των θεσμών του αστικού κράτους και ως απαραίτητη προϋπόθεση της σταθεροποίησης της πολιτικής τους ηγεμονίας. Επιτομή αυτής της διαδικασίας ήταν η χρήση του αδόκιμου μεν αλλά αποτελεσματικού πολιτικά όρου «μικροεμεσαίοι» από το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980.
Οι μικρομεσαίοι αναδείχτηκαν σε προνομιακούς συνομιλητές των κυβερνήσεων και πέτυχαν την ενδυνάμωση των κοινωνικών όρων αναπαραγωγής τους. Σύντομα, όμως, εμφανίστηκαν φωνές αμφισβήτησης αυτών των πρακτικών οι οποίες εντάθηκαν και συστηματοποιήθηκαν την περίοδο του εκσυγχρονισμού. Εκεί ακριβώς συγκροτούνται η λογική και τα επιχειρήματα που συναντάμε στις πολιτικές των Μνημονίων.

Οι αμφισβητήσεις αυτές συγκρότησαν σε μεγάλο βαθμό τις αφηγήσεις που επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν τις πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων και εκφωνήθηκαν όχι μόνο από την τρόικα, υποστηρίχτηκαν τεχνικά από ειδικές αποστολές του IMF, του OECD, υπηρεσίες υπουργείων, αξιοποίησαν μελέτες ιδιωτικές εταιρείες, όπως η McKenzie, και εμπειρογνωμοσύνες μεγάλων δικηγορικών εταιρειών. Οι μελέτες αυτές θεώρησαν ότι μέρος του οικονομικού προβλήματος της χώρας ήταν ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός μικρών επιχειρήσεων.

Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή σειράς μνημονιακών μέτρων τα πάλαι ποτέ κυρίαρχα μεσαία στρώματα περιθωριοποιούνται. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη έχασε περισσότερο από το 40% του δυναμικού της, ενώ ένα άλλο 40% φυτοζωεί, αδυνατώντας να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, αφού εκτός από τη συρρίκνωση της ζήτησης «έκλεισαν» και οι στρόφιγγες ρευστότητας από τις τράπεζες. Μεταξύ 2009 και 2013 καταγράφονται περίπου 392.000 λουκέτα και απώλεια περισσότερων από 800.000 θέσεων εργασίας σε αυτές. Αξιοσημείωτη συρρίκνωση υπέστη ο τομέας
των κατασκευών, στον οποίο το 2010 οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 10,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2011 ανήλθε σε 5,42% (σε απόλυτους αριθμούς η μείωση μεταξύ των ετών 2009-2011 αντιστοιχεί σε 40.681 θέσεις εργασίας). Στο εμπόριο χάθηκαν περισσότερες από 140.000 επιχειρήσεις. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι μικροί επιχειρηματίες αποτυπώνονται, εκτός των άλλων, και στις περισσότερες από 3.000 αυτοκτονίες επιχειρηματιών που έχουν καταγραφεί για χρέη. Η αναλογία των «κόκκινων» εταιρικών δανείων ως προς τις
συνολικές χορηγήσεις εκτινάχθηκε στο 33,8% έναντι του 4,3% το 2008.

Την ίδια στιγμή, στους κόλπους της νέας μικροαστικής τάξης συντελείται αντίστοιχη καταστροφή. Μεταξύ 2009 και 2013 οι δικηγόροι που δεν πραγματοποίησαν ούτε μια παράσταση σε δικαστήριο αυξήθηκαν κατά 33%, ενώ εκείνοι με περισσότερες από 50 παραστάσεις μειώθηκαν περίπου κατά 65%! Τα επαγγέλματα που σχετίζονται με την παροχή νομικών και λογιστικών υπηρεσιών, παρά τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, μειώθηκαν την ίδια περίοδο κατά 9.796 άτομα. Την ίδια περίοδο, 9.782 αρχιτέκτονες και μηχανικοί έκλεισαν τα γραφεία τους. Στα ιατρικά
επαγγέλματα, από το 2008 ώς το 2013 οι απώλειες των θέσεων εργασίας είναι 16.218.

Τα μέτρα που επιβλήθηκαν, παρά την πρωτόγνωρη για αυτά τα κοινωνικά στρώματα κινητοποίηση και αντίσταση, φαίνεται να οδηγούν όχι μόνο στην περιθωριοποίηση, αλλά στην πλήρη κατάρρευσή τους. Τα αποτέλεσμα αυτό δεν αποτελεί απλώς παράπλευρη απώλεια των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας, αλλά φαίνεται ότι είχε στο στόχαστρο τη δραστική συρρίκνωση αυτών των στρωμάτων.

Μέτρα προαπαιτούμενα των Μνημονίων (ενδεικτικά)

* Επιβολή τέλους επιτηδεύματος σε εμπόρους, ελεύθερους επαγγελματίες και άλλους επιτηδευματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος,

* Αύξηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης των προσωπικών εταιρειών (Ο.Ε., Ε.Ε.), από 17,34%, στο 33,40%.

* Αυξήσεις κατά 10% – 12% των τιμολογίων της ΔΕΗ, των εμπορικών τιμολογίων, συνολικά 17 αυξήσεις, με το ποσοστό τους να υπερβαίνει το 60%.

* Επιβολή νέου έκτακτου φόρου ακινήτων μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ αρχικά (ΕΕΤΗΔΕ) και ψήφιση του (ΕΝΦΙΑ), ο οποίος στην ουσία νομιμοποιεί το χαράτσι της ΔΕΗ.

* Πλήρης απελευθέρωση της χρονικής διάρκειας όλων των επαγγελματικών μισθώσεων.

* Αναστολή του ΑΦΜ για όσους οφείλουν και βαριές ποινές και υψηλά πρόστιμα για τους επιχειρηματίες που οφείλουν.

* Απελευθέρωση της κυριακάτικης αργίας.

Το ιδεολογικό οπλοστάσιο

Η επιτυχία ενός τέτοιου πλάνου πάντα συνοδεύεται από μηχανισμούς και λογικές ιδεολογικής νομιμοποίησης. Το σύνολο των μέτρων και των «μεταρρυθμίσεων» που εισάγονται με την υπογραφή των Μνημονίων έχουν ως υποστηρικτικό μηχανισμό μια σχεδιασμένη ιδεολογική πλατφόρμα που προωθείται συστηματικά από σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ και η οποία δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις αποδοχής της από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, ενώ παράλληλα επιχειρεί να βασίσει τη νομιμοποίησή της. Η μεσαία τάξη «φταίει» για την «κατάντια» της
πατρίδας. Οι μικροί επιχειρηματίες εγκαλούνται καθημερινά από τα ΜΜΕ ως φοροφυγάδες, αντιπαραγωγικοί μη ανταγωνιστικοί, και κυρίως εκείνοι που αντιγράφουν υψηλά καταναλωτικά πρότυπα. Προσκολλημένοι στην ατομική τους ιδιοκτησία, δεν «θέλουν να εκσυγχρονιστούν». Γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, υδραυλικοί δεν κόβουν αποδείξεις, οι καθηγητές δουλεύουν λίγο ενώ όλοι μαζί έχουν και άλλη απασχόληση. Τεμπέληδες που κάνουν χρήση πιστωτικών καρτών για κατανάλωση και ταξίδια. Θέλουν όλοι τα παιδιά τους να σπουδάσουν στο
πανεπιστήμιο.

Εγκαλούνται ως κρατικοδίαιτοι και ότι καταφεύγουν πάντα στην αγκαλιά του κράτους, όταν τα ίδια τα Μέσα (οι τηλεοπτικοί σταθμοί) που «προπαγανδίζουν» αυτές τις απόψεις λειτουργούν μέσω κρατικής παρέμβασης. Όσοι επιβιώνουν έχουν υποστεί πλήρη αφυδάτωση του ειδικού τους βάρους. Παράλληλα, τα στρώματα αυτά έχουν ενσωματώσει την ήττα, γιατί τελικά έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι «φταίνε», αφού μέσα από το σοκ νομιμοποιούν αυτές τις πράξεις και ιδεολογικά.

Αυτή η ιδεολογική και πολιτική ήττα των συγκεκριμένων στρωμάτων συνοδεύεται όχι μόνο από την οικονομική υπονόμευση, αλλά και από την ανατροπή της κοινωνικής τους αξιοπρέπειας και status και αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της δημοκρατίας. Συνήθως η υπονόμευση της «μεσαίας τάξης» την οδηγούσε σε συντηρητικές και όχι σπάνια αντιδημοκρατικές πολιτικές επιλογές. Όμως, στην ελληνική συγκυρία και στον βαθμό που το διαφαινόμενο «τέλος» της συμπίπτει με την εξαθλίωση και άλλων κοινωνικών στρωμάτων και κυρίως των
εργαζομένων, το ζήτημα των συμμαχιών με αίτημα τη διασφάλιση της δημοκρατίας και την αντιμετώπιση της κρίσης με προώθηση πολιτικών που είναι αντίθετες στη λιτότητα και την ύφεση είναι κομβικό. Στη συνάφεια αυτή μπορούμε να ελπίζουμε ότι η συμμαχία δύναται να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα Μεταπολίτευση.

* Η Βάλια Αρανίτου είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Written by antiracistes

Οκτώβριος 8, 2014 at 8:04 πμ

Αναρτήθηκε στις Έρευνα